Ο καταξιωμένος Κύπριος καλλιτέχνης μάς υποδέχεται στο σπίτι του στο Λονδίνο και μας μιλά για την τέχνη του αλλά και τη ζωή του, την οποία μοιράζει ανάμεσα στην αγγλική πρωτεύουσα και το νησί μας.
Από τη Νατάσσα Γεωργίου
Να ξεκινήσουμε μιλώντας λίγο για τα παιδικά σου χρόνια;
Γεννήθηκα το 1969. Οι γονείς μου, γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν στο Λονδίνο και έζησαν εκεί από το 1960 μέχρι το 1969, όπου γεννήθηκαν και τα αδέρφια μου. Το ’69 αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Αμμόχωστο, τόπο καταγωγής της μητέρας μου, όταν αυτή ήταν έγκυος με εμένα. Ευτυχώς, είχαν κρατήσει τα αγγλικά τους διαβατήρια, αφού το 1974 αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Αγγλία. Εγώ ήμουν ο μόνος που δεν είχα διαβατήριο και ενώ όλοι έφυγαν, με κράτησαν στο Ακρωτήρι, μέχρι να μου βγάλουν διαβατήριο. Αν και μικρός, θυμάμαι τόσο έντονα τα αντίσκηνα, μια ανάμνηση που έχει μείνει χαραγμένη για πάντα στη μνήμη μου. Το 1976 επιστρέψαμε ξανά στην Κύπρο, στη Λεμεσό. Η γιαγιά μου, επέμενε να μείνει στο Λονδίνο για να κρατήσει το σπίτι, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στην Κύπρο, με τον όρο ότι ένα από τα παιδιά θα έμενε στο Λονδίνο μαζί της. Έτσι, έμεινε ο αδερφός μου. Το 1984 πήγα και εγώ, για να τελειώσω το σχολείο εκεί και να μπορώ να σπουδάσω, γιατί αλλιώς οι γονείς μου δεν θα είχαν τα χρήματα. Η αλήθεια είναι ότι ο πόλεμος χώρισε την οικογένεια. Ήταν μια δύσκολη εποχή.
Γιατί ενώ αρχικά επέλεξες να σπουδάσεις εσωτερική διακόσμηση, δεν ακολούθησες αυτό τον τομέα;
Μισώ την εσωτερική διακόσμηση! (Γέλια). Μετά από ένα χρόνο που μπήκα στη σχολή, αποφάσισα να τα παρατήσω, γιατί δεν μου άρεσε καθόλου αυτό που είχα επιλέξει. Οι καθηγητές μου με συμβούλευσαν να τελειώσω το πτυχίο μου και μετά να βρω τι μου αρέσει να κάνω, που ήταν μια σοφή συμβουλή. Επειδή όμως εκείνο τον χρόνο ήμουν απηυδισμένος, μου έδωσαν άδεια να ταξιδέψω για ένα χρόνο και μετά να επιστρέψω στη σχολή. Δούλεψα σε μια μπιραρία, φύλαξα αρκετά λεφτά και έφυγα!

Αυτός ο χρόνος που ταξίδεψες, πόσο σε άλλαξε ως άνθρωπο;
Πραγματικά, μου άνοιξε τα μάτια. Γύρισα την Ευρώπη όταν ήμουν 19 χρόνων. Όταν επέστρεψα, ήμουν πιο ήρεμος και μου άρεσε η ιδέα ότι είχα κάτι στο οποίο να επιστρέψω. Τέλειωσα το πτυχίο μου και ασχολήθηκα με την κεραμική, την οποία αγαπώ πολύ και μετά πάλι συνέχισα τα ταξίδια μου στον κόσμο.
Γιατί επέλεξες ως βάση σου το Λονδίνο;
Το Λονδίνο είναι καταπληκτικό, από όλες τις απόψεις. Είναι μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης, δημιουργίας και ευκαιριών. Για αυτό και δεν θα μπορούσα να σκεφτώ να το εγκαταλείψω μόνιμα.

Επέστρεψες ωστόσο στην Κύπρο εδώ και λίγο καιρό και συγκεκριμένα στις Κέδαρες με ένα open studio, όπου ο κόσμος μπορεί να σε επισκεφθεί και να γνωρίσει τη δουλειά σου. Τι είναι αυτό που αγαπάς στο νησί μας;
Οι Κέδαρες είναι το χωριό όπου μεγάλωσε ο πατέρας μου. Έχω πολλές αναμνήσεις από τα Σαββατοκύριακα που περνούσαμε εδώ. Αγαπώ την ησυχία και λατρεύω τη φύση, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη έμπνευση για τη δουλειά μου. Γύρω από το σπίτι μας στο χωριό έχουμε περιβόλι, αμπέλι και ελαιώνα. Αποφασίσαμε με τον σύντροφό μου ότι πλέον, θέλουμε να μοιράζουμε τον χρόνο μας μεταξύ του Λονδίνου και του χωριού. Κάπως έτσι, βρισκόμαστε για κάποιους μήνες τον χρόνο στις Κέδαρες. Είναι μια καινούρια αρχή, που με χαροποιεί ιδιαίτερα. Η δουλειά του αγρότη μας ενθουσιάζει! (Γέλια).
Η ενασχόλησή σου με το γυαλί πώς προέκυψε;
Από μια σύμπτωση. Όλη η τέχνη μου, ξεκίνησε από ένα ατύχημα. Δούλευα πάνω σε ένα έργο και κατά λάθος, ένα μικρό κομμάτι γυαλί έπεσε και ράγισε. Το αποτέλεσμα με εντυπωσίασε. Το πήρα, το φωτογράφησα και μετά άρχισα να πειραματίζομαι, χρησιμοποιώντας σιλικόνη, μπογιές και άλλα υλικά. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Αυτό το κομμάτι γυαλί, ήταν η αρχή της καριέρας μου.
Άρα να υποθέσω ότι πιστεύεις στην τύχη και τις συμπτώσεις; Όλα γίνονται για κάποιο λόγο;
Σίγουρα! Το ωραίο είναι ότι όταν βρεις τον δρόμο που σου ταιριάζει, το παζλ της ζωής σου συμπληρώνεται από μόνο του.

Η τεχνική σου είναι μοναδική και η τέχνη σου ιδιαίτερη. Είχες ποτέ αμφιβολίες για τη δουλειά σου;
Ποτέ! Από την πρώτη στιγμή που έπεσε το γυαλί και δημιούργησα το πρώτο μου έργο, ήμουν ικανοποιημένος. Ήταν κάτι που βγήκε από μέσα μου και στα δικά μου μάτια, ήταν τέλειο.
Αν κάποιος σου έλεγε ότι αυτό που κάνεις δεν εμπίπτει στις καθιερωμένες μορφές της τέχνης, τι θα απαντούσες;
Αυτό δεν είναι κάτι που μπορώ να απαντήσω και η αλήθεια είναι ότι δεν με αφορά. Αυτή είναι δουλειά των κριτικών. Όπως έλεγε ο Andy Warhol, «εγώ θα δημιουργώ σε όλη τη διάρκεια της ζωής μου και θα αφήσω τους άλλους να αποφασίσουν αν αυτό που κάνω είναι τέχνη». Θέλω να σκέφτομαι έξω από το κουτί. Δεν πιστεύω στις ετικέτες που κάποιοι θέλουν να βάζουν στην τέχνη. Είναι όπως όταν με ρωτούν πόσο χρόνο χρειάστηκα για να τελειώσω ένα έργο. Στην αρχή εκνευριζόμουν. Τώρα πια τους λέω, μια ζωή εμπειρίας. Ο χρόνος είναι σχετικός. Στο κάτω – κάτω, δεν μπορούμε όλοι να δημιουργούμε. Ο καθένας πρέπει να μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τα ταλέντα του, ώστε να έχουμε έναν πιο όμορφο κόσμο.

Σε φόβιζε το γεγονός ότι κάποιος μπορούσε να αντιγράψει την τεχνική σου;
Όταν τέλειωσα το μεταπτυχιακό μου το 1999, με προσέγγισε ένας εκδότης, για να γράψω ένα βιβλίο για την τεχνική μου, η οποία ήταν και είναι μοναδική. Στην αρχή, είχα αμφιβολίες, γιατί φοβόμουν να μοιραστώ αυτά που είχα μάθει και τις μεθόδους μου, μήπως τα κάνουν και άλλοι. Η συμβουλή που μου έδωσαν, η οποία αποδείχθηκε σπουδαία, ήταν ότι αφού είσαι πρωτοπόρος στην τεχνική αυτή, γράψε το βιβλίο και βάλε το όνομά σου. Αυτό και έκανα. Στην πορεία, αντιλήφθηκα ότι πολλοί μπορούν να χρησιμοποιούν την τεχνική σου, αλλά κανένας δεν μπορεί να αντιγράψει τις ιδέες σου.
Πώς ένιωσες στην πρώτη σου έκθεση;
Περήφανος, για το ότι αγαπούσα αυτό που έκανα. Είχα αυτοπεποίθηση. Είχα πάντα την υποστήριξη της οικογένειάς μου και κυρίως της αδερφής μου. Με ενθάρρυνε και μου έλεγε ότι ήμουν ταλαντούχος. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, που μου έφερνε φαγητό κάθε μέρα, επειδή ξόδευα όλα τα λεφτά μου στα υλικά. Μου έλεγε ότι αν δεν ασχοληθώ με την τέχνη μου και βρω άλλη δουλειά, τότε δεν θα το κάνω ποτέ. Γι’ αυτό και εγώ τώρα, στις διαλέξεις που κάνω, λέω στον κόσμο να ακολουθεί το όνειρο και το πάθος του. Είναι δύσκολο πολλές φορές, αλλά αν το θέλεις πραγματικα, θα βρεις τον τρόπο και μετά όλα θα έρθουν. Η ζωή φεύγει πολύ γρήγορα, για να βρίσκουμε συνέχεια δικαιολογίες.

Είναι η δουλειά σου και μια μορφή εκτόνωσης, εκτός από δημιουργία;
Ναι. Μέσα σε ένα χρόνο, από τότε που έχασα την αδερφή μου, δημιούργησα 60 κομμάτια. Ήταν ο τρόπος μου να πενθήσω και να θεραπευτώ. Ήταν απίστευτο ότι μια τόσο σκοτεινή περίοδος της ζωής μου, μου έδωσε τόση πολλή ενέργεια και όρεξη για την ίδια τη ζωή.
Το ραγισμένο γυαλί βοήθησε να γιατρευτεί και η καρδιά σου;
Ακριβώς. Όσο εύθραυστο και να φαίνεται, είναι ταυτόχρονα και πολύ ανθεκτικό, όπως οι άνθρωποι. Είναι αντιφατικό το γεγονός ότι βρίσκω ομορφιά σε κάτι ραγισμένο, αλλά νιώθω ότι έτσι ακριβώς είναι οι άνθρωποι και η ζωή. Δηλαδή, τα πράγματα στη ζωή μας είναι δύσκολα και ατελή, αλλά από μέσα τους πολλές φορές βγαίνει κάτι καλό και όμορφο.
Ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή;
Να βρίσκεις ομορφιά στις ατέλειες της ζωής και να αποδέχεσαι τον κύκλο της ανάπτυξης και του μαρασμού, αυτό που είναι, ουσιαστικά, η ίδια η ζωή. Όλα αυτά εμπερικλείονται στον γιαπωνέζικο όρο wabi – sabi. Όταν διάβασα αυτές τις λέξεις, που παραπέμπουν στον συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, ένιωσα ότι με εκφράζουν απόλυτα.

Αποδέχεσαι εύκολα καταστάσεις;
Προσπαθώ. Θεωρώ ότι η αποδοχή είναι σπουδαίο πράγμα. Φυσικά, αν κάποιος άνθρωπος σου κάνει κάκο, είναι πιο δύσκολο να αποδεχτείς αυτό το πράγμα και χρειάζεται να το καλλιεργήσεις. Τα βουδιστικά βιβλία που μελετώ, λένε ότι χρειάζεται να δείχνεις αγάπη πρώτα στον εαυτό σου, μετά σε κάποιο φίλο σου, ακολούθως σε έναν άγνωστο, ύστερα σε κάποιον που σου έκανε κακό και τέλος, σε όλο τον κόσμο και σε όλα τα ζωντανά πλάσματα. Θα ήθελα να καταφέρω να φτάσω σε αυτό το επίπεδο. Όπως λέει και η μάνα μου, «να αγαπάς όλο τον κόσμο, για να είσαι πάντα χαρούμενος».

