Έκανε πλάτες στον Σoν Κόνερι, είδε τη Σοφία Λόρεν να βγαίνει απ’ την μπανιέρα, έπαιρνε συμβουλές απ’ τον Πήτερ Σέλερς, έπαιξε στο West End, «αντιμετώπισε» ένα λιοντάρι, άνοιξε το θρυλικό Cafe Pari στη Λεμεσό, ξόδεψε απίστευτα λεφτά στη διασκέδαση… Πάλεψε με τον θάνατο και άρπαξε τη ζωή απ’ τα μαλλιά. Ο βίος και η πολιτεία του Γιώργου Ζένιου θα μπορούσε να αποτυπωθεί στο παλιό καλό σελιλόιντ.
Της Σώτιας Ζένιου
Πάντα ήθελα να τον γνωρίσω καλύτερα. Να του φτιάξω το πορτρέτο. Ένιωθα λες και υπήρχε μια σύνδεση κι ας μην είχαμε ειδωθεί ποτέ. Είναι που έπρεπε μια ζωή να δίνω εξηγήσεις. «Όχι, δεν είμαι κόρη του Γιώργου Ζένιου, απλή συνωνυμία!» Μάλιστα κάποτε είχε διαδοθεί ότι ήταν και το μέσο μου για να περάσω στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Κι αργότερα, για να πιάσω δουλειά στην τηλεόραση. «Και μένα με ρωτούσαν αν η κόρη μου είναι δημοσιογράφος» μου λέει χαμογελώντας. Καθόμαστε αναπαυτικά στον καναπέ, παρέα με την εγγονή του Εράσμη, ένα πανέμορφο κορίτσι γύρω στα 12, με πράσινα μάτια και μακριά μαλλιά στο χρώμα του μελιού. Κι απέναντι ο Γιώργος Ζένιος ο νεότερος, μόλις στα 10, δείχνει ήδη μεγάλη φίρμα με το μοντέρνο του κούρεμα. «Είναι του μεγαλύτερου γιου μου! Παίζουν και οι δύο μουσική, είναι άριστοι στο σχολείο… Και πολύ καλά παιδιά!» Αστράφτουν τα μάτια του από περηφάνια μιλώντας για τα εγγόνια του. «Αυτά είναι η χαρά της ζωής μου!» παραδέχεται εμφατικά. Όσον αφορά στην προηγούμενη γενιά, ο πρωτότοκός του έχει σπουδάσει τοξικολογία, ο δεύτερος μηχανολογία και το κορίτσι του media-digital effects-graphic design. Γυρνάει σε μένα και με κοιτάει κάπως διερευνητικά. «Δεν μου λες… Εσύ γιατί δεν έγινες ηθοποιός, αφού έχεις τελειώσει το Εθνικό Θέατρο;» «Κι εσείς που έχετε παίξει με τον Σoν Κόνερι, τον Ρότζερ Μουρ, την Τζίνα Λολομπριτζίτα, τον Μάικλ Κέιν… Τραγουδήσατε δίπλα στον Στράτο Διονυσίου… Τι ήρθατε να κάνετε στην Κύπρο;» τον κοιτάω εξίσου απορημένη. «Εξάλλου σήμερα στο κάδρο βρίσκεστε εσείς», συμπληρώνω γελώντας και βιάζομαι να πατήσω το κόκκινο κουμπάκι της ηχογράφησης, γνωρίζοντας ότι ο Γιώργος Ζένιος έχει πολλά να διηγηθεί.
Μια ζωή σαν κινηματογραφική ταινία. Από τότε που περιπλανιόταν στα 16 του στο Picadilly Circus και χάζευε τις φωτεινές μαρκίζες, κάνοντας όνειρα ν’ ανέβει κάποτε σε κάποια από τις σκηνές του West End. Και τα κατάφερε! Στο πρόγραμμα του Criterion Τheatre, κάτω από το όνομα της Diana Lambert, του Derek Nimmo… γράφει George Zenios. ««The Ιrregular Verb to Lοve» (Το ανώμαλο ρήμα της αγάπης) λεγόταν το έργο, του Ηugh Williams. Έπαιζε και ο ίδιος ο συγγραφέας, καθώς και η Joan Greenwood. Αυτή για τους Άγγλους ήταν όπως η Κατίνα Παξινού για μας. Η παράσταση πήγε 14 μήνες. Εφτά μέρες τη βδομάδα το θέατρο ήταν γεμάτο. Έκανα ένα γόη ζιγκολό… Ήμουν και ωραίο παιδί». «Θέλω πειστήρια» τον προκαλώ! Παρόλο που τα σημάδια του χρόνου αποκαλύπτουν έναν γοητευτικό άντρα παλιάς κοπής. Ψάχνει στο κινητό του και μου δείχνει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία εποχής… «Σαν σταρ του Χόλυγουντ!» οφείλω να ομολογήσω. Με μια νοσταλγική διάθεση τον εξωθώ να πάρουμε την ιστορία από την αρχή, όταν οι δικοί του ξενιτεύτηκαν στο Λονδίνο για μια καλύτερη ζωή.
«Μικρός ήμουν ζωηρός και έτρωγα πολύ ξύλο. Ήθελα πάντα να πηγαίνω σινεμά, γιατί μου άρεσαν οι ηθοποιοί. Στην ηλικία των 5-6 έστηνα λάμπα, σεντονάκι και έπαιζα Καραγκιόζη. Το όνειρό μου ήταν πρώτα να γίνω ηθοποιός και μετά πιλότος. Ένα από τα δύο. Ο πατέρας μου όμως επέμενε να με κάνει γιατρό. Ο ίδιος ήταν χτίστης. Υπήρχε πολλή φτώχεια τότε και περνούσαμε δύσκολα. Το μόνο που ήθελε ήταν μια καλύτερη ζωή για μας. Από 11 χρονών με έπαιρνε μαζί του να τον βοηθώ. Να τραβώ πάνω στην οικοδομή τα κεραμίδια, τα τούβλα… Τον χειμώνα ήταν φορές που το χιόνι ήταν πιο ψηλό από μένα. Ήμουν ο μεγάλος και τραβούσα ζόρι. Θυμάμαι 12 χρονών κόβαμε οκτώ μίλια ποδαρόδρομο μ’ ένα φίλο μου και πηγαίναμε να δουλέψουμε σ’ ένα εργοστάσιο που συσκεύαζε γάλα. Παίρναμε μία λίρα τη μέρα. Δουλεύαμε κανένα μήνα, να μαζέψουμε λεφτά, για να φτιάξουμε τα ρούχα μας».
«Ο πατέρας μου ήταν πολύ αυστηρός. Δεν ανεχόταν με τίποτα τα ψέματα και να μην ακούσει λέξη εγγλέζικα στο σπίτι. “Δεν με ενδιαφέρει τι γλώσσα μιλάτε όταν είστε έξω, εδώ μέσα να θυμάστε ότι είστε Κυπραίοι” έλεγε. Μια φορά που μίλησα στον αδερφό μου αγγλικά, μου την έδωσε στο στόμα. Ήταν ο δικός του τρόπος να κρατηθούμε Έλληνες και να μην ξεχάσουμε τη γλώσσα μας. Στη μάνα μου είχα πολλή αδυναμία! Ό,τι ήθελα, αυτήν έβαζα μπροστά. Δούλευε κι εκείνη η καημένη πολύ σκληρά, σε εργοστάσιο που έφτιαχνε πουκάμισα. Εγώ είχα την ευθύνη μετά το σχολείο για τους μικρότερους, τον αδερφό και την αδερφή μου. Αυτό μας έδεσε πολύ».
«Μπήκα στο πανεπιστήμιο, στον κλάδο της Ιατρικής. Μια μέρα είδα στην παροικιακή εφημερίδα ότι ζητούνταν ηθοποιοί. Ανέβαζαν το «Φωνάζει ο κλέφτης» του Ψαθά. Πήγα από κει. Θυμάμαι ήταν ο αείμνηστος Θεόδουλος Μωρέας και μου έδωσαν ένα ρολάκι. “Εγώ δεν κάνω μικρούς ρόλους” τους είπα και σηκώθηκα και έφυγα. Είχα πολύ θράσος. Γνώρισα όμως τον άνθρωπο στον οποίο χρωστώ αυτό που είμαι σήμερα. Τον Φαίδρο Στασίνο. Πιο μεγάλος από μένα σε ηλικία, τον έλεγαν Paul Stassino και ήταν αστέρι τότε. Είχε πρωταγωνιστήσει σε πολλές αγγλόφωνες ταινίες. Κάποια στιγμή άκουσα ότι υπάρχουν δύο υποτροφίες στο RADA (Royal Academy of Dramatic Art). Τον πήρα τηλέφωνο. “Το σκέφτηκες καλά;” “Ναι” απάντησα. Τον συνάντησα στο σπίτι του στο Bayswater και μου έδωσε έναν αγγλικό μονόλογο απ’ τον “Οθέλλο”. Tον έμαθα και πήγα και έδωσα εξετάσεις. Μετά από ενάμιση περίπου μήνα με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει “George you pass! You are in!”. Δεν με χωρούσαν οι τόποι. Ήρθε η ώρα να κάνω την ανταρσία μου. Λέω στον πατέρα μου “Τέρμα η ιατρική! Δεν μπορώ άλλο!” “Έξω απ’ το σπίτι” ήταν η απάντησή του. “Δεν θα σε κάνω εγώ καραγκιόζη”. Μου το κράτησε μανιάτικο. Όταν έπαιζα στην τηλεόραση σηκωνόταν και έφευγε επιδεικτικά, για να μη με δει. Μόνο όταν πέθανε, μου εκμυστηρεύτηκε η αδερφή μου ότι την έβαζε να τα γράφει και καθόταν και τα έβλεπε μετά. Έκανα πολλή τηλεόραση και κινηματογράφο. Δούλεψα στο BBC, στο Chanel 4, στο ITV. Όταν τελείωσα τη σχολή πήγα και στο Italian Conti Academy of Theatre Arts, για να μάθω χορό. Χόρευα κλακέτες, έκανα φωνητική, πετούσα!».

«”Υπάρχει ένας μικρός ρόλος στη Μαγιόρκα” μου λέει ο ατζέντης μου. “Τι λες; Θες να πας;” Ήταν μόλις αποφοίτησα απ’ τη σχολή. “Και ποιοι άλλοι θα παίξουν;” ρωτάω. “Σον Κόνερι, Τζίνα Λολομπριτζίτα…”. Να μην πω ότι θα πλήρωνα κιόλας για να παίξω. Η Λολομπριτζίτα ήταν η αδυναμία μου από μωρό παιδί. “Woman of Straw” (Γυναίκα από άχυρο) ήταν ο τίτλος της ταινίας. Έκανα έναν Σπανιόλο μπάρμαν. Δεν θα ξεχάσω όταν την πρωτοαντίκρισα. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της! Μικροκαμωμένη, πανέμορφη και πολύ φιλική. Και με τον Σον Κόνερι κάναμε καλή παρέα. Εκείνη την εποχή ήταν στη φάση που ήθελε να ξεφύγει απ’ τον ρόλο του Τζέιμς Μποντ. Του άρεσαν πολύ τα κορίτσια. Είχε φέρει και τη σύζυγό του μαζί, την Diane Cilento. Όταν τελειώσαμε τα γυρίσματα κάναμε beach party και όλο το βράδυ μου έλεγε “George dance with my wife!” Είχε βάλει στο μάτι μια όμορφη κοπέλα από το συνεργείο και με επιστράτευσε, να τραβώ την προσοχή της συζύγου».
«Δεν είναι και λίγο να κάνεις πλάτες στον Σον Κόνερι!» παρατηρώ σκασμένη στα γέλια. Τον ρωτάω να μου πει και για άλλους σταρ… «Ο Ρότζερ Μουρ ήταν πολύ ιδιότροπος! Με φώναξαν για να κάνω έναν γκάνγκστερ στον “Άγιο”, τη σειρά όπου υποδυόταν τον Σάιμον Τέμπλαρ. Πολύ καλή εντύπωση μου άφησε ο Κρίστοφερ Λι. Βαθιά καλλιεργημένος και διαβασμένος, μιλούσε μάλιστα σπασμένα ελληνικά. Υπέροχος ο Τέλι Σαβάλας! Ήθελε να με πάρει μαζί του στο Χόλυγουντ. Την καλύτερη συμβουλή την πήρα από τον Πήτερ Σέλερς. Τρώγαμε στο ίδιο τραπέζι σ’ ένα διάλειμμα από κάτι γυρίσματα, όταν του είπα “Με εκπλήσσει που είστε τόσο σοβαρός… Εσείς, ένας από τους καλύτερους κωμικούς ηθοποιούς”. “George I’ll give you a tip” μου λέει. “Την κωμωδία να την παίζεις σοβαρά, σαν δράμα”. Δεν το ξέχασα ποτέ αυτό». Ζητώ λεπτομέρειες και για την ιστορία με τη Σοφία Λόρεν, όταν την είδε να βγαίνει απ’ την μπανιέρα. «Ακούσαμε ότι ήταν στο διπλανό στούντιο. Και τρέξαμε! Γύριζε μια σκηνή βυθισμένη μέσα στο αφρόλουτρο. Και ξάφνου τη βλέπεις να σηκώνεται… Να σηκώνεται… Να σηκώνεται… Ατελείωτη! Μια γυναικάρα μέχρι εκεί πάνω! Ένα θηρίο! Βαθιά απορροφημένος μέσα στην παραζάλη μου, ένιωσα κάτι να μου γλείφει το χέρι… Γυρνάω και βλέπω ένα λιοντάρι! Εκπαιδευμένο μεν, αλλά λιοντάρι! Εάν έτρεχα στους Ολυμπιακούς, θα το ‘παιρνα το χρυσό. Βγαίνοντας έξω αλαφιασμένος, θυμάμαι μόνο ότι άκουσα ένα “Γεια σου!” (μιμείται τη βαθιά φωνή με το αξάν). «Ήταν ο Άντονι Κουίν! Έκανε διάλειμμα απ’ τα γυρίσματα στα “Κανόνια του Ναβαρόνε”. Πιάσαμε κουβέντα. Μου έλεγε ότι είχαν πάει στη Ρόδο και πέρασαν εκπληκτικά».
Μετά απ’ όλα αυτά, πώς αράξατε στην Κύπρο; «Κατέβηκα στο Βαρώσι και έπαθα την πλάκα μου! Οδηγούσα το σπορ αμάξι μου κατά μήκος της παραλίας και νόμιζα ότι βρισκόμουν κάπου στην Ευρώπη, καλύτερα κι απ’ τη Μαγιόρκα. Σταμάτησα στις “Καλαμιές” και παράγγειλα μια μακαρονάδα. Τουρίστες! Κοσμοσυρροή! Κορμάρες! Γυμνόστηθες! Άκουγα παντού να μιλάνε αγγλικά. Η Αμμόχωστος ήταν το κάτι άλλο εκείνη την εποχή. Την άλλη μέρα παίρνω τον πατέρα μου και του λέω “Ξέχασέ το! Δεν έρχομαι πίσω. Θα μείνω εδώ”. Ήθελα να ξεφύγω κιόλας. Να ξεχάσω».
«Παντρεύτηκα πολύ μικρός. Στα 19 μου χρόνια, χωρίς τη θέληση των δικών μου. Άλλη μια ανταρσία. Γνώρισα την Τζοζεφίν σ’ ένα κλαμπ, χορεύαμε τότε στους ρυθμούς της ντίσκο, μέσα στην τρέλα της νιότης. Μια μέρα, όταν γύρισα σπίτι βρήκα ένα φάκελο απ’ το νοσοκομείο που την καλούσε να πάει για εξέταση μετά την έκτρωση που είχε κάνει. Τρελάθηκα! Έπαθα σοκ. Μέσα σε κλάματα και λυγμούς το παραδέχθηκε. Δεν ήθελε να κάνει παιδιά, για να μη χαλάσει το καλλίγραμμο σώμα της. Ήταν πολύ όμορφη, είχε βγει και Μiss στα καλλιστεία. Εγώ ονειρευόμουν να παντρευτώ και να κάνω ένα σωρό παιδιά. Άρπαξα μια βαλίτσα, έριξα μέσα τα πράγματά μου όπως-όπως και έφυγα. Με το που μπήκα κουβαλητός, ο γέρος μου με κοίταξε όλο νόημα. “Έβαλες μυαλό τώρα; Καλωσόρισες!”. Αυτό ήταν, δεν μου ανέφερε λέξη ξανά για το ζήτημα».
«Τη σύζυγό μου την Αλίκη τη γνώρισα στο πλοίο. Με τράβηξε η ομορφιά της. Είχε ένα πρόσωπο σαν τον ήλιο. Καθόταν με μια ηλικιωμένη κυρία. Εγγλέζος στους τρόπους, της ζήτησα να χορέψουμε… “Would you like to dance?” “Φύε γιε μου που δαμαί, μου λέει η γριά”. “Why?” απαντώ χωρίς να το βάζω κάτω. “Έλα να χορέψουμε και να σε παντρευτώ”. Tελικά ο επιμένων νικά. Χορέψαμε! Όταν κατέβηκα στο Βαρώσι, μετά από τρεις μήνες θυμήθηκα την κοπέλα του πλοίου. Την έψαξα και τη βρήκα. Στον Άγιο Νικόλα, στη Λεμεσό. Αρραβωνιαστήκαμε κι όταν παντρευτήκαμε ήταν ήδη έξι μηνών τον πρώτο μου γιο».
«Της χρωστώ πολλά! Πάντα το λέω. Στάθηκε γερά σαν μάνα και έδωσε καλή ανατροφή στα παιδιά. Αν ήταν άλλη, δεν θα ήταν δίπλα μου τώρα. Της έκανα πολλά. Ήμουν κάπως ζωηρός. Ένας άντρας για να προχωρήσει, με τα λάθη που έκανα εγώ, χρειαζόταν μια άξια γυναίκα πίσω του, να του δίνει πότε-πότε κανέναν “πάτσο”, να τον φέρνει στα ίσα του όταν λοξοδρομεί. Εκ των υστέρων λες, μα γιατί τα έκανα όλα αυτά; Αναγνωρίζεις ότι δεν άξιζε τον κόπο. Όταν είσαι νέος όμως και βράζει το αίμα σου, δεν το βλέπεις έτσι. Έρχεται η ώρα βέβαια που καταλαγιάζεις και χαλιναγωγείς τα πάθη».
«Ξόδεψα πολλά λεφτά στη ζωή μου. Αν ήμουν έστω τόσο δα τσιγκούνης, θα ήμουν εκατομμυριούχος τώρα. Πέρασαν χιλιάδες λίρες από τα χέρια μου. Η μάνα μου συνήθιζε να λέει “χώμα πιάνεις, γιε μου, χρυσάφι γίνεται”. Δεν είχα όμως μυαλό, τα έτρωγα. Όχι πως το μετάνιωσα δηλαδή. Έβγαινα για ένα ποτό, υπέγραφα τον λογαριασμό και ερχόταν 480 λίρες. «Βρε, πήγες για μια μπύρα…». Με μάλλωνε ο αδερφός μου. Σύχναζα στα μπουζούκια τότε, στο Φαραώ. Έπρεπε όλα τα λουλούδια να πάνε στις τραγουδίστριες. Να κεράσω όλο το κέντρο».
Για μένα που μεγάλωσα στη Λεμεσό, κομβικό σημείο της πόλης ήταν πάντα το θρυλικό Café Pari. Εκεί στη γωνία της Λεωφόρου Μακαρίου, όπου ενηλικιώθηκαν γενιές και γενιές, δόθηκαν τα πιο ρομαντικά ραντεβού και ευοδώθηκαν ένα σωρό υποσχέσεις γάμου. Μέχρι και σήμερα, που η καφετέρια δεν υπάρχει πια, ο κόσμος συνηθίζει ακόμη να λέει ενδεικτικά «στα φώτα του Café Pari». Πίσω από αυτή την κίνηση, που έγραψε ιστορία, βρισκόταν το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Γιώργου Ζένιου. «Όταν ήρθα στην Κύπρο το ’71, όλη η Λεμεσός μαζευόταν στην οδό Γλάδστωνος. Στο Fiesta. Σε σημείο που έκλεινε ο δρόμος. Είχα μυριστεί ότι υπήρχε πολύ χρήμα, προκαλώντας μάλιστα τον ιδιοκτήτη ότι θα ανοίξω κι εγώ ένα καφέ. Μην το κάνεις, μου έλεγε, και θα φας το κεφάλι σου! “Πάμε στοίχημα 50 λίρες;” “Εκατό!” μου λέει εκείνος. Ήταν τότε που είχαν αγοραστεί 240 χιλιάδες τηλεοράσεις για τη σειρά «Κατωθκιόν της Μαδαρής”. Ο κόσμος με ήξερε! Στήσαμε την ταμπέλα με τον τεράστιο πύργο του Άιφελ και καθίσαμε στον απέναντι δρόμο και την καμαρώναμε. Café Paris! Δεν πρόλαβα να το διαβάσω και κατέρευσε το τελικό “s”. Ο Ρουσάκης, που είχε σχεδιάσει τον χώρο, έριξε την ιδέα να το αφήσουμε έτσι. Μας είπαν αγράμματους! Έγινε όμως πατέντα. Χτυπούσα 2000 λίρες τη μέρα και 3000 τα Σαββατοκύριακα. Απίστευτο ποσό για τα δεδομένα της εποχής. Η Γλάδστωνος ήταν πια παρελθόν».
Με ό,τι καταπιάστηκε στη ζωή του έγινε τρομερή επιτυχία. Λες και είχε κάνει συμφωνία με τον Θεό. Δεν είναι πολλοί εκείνοι που ξέρουν ότι έβγαλε λαϊκό δίσκο με τη βοήθεια του Στράτου Διονυσίου. Ζητώ να μάθω για την καριέρα του στην πίστα. «Όλα άρχισαν από ένα ακορντεόν. Το είχα αγοράσει από κάποια μαρκέτα και του έλειπε μάλιστα και ένα πλήκτρο. Έτσι ανακάλυψα ότι είχα ταλέντο στη μουσική. Μπήκα στο Royal Academy of Music και μετά άρχισα να διδάσκω για να βγάλω τα προς το ζην. Τραγουδούσα τα βράδια σε διάφορες εκδηλώσεις. Τον Στράτο τον γνώρισα στο Bloomsbury. Τότε είχε κυκλοφορήσει το τραγούδι του το “Θάρρος”. Βγαίναμε πρώτα εμείς και μετά η φίρμα. Ήρθαν λοιπόν κάποιοι υπεύθυνοι να μου πουν να μην τραγουδήσω το “Θάρρος”, γιατί θα το πει ο Στράτος Διονυσίου. Με όλο το θράσος που με διέκρινε βγήκα και το είπα. Ένιωθα κάποιον από μια γωνιά να με παρακολουθεί στο ημίφως. Ήταν εκείνος. Με φώναξε στο καμαρίνι του και μου πρότεινε να κατέβω μαζί του στην Ελλάδα». Διερωτώμαι τι έμαθε μετά από τόσα χρόνια καριέρας. «Το κοινό πάντα να το σέβεσαι και να το τιμάς. Όσο ψηλά κι αν φτάσεις, να πατάς γερά τα πόδια σου στη γη. Δεν μπορείς να τους γυρνάς την πλάτη. Μην ξεχνάς ότι αυτοί σε πληρώνουν».
Θα άλλαζε κάτι στη ζωή του, εάν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω; «Τη γεύτηκα τη ζωή. Τη χόρτασα. Και δεν θα άλλαζα τίποτα. Έζησα και τον θάνατο και δεν τον φοβάμαι πια. Εξοικειώθηκα μαζί του. Όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή. Φτάνει να φύγουμε όπως πρέπει. Χαρούμενοι. Γεμάτοι. Τελείωσα τη σκηνή μου, παρήγγειλα τον καφέ μου και μετά γονάτισα… Ήταν μια καλή στιγμή για να φύγω. Η περιπέτεια που είχα με την υγεία μου, μετά την ανακοπή, μ’ έκανε να σκέφτομαι την υστεροφημία μου. Το πώς θα ήθελα να με θυμούνται. Δεν θα ήθελα να αφήσω πίσω μου μνησικακίες». Για να ελαφρύνω κάπως την ατμόσφαιρα, ρωτώ εάν πληγώθηκε όταν τον αποκάλεσε η Ellen DeGeneres «old man» στην εκπομπή της. Μου σκάει ένα γοητευτικό χαμόγελο και μου δείχνει μια φωτογραφία στο κινητό του με τον Ομάρ Σαρίφ. Δεκαετία του ’90. Κάθονται οι δυο τους πάνω σε κάτι σκαλιά. «Ωραίος τύπος! Δεν σταματούσε να πειράζει τα κοριτσάκια ούτε στα γεράματα». Φαίνεται η τσαχπινιά στο μάτι του. «”George… όταν έπαιζα το Δρ Ζιβάγκο έρχονταν οι μανάδες και μου ζητούσαν αυτόγραφο για τις κόρες τους. Τώρα έρχονται οι κόρες και μου ζητάνε για τις μανάδες τους!” Έτσι είναι Ομάρ, κάθε τι στον καιρό του». Σκάω στα γέλια και κρατάω αυτή την εικόνα ως την επίγευση μιας όμορφης γνωριμίας με τόσους αστέρες του Χόλυγουντ, μέσα από τον βίο και την πολιτεία του Γιώργου Ζένιου.
Ο Γιώργος Ζένιος πρωταγωνιστεί στο έργο του ΘΟΚ «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» σε σκηνοθεσία Αχιλλέα Γραμματικόπουλου. Τελευταία παράσταση στη Λευκωσία στις 29/7, στο Αμφιθέατρο Μακαρίου Γ’.

