Πρώτα θέλησε να «χορέψει» με την «Κερύνεια» του, σαν άντρας που ‘χει τρελαθεί. Ύστερα γνώρισε «μια θεία στην Αμερική», αλλά δεν ξέχασε ποτέ τα «δυο μέτρα γης πατρίδα» που αγάπησε. Κι έτσι έφτιαξε σιγά-σιγά τα δικά του «Παραμύθια», αποφασίζοντας τελικά να πιάσει σπίτι στον παράδεισο, όταν δεν θα υπάρχουνε «Διόδια».
Της Βασιλικής Ζήνωνος
Έχουμε μιλήσει πολλές φορές για θέματα δουλειάς και καθημερινότητας, για προσωπικούς προβληματισμούς και κοινές ανησυχίες, για μουσική, ποίηση, πολιτική… Και να, που ήρθε επιτέλους η στιγμή για μια τετ α τετ συνέντευξη με τον φίλο Πόλυ Κυριάκου. Τον Κύπριο δημιουργό της «Κερύνειας» και των «Διοδίων». Τον ρομαντικό ποιητή, που μετά από 34 χρόνια διαμονής στη Νέα Υόρκη, εξακολουθεί να θεωρεί την Αμερική «προσωρινό ξενοδοχείο». Θα ήθελε, μου λέει, να μπορούσε να ζήσει στην Κύπρο. Και νιώθει ενοχές που βρίσκεται τόσο πολύ μακριά. Θα την αγαπούσε άραγε το ίδιο, αν δεν έφευγε ποτέ; Το «Αν θέλεις ν’ αγαπήσεις την πατρίδα σου, φύγε απ’ αυτήν», είναι η… αποστομωτική απάντησή του.
Την ερχόμενη Παρασκευή 24 Ιουνίου θα δοθεί στο Σκαλί Αγλαντζιάς μια μεγάλη συναυλία με τίτλο «Από την Κερύνεια ως τα Διόδια». Ο Παντελής Θαλασσινός, η Φωτεινή Βελεσιώτου, η Ευρυδίκη, η Αρετή Κετιμέ, η Ελεάννα Ζεγκίνογλου, η Ευτυχία Μητρίτσα, η Άννα Χρυσάνθου και ο Μάρκος Γιώργατσος θα ερμηνεύσουν τραγούδια του Πόλυ Κυριάκου, ενώ Κύπριοι ηθοποιοί θα απαγγείλουν ποιήματά του. Αυτή η συναυλία ήταν που μας οδήγησε ένα απόγευμα Παρασκευής σ’ ένα χώρο στην παλιά Λευκωσία -την περιοχή όπου μεγάλωσε και κατέγραψε τις πιο γλυκόπικρες αναμνήσεις- να ξετυλίγουμε το νήμα της προσωπικής και επαγγελματικής του διαδρομής, κάνοντας στάση στους σταθμούς που μεσολάβησαν «Απ’ την Κερύνεια ως τα Διόδια»…
Τι έχεις κρατήσει απ’ αυτό το ταξίδι;
Η «Κερύνεια» ήταν ένα από τα πρώτα τραγούδια μου που μελοποιήθηκαν. Τα «Διόδια» μπορεί να μην είναι ένα από τελευταία, αλλά είναι σίγουρα ένα από τα πιο καθοριστικά. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο τραγούδια έκανα πάρα πολλά συναισθηματικά ταξίδια. Γνώρισα ανθρώπους, άκουσα ιστορίες και σιγά-σιγά διαμόρφωσα έναν πολύ ιδιαίτερο κόσμο.
Έναν κόσμο που λέει, τι;
Που έχει σχέση με τη ζωή και τα τραγούδια. Κατάφερα να απλοποιήσω λίγο το πώς αισθάνομαι γι’ αυτό τον έρωτα που λέγεται ποίηση και στίχος. Πλέον ο στόχος δεν είναι το ταξίδι στη δισκογραφία, αλλά μια πιο πνευματική αναζήτηση.

Δηλαδή, τι αναζητάς πλέον γράφοντας στίχους;
Γράφω στίχους και τους κρατώ μέχρι να έρθει η στιγμή που θα νιώσω ότι αυτό τον στίχο πρέπει να τον έχει ένας άνθρωπος. Δεν είναι αυτοσκοπός η δισκογραφία, είναι κάτι άλλο, πιο εσωτερικό.
Κάποτε είχες πει ότι γράφεις στίχους γιατί οι εικόνες της ζωής δεν χωράνε πάντα σε μια φωτογραφία. Ποιες είναι οι πιο σημαντικές εικόνες της δικής σου ζωής;
Άλλες είναι ιστορικές, άλλες βαθιά προσωπικές κι άλλες μικροσκοπικές λεπτομέρειες, όμως πάρα πολύ σημαντικές για μένα. Μια εικόνα είναι ο πατέρας μου. Ένας βαθιά ερωτικός άνθρωπος, τον οποίο δυστυχώς δεν είχα τη χαρά να ζήσω αρκετά γιατί μας εγκατέλειψε όταν ήμουν τεσσάρων χρονών. Μου έλειψε τόσο πολύ η παρουσία του, που θα κουβαλάω αυτό το παράπονο μέχρι να πεθάνω. Προσπάθησα πολλές φορές να τον σκιαγραφήσω, αλλά το μόνο που κατάφερα να γράψω ήταν μια πρόταση: Κι εσύ, λοιπόν, αλήτη, πες πως τραβάς απ’ τα μαλλιά την κάθε μέρα. Αυτός ήταν ο πατέρας μου.
Έχεις γράψει, όμως, στίχους για τη μητέρα σου…
Τους ήρωες τους καταγράφεις διαφορετικά. Η μητέρα μου ήταν μια γυναίκα που άξιζε για 100 άντρες. Ήταν ο άνθρωπος που με έμαθε να αγαπώ, να σέβομαι, να εκτιμώ και να είμαι υπερήφανος με όσα πολλά ή λίγα έχω είτε στην τσέπη μου είτε στην ψυχή μου. Ήταν μια γυναίκα που εκείνα τα δύσκολα χρόνια, με οικονομικές συνθήκες πολύ πιο τραγικές από τις σημερινές, ήξερε να παλεύει σαν θεριό. Μαζί της, τα κενά και οι χαραμάδες της ζωής γέμιζαν πάντα από αγάπη. Και, ναι, της έχω γράψει ποιήματα γιατί θαρρώ είναι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσω μαζί της, τώρα που δεν είναι πια εδώ.

Πόσο εύκολα, αλήθεια, έρχεται η έμπνευση για ένα στίχο;
Υπάρχει η στιγμή. Κι άμα θέλει η στιγμή, καλώς. Άμα δεν θέλει, πάλι καλώς. Η έμπνευση έρχεται παρακολουθώντας τους ανθρώπους. Πόσο φτωχοί ή πόσο πλούσιοι είναι συναισθηματικά. Λειτουργώ πολύ με τη φαντασία μου. Πλάθω ιστορίες που θα μπορούσαν να συμβούν και στην πραγματικότητα. Καμιά φορά, βέβαια, η υπερβολή βοηθάει στο να στείλεις ένα πιο έντονο μήνυμα, αλλά συνήθως γράφω αρκετά ρεαλιστικά.
Κάπως έτσι γράφτηκαν και τα «Διόδια»;
Τα «Διόδια» γράφτηκαν ένα απόγευμα Πέμπτης, αν θυμάμαι καλά. Οδηγώντας στην οδό Steinway της Astoria, ένα δρόμο γεμάτο από ανθρώπους δεκάδων εθνικοτήτων, ένιωσα την ανάγκη να πω μια προσευχή για όλο τον κόσμο, χωρίς φυλετικές διακρίσεις, χωρίς θρησκείες, με την αγάπη σαν τον μοναδικό και απόλυτο συνδετικό κρίκο. Ένιωσα την ανάγκη να απλώσω το χέρι μου, να αγκαλιάσω τους ανθρώπους έντονα, δυνατά. Σταμάτησα το αυτοκίνητο, πήρα μολύβι και χαρτί, το ολοκλήρωσα μέσα σε μερικά λεπτά κι έφυγα για το σπίτι μου. Όπως το έγραψα εκείνη τη στιγμή έτσι έμεινε, δεν άλλαξε ούτε λέξη. Νομίζω ήταν η σωστή στιγμή.
Περίμενες, όμως, ότι θα συναντούσε τόσο μεγάλη αποδοχή από τον κόσμο;
Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα την αποδοχή του σε αυτό τον βαθμό. Πιστεύω ότι τα «Διόδια» αγαπήθηκαν ίσως γιατί «καταθέτουν» την καλοσύνη του ανθρώπου για τον άνθρωπο. Μια καλοσύνη που δύσκολα ομολογείται. Δεν μιλάμε σήμερα κατ’ αυτόν τον τρόπο. Δεν «τολμάμε» να εκφραστούμε έτσι. Κι όταν κάποιος τολμά να «ξεγυμνώνεται» τόσο άμεσα, σαν σε προσευχή, τότε ταυτιζόμαστε… Επάξια, όμως, εύσημα ανήκουν στο συνθέτη και ερμηνευτή των «Διοδίων», τον Σταύρο Σιόλα, ο οποίος συνταξίδεψε μαζί μου δυο ολόκληρους δίσκους. Εύσημα φυσικά, και στη Φωτεινή Βελεσιώτου, η οποία με τη φωνή και την παρουσία της δυνάμωσε ακόμα πιο πολύ το συναίσθημα που κουβαλά αυτό το τραγούδι.

Τελικά, πώς πιάνει κάποιος σπίτι στον παράδεισο;
Με την αλήθεια του. Οι δυσκολίες είναι αυτές που δείχνουν τον δρόμο για να γινόμαστε καλύτεροι. «Δεν είναι πρόβλημα η ζωή. Το πρόβλημα είναι ζωή».
«Κανένας δεν ξεφεύγει απ’ την αγάπη», λες σ’ ένα απ’ τα τραγούδια σου. Το πιστεύεις, αλήθεια, αυτό;
Ναι, και είναι ευτύχημα που κανένας δεν ξεφεύγει απ’ την αγάπη. Αν δεν υπήρχε η αγάπη ανάμεσά μας θα ήμασταν εκατόν φορές πιο πρωτόγονοι.
…Στην πορεία της κουβέντας μας, ο Πόλυς θα μου πει πως ο ίδιος αγαπάει κάθε μέρα και πλάθει με την ίδια συχνότητα το δικό του παραμύθι. Ποιο είναι αυτό; Το να συγχωρεί τους ανθρώπους και να ελπίζει. «Διότι οι άνθρωποι είναι μικρά παιδιά που επαναλαμβάνουν συνεχώς τα λάθη τους και χρειάζονται καθημερινά συγχώρεση για να μπορούν να συνεχίζουν». Και καθώς περπατάμε στα στενά δρομάκια της παλιάς Λευκωσίας, θυμάται το σχολείο του, το Δημοτικό του Αγίου Κασσιανού και φέρνει στο μυαλό εικόνες από τη μαθητική του ζωή. Τότε που ξεκινούσε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα και τον πιάνει πάλι η νοσταλγία της μόνιμης επιστροφής στην αγαπημένη του Κύπρο. «Είμαι τυχερός, γιατί γνωρίζω έναν τόπο που λέγεται Κύπρος κι έναν τόπο που λέγεται Ελλάδα. Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζει κάποιος αυτούς τους δύο σταθμούς και να επιλέξει να ζει μόνιμα σε μια τρίτη χώρα;». Κι ύστερα βλέπει το συρματόπλεγμα στην πράσινη γραμμή και θυμώνει. Τον πιάνει το παράπονο για όλους εμάς που ζούμε σ’ αυτή τη χώρα κι έχουμε «συνηθίσει», όπως λέει, την κατοχή. «Μπορεί αν ζούσα κι εγώ εδώ, το ίδιο να έκανα. Παρακολουθώ, όμως, χρόνια τους Κύπριους που ζουν στο εξωτερικό και βλέπω τη μεγάλη προσπάθεια που κάνουν για να βοηθήσουν την υπόθεση της Κύπρου. Περισσότερη σημασία για μένα έχει η προσπάθεια παρά η επιτυχία της προσπάθειας. Νιώθω, λοιπόν, ότι η προσπάθεια από εδώ δεν ήταν αρκετή. Ίσως γιατί η καθημερινότητα έχει σκοτώσει τη νοσταλγία». Ίσως, γι’ αυτό -κατά βάθος- ο ίδιος επιλέγει να παραμένει ένας νοσταλγός των δυο μέτρων γης που αγάπησε και να συνεχίζει να στέλνει τα δικά του μηνύματα, μέσα από ποιήματα και τραγούδια. Τον αφήνω με αυτή την πικρή νοσταλγία και ανανεώνω το ραντεβού μου μαζί του, την ερχόμενη Παρασκευή στο Σκαλί Αγλαντζιάς, για να τραγουδήσουμε παρέα κάθε σταθμό της προσωπικής του διαδρομής, «Απ’ την Κερύνεια ως τα Διόδια».

