Ο «cool Παντελής», που καθιέρωσε το «μουστάκι» και το έκανε και πάλι μόδα μέσα από το δημοφιλές «MasterChef», μάς αφηγείται τη συναρπαστική ζωή του.
Από τον Αλέξανδρο Πρίφτη
Σχεδόν απίθανο να τον πετύχεις. «Χίλια συγγνώμη bro μου, αλλά δεν τα πάω καλά με το κινητό κι έχω τρεχάματα με τη δουλειά. Ειλικρινά, sorry!», μου είπε κάποια στιγμή με ένα μεγάλο πλατύ χαμόγελο. Ο Παντελής έχει μαεστρικό τρόπο να σε κερδίζει – είναι πολύ άνετος, χύμα άνθρωπος. «Είμαι απλός», μου επιβεβαιώνει.
Προσαρμόστηκες εύκολα, στη νέα σου καθημερινότητα, μετά το «MasterChef»;
Ναι, πολύ. Από την πρώτη ημέρα, έζησα όπως ζούσα και πριν. Είχα καλές εντυπώσεις από το παιχνίδι, το έζησα, πέρασα ωραία και, όταν τελείωσε για εμένα, απόλαυσα και συνεχίζω να ζω τα ωραία πράγματα που μου πρόσφερε. Η αναγνωρισιμότητα, για παράδειγμα, ήταν ένα από αυτά. Με ενθουσίασε το γεγονός ότι, όπου πήγαινα, γινόταν χαμός και λάμβανα -όπως και εξακολουθώ- την αγάπη του κόσμου.
Σε τρόμαξε το ότι έγινες γνωστός από τη μία ημέρα στην άλλη;
Όχι, καθόλου. Μου αρέσει το ότι με αναγνωρίζουν. Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κάλυμνο. Πρέπει να σου πω ότι είναι ένα νησάκι με 7.000 κατοίκους, οι οποίοι ήδη με γνωρίζουν. Από μικρό με ήξεραν, και πλέον είμαι «μορφή» στο νησί (γελάει).

Έχεις γίνει η… μασκότ της Καλύμνου;
Πες το κι έτσι! Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν θα με χαιρετίσει, που δεν θα με σταματήσει να πούμε δύο κουβέντες, να βγάλουμε μία φωτογραφία. Αλλά και ως πιτσιρικάς στην Κάλυμνο είχα καλές σχέσεις με όλους. Με ξέρουν από παιδί και, τώρα, που γύρισα στο νησί, με υποδέχτηκαν με τιμές «ήρωα» σχεδόν. Λες και ήμουν ο πρωθυπουργός ή ένας υπουργός, ή ένας δήμαρχος. Την πρώτη μέρα που επέστρεψα, μετά το παιχνίδι, γνώρισα αποθεωτικές καταστάσεις.
Όπως;
Χειροκροτήματα, βεγγαλικά στον ουρανό, να με αγκαλιάζουν όλοι, να με φιλάνε… Μου έκαναν θερμή υποδοχή! Όλοι οι Καλύμνιοι με στήριξαν πολύ και με αποκαλούν «το καμάρι της Καλύμνου, που μας έβγαλε ασπροπρόσωπους».
Φοβήθηκες, κάποια στιγμή, μήπως χάσεις το μέτρο και «ψωνιστείς»;
Ναι, φοβήθηκα και εξακολουθώ να φοβάμαι, γι’ αυτό θέλω να έχω τον έλεγχο του πράγματος. Πάντως δεν έχω «ψωνιστεί». Κι ούτε θα μου συμβεί, πιστεύω, αυτό το πράγμα. Δεν είμαι αυτός ο τύπος, πατάω στη γη. Προσπαθώ να είμαι ο εαυτός μου, να μην το πάρω πάνω μου. Όμως το να είσαι διάσημος, έχει και αρνητικά πράγματα.
Για παράδειγμα;
Να, το να είσαι πάντα χαμογελαστός, ευδιάθετος, καλοσυνάτος με τον κόσμο, γιατί δεν είναι όλες μου οι στιγμές ίδιες. Άνθρωπος είμαι κι εγώ! Το μόνο που με πειράζει είναι ότι έχει χαθεί η προσωπική μου ζωή.
Έχεις σχέση;
Είχα πριν το παιχνίδι. Όταν βγήκα το τελείωσα γιατί δεν μπορούσα να δώσω σε έναν άνθρωπο, μέσα σε μία σχέση εννοώ, πράγματα που θα έπρεπε να προσφέρω. Βγήκα πολύ πιεσμένος, έχω δύο εστιατόρια τα οποία «τρέχω» εγώ, έχω ευθύνες, βάρη, άγχη… Δεν είμαι σε θέση για σχέσεις και έρωτες. Κάποια στιγμή, όμως, θα ερωτευτώ!
Είπες ότι δεν είσαι υπέρμαχος της αποκλειστικότητας. Εννοούσες ότι είσαι φύσει άπιστος;
Όχι, εννοούσα ότι τώρα δεν μπορώ να αφοσιωθώ σε μία γυναίκα, με την έννοια ότι δεν είμαι έτοιμος για σχέση. Έχω πολλές υποχρεώσεις, όπως σου είπα. Από την άλλη, δεν μου αρέσει να ξοδεύομαι από εδώ κι από ‘κει, κι έτσι προτιμώ να εστιάσω στη δουλειά μου. Μία σχέση προϋποθέτει πράγματα που εγώ δεν μπορώ να προσφέρω, όπως ο χρόνος. Γενικά, όμως, είμαι πιστός ως άνθρωπος. Η σχέση θέλει μοίρασμα και υποχωρήσεις – κι εγώ δεν μπορώ να το κάνω τώρα.
Γιατί;
Γιατί είμαι «παρτάκιας». Και με αυτό εννοώ ότι, τη δεδομένη στιγμή, θέλω να εστιάσω στη δουλειά μου και μόνο. Θέλω να είμαι τίμιος και ειλικρινής, γι’ αυτό λέω ότι τώρα δεν είμαι έτοιμος για μία σχέση.
Το μουστάκι σου έχει γίνει το απόλυτο trend. Σου ζήτησε κάποια γυναίκα να το… ξυρίσεις;
Ναι, μου το είχαν πει, αλλά μουστάκι εγώ δεν ξυρίζω για καμία και κανέναν! Γενικά, μου έλεγαν, «δεν σου πάει», «δεν είναι για σένα», αλλά εγώ δεν χαμπάριαζα. Όποιος θέλει… Μου αρέσει να πειραματίζομαι με το look και την εμφάνισή μου και κάνω ό,τι θέλω. Πολλά παιδιά, πιτσιρικάδες, που με είδαν στο παιχνίδι, άφησαν μουστάκι σαν το δικό μου. Για μένα, το μουστάκι είναι δείγμα λεβεντιάς, ήθους, είναι κιμπάρικο, ωραίο πράγμα. Οπότε, όχι, για καμία γυναίκα δεν θα το ξύριζα!

Πιστεύεις ότι έχεις γνωρίσει τον μεγάλο έρωτα; Έχεις ερωτευτεί πραγματικά;
Νομίζω πως όχι, δεν μου έχει συμβεί ακόμη αυτό. Έχω νιώσει όμορφα, έχω ενθουσιαστεί, έχω περάσει καλά, αλλά ως εκεί. Όταν έρθει η ώρα και αγαπήσω βαθιά, τότε θα ανήκω μόνο σε εκείνη.
Τι μηνύματα δέχεσαι στα social media;
Πολύ όμορφα. Έρχονται ακόμα και σήμερα, μηνύματα αγάπης, στήριξης.
Σε φλερτάρουν; Σου στέλνουν π.χ. γυμνές φωτογραφίες;
Όχι, όχι, δεν λαμβάνω πολλά τέτοια μηνύματα!
Μα, πώς γίνεται αυτό;
Κι όμως, δεν με φλερτάρουν πολύ, ούτε μου στέλνουν περίεργες φωτογραφίες. Κι ευτυχώς, δηλαδή, εδώ που τα λέμε, διότι εμένα μου αρέσει η ανθρώπινη επαφή και όχι η επικοινωνία μέσα από τα κινητά. Για να κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη, όπως είδες, με κυνηγούσες τόσο καιρό… Δεν έχω καλή σχέση με το κινητό μου, δεν είναι η προέκταση του χεριού μου, ούτε είμαι κολλημένος μαζί του. Όταν πάω για φαγητό, για ποτό, για καφέ, προτιμώ να μιλάω με τον άλλον, παρά να παίζω με το κινητό μου, όπως κάνουν τα παιδιά της γενιάς μας. Δυστυχώς, η ανθρώπινη επαφή τείνει να εξαφανιστεί πια. Δεν βρισκόμαστε, προτιμούμε να τα λέμε μέσω τηλεφώνων και social media. Ok, εγώ δεν είμαι έτσι.
Πώς είσαι, δηλαδή;
Όπως σου είπα, μεγάλωσα στην Κάλυμνο, ένα μικρό νησί. Είμαι ο μικρότερος από τα έξι αδέλφια μου. Έζησα σε ένα σπίτι ωραίο, που μαζί με τους γονείς μου, ήμασταν εννέα άτομα. Πάντα υπήρχε κάποιο γλέντι, τραγούδι, χορός, ωραία ατμόσφαιρα. Είχα τα χόμπι μου, το κυνήγι μου, το ψάρεμά μου. Έπαιζα με τους φίλους μου, έκανα βόλτες, έζησα όμορφα παιδικά χρόνια. Στο σπίτι δεν μου έλειψε ποτέ τίποτα. Ο πατέρας μου είναι επιχειρηματίας, έχει αλυσίδα ζαχαροπλαστείων. Είχε χρήματα, αλλά ποτέ δεν μας κακόμαθε. Είχαμε τα βασικά κι από εκεί και πέρα, αν ήθελα κάτι ακόμα, μου έλεγε: «Τι θες, αυτό; Ωραία, πήγαινε να δουλέψεις!». Και είχε πολύ δίκιο. Εγώ τελευταία φορά που πήρα χαρτζιλίκι από τον πατέρα μου, ήταν στα 14 μου. Έκτοτε δούλευα. Πήγα 16 ετών, υποχρεωτικά ολοκλήρωσα την Α’ Λυκείου κι έπειτα, είπα ότι θέλω να πάω σε σχολή μαγειρικής στη Ρόδο. Και πήγα.
Σε άφησαν οι γονείς σου να φύγεις από το σπίτι στα 16, ενώ δεν τελείωσες το σχολείο;
Ναι, με άφησαν, γιατί είδαν ότι αυτό ήθελα να κάνω στη ζωή μου και με στήριξαν. Πήγα σπούδασα στη Ρόδο, και παράλληλα δούλευα. Στα 18 μου, όμως, έπρεπε να πάω στρατό. Πήγα, τελείωσα το φανταριλίκι μου, δούλεψα δύο μήνες και με 800 ευρώ στην τσέπη έφυγα για το Παρίσι. Πήγα «αέρα πατέρα» που λέμε. Δεν ήξερα κανέναν, ούτε πού θα δουλέψω, ούτε πού θα μείνω, ούτε τίποτα. Με το που φτάνω, ανοίγω το google maps για να βρω τον δρόμο μου προς το φτηνό ξενοδοχείο που είχα κλείσει. Βλέπω δίπλα ένα μαγαζί, τύπου μπακάλικο, με φακές, όσπρια και μπήκα να δω τι φάση είναι. Το αφεντικό ήταν Έλληνας. Του είπα την ιστορία μου, τι σπούδασα, πώς ήρθα κι έτυχε να ψάχνει ζαχαροπλάστη. Ξεκίνησα την επόμενη ημέρα. Μου έδωσε και μία σοφίτα για να κοιμάμαι. Ήταν ένα δωματιάκι που ίσα-ίσα χωρούσε το κρεβάτι μου και με το ζόρι μπορούσα να αλλάξω ρούχα. Η δε τουαλέτα ήταν έξω, και ήταν κοινόχρηστη. Επί έναν χρόνο δούλευα 12ωρο, μετά πήγαινα σε σχολείο γαλλικών για να μάθω τη γλώσσα κι αυτό ήταν. Δεν είδα ποτέ το μουσείο του Λούβρου, ούτε τον πύργο του Άιφελ.

Πώς γίνεται αυτό;
Δεν είχα τον χρόνο, δούλευα σαν το σκυλί! Πέρασα μεγάλο ζόρι επί έναν χρόνο. Μετά πήρα αύξηση κι από 900 ευρώ μου έδωσαν 1.400. Έγινα «βασικός» στο μαγαζί. Ύστερα γνώρισα τον Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι και με πήρε προσωπικό του μάγειρα. Αργότερα πήγα σε ένα εστιατόριο, ως μάγειρας, κοντά στον πύργο του Άιφελ, με μισθό 2.500 ευρώ και δύο ρεπό την εβδομάδα. Πολύ καλά ήταν. Από το μηδέν, μέσα σε ένα χρόνο, πάλεψα κι έφτασα ψηλά. Τα κατάφερα μόνος μου και έφτιαξα καλά τη ζωή μου. Θα προχωρούσα κι άλλο…
Γιατί γύρισες στην Ελλάδα;
Επειδή «θυσιάστηκα» για την οικογένειά μου. Με χρειαζόντουσαν πίσω κι έπρεπε να γυρίσω, ώστε να αναλάβω το εστιατόριο που έχουμε στην Κάλυμνο. Εν τω μεταξύ, έγινε το τρομοκρατικό χτύπημα με το Μπατακλάν και το είδα ως αφορμή κι αυτό, ώστε να επιστρέψω. Άφησα την καριέρα μου για να βοηθήσω την οικογένειά μου.
Θα ήθελες να ασχοληθείς με την τηλεόραση;
Να μαγειρεύω σε μία εκπομπή εννοείς; Ναι, θα το έκανα. Γιατί όχι; Πλάκα θα είχε και θα μου άρεσε. Γενικώς, θέλω να περάσω τα μηνύματά μου στον κόσμο.
Τι είδους μηνύματα θες να περάσεις;
Το ότι δεν πρέπει -ό,τι και να σου συμβαίνει- να χάνεις το χαμόγελό σου.
Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε δέκα χρόνια;
Θα ήθελα να έχω παντρευτεί, να έχω κάνει ένα παιδί. Εννοείται να έχω εξελιχθεί επάνω στη δουλειά μου, να έχω καταξιωθεί. Από εκεί κι έπειτα, νομίζω η ολοκλήρωση θα ερχόταν με την οικογένεια. Αυτό θα ήθελα.
Θα ενοχληθείς αν κάποια στιγμή τα φώτα της δημοσιότητας σβήσουν για εσένα;
Όχι, γιατί να στεναχωρηθώ; Αφού δεν τα είχα και πριν. Οπότε, θα συνεχίσω τη ζωή μου και χωρίς αυτά.

