Της Νταϊάνας Αζά
Είναι ένας χώρος χωρίς ταμπέλα. Δεν υπάρχει όριο ηλικίας, δεν υπάρχει «αστυνομία μόδας» και δεν είναι κοκτέιλ-μπαρ. Ίσως και αυτό να είναι ο λόγος που όλη η Κύπρος συζητά για το Μαντάμ, το μπαρ που έδωσε στην Πλατεία Ηρώων ξανά ζωή, αποκαλύπτοντας την κρυμμένη για δεκαετίες ομορφιά της.

Η πρόκληση για τον ιδιοκτήτη του, Στέφανο Αθανασίου, δεν ήταν να «μεταμορφώσει» μια κακόφημη πλατεία. «Ήθελα να φέρω τον κόσμο σε μια πλατεία εμπορικά στεγνή, μια πλατεία που πλέον δεν ήταν πέρασμα. Ήθελα ο κόσμος να δει τη μαγεία της». Και τα κατάφερε. Με την αισθητική του χώρου, τη μουσική, το φαγητό και φυσικά, τα κοκτέιλ του, να διαφέρουν από ό,τι έχουμε δει στη Λεμεσό μέχρι σήμερα.

Ως ένας από τους πιο ταλαντούχους bartenders του νησιού, ο Στέφανος συμμετείχε σε δεκάδες διαγωνισμούς στο εξωτερικό, ανεβαίνοντας στο βάθρο και κερδίζοντας σημαντικές διακρίσεις. «Πέρα από τα κρύα ντους που έχω φάει στους πρώτους διαγωνισμούς τους οποίους έχω λάβει μέρος με όλη την ματαιοδοξία που με διακατείχε, η πιο σημαντική εμπειρία ήταν στον τελικό του Dons of Tequila στο Μεξικό, ευρισκόμενος στο βάθρο ανάμεσα στους πέντε φιναλίστ απ’ όλο τον κόσμο!».
Ποια θεωρείς ως την πιο σημαντική στιγμή στην επαγγελματική σου πορεία;
Η απόφασή μου για στροφή στην καριέρα μου. Άφησα την τεχνολογία τροφίμων και αφιερώθηκα στον τομέα της φιλοξενίας. Δύσκολη απόφαση για την δεδομένη στιγμή έχοντας υπόψη το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και όλη την επαγγελματική αβεβαιότητα που επικρατεί μέχρι και αυτή τη στιγμή.
Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί το Μαντάμ από τα υπόλοιπα στέκια της πόλης; Πώς καταφέρατε να φτιάξετε ένα χώρο για τον οποία να συζητούν σε ολόκληρη την Κύπρο;
Το Μαντάμ είναι το πρώτο μου εγχείρημα ως επιχειρηματίας. Δεν έχω το ξεκινήσει έχοντας κατά νου ότι θα κάνω κάτι το διαφορετικό. Πάντα σε συνδυασμό απόψεων δικών μου, και των αγαπητών μου συνεργατών, έχουμε δημιουργήσει ένα χώρο που να ικανοποιεί τις ανάγκες των πελατών μας, χωρίς να παρεκκλίνει από τα δικά μας γούστα. Η αισθητική του χώρου, το φαγητό, η μουσική και το ποτό είναι σχεδιασμένα με τέτοιο τρόπο που να μας δημιουργούν την αίσθηση της ευχαρίστησης και ευφορίας. Εξίσου σημαντικό είναι ότι ακούμε τους πελάτες μας και βελτιωνόμαστε. Έχουμε δημιουργήσει ένα χώρο χωρίς ταμπέλα. Δεν υπάρχει όριο ηλικίας, δεν υπάρχει αστυνομία μόδας, δεν είμαστε κοκτέιλ-μπαρ. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που το μαγαζί συζητείται τόσο πολύ.
Πού σύχναζε η δική σου γενιά; Ποιο μπαρ/καφέ/εστιατόριο που δεν υπάρχει πια σου έχει λείψει;
Η δική μου γενιά, κατά τα εφηβικά χρόνια, σύχναζε στα bowling clubs της εποχής, στα ίντερνετ καφέ, στα σφαιριστήρια και στα σινεμά. Ακολούθως σε πιο μεγάλες ηλικίες στην τουριστική περιοχή της Λεμεσού. Μεταγενέστερα το νυχτερινό κέντρο μετατοπίστηκε στην παλιά πόλη. Ένα μπαρ καφέ για το οποίο θα έλεγα ότι μου έχει λείψει είναι το 127. Ήταν ένας χώρος στον οποίο εργάστηκα σε όλες του του τις φάσεις, φάσεις άνθησης και φθοράς, ένας χώρος συνάντησης για κόσμο με διαφορετικούς ορίζοντες. Ενα ακόμη εστιατόριο για το οποίο θα έλεγα ότι μου έχει λείψει είναι το two4eight, που μπορεί να μη μετρούσε πολλά χρόνια λειτουργίας, αλλά έκλεισε πρόωρα.
Μπορούσες να φανταστείς πριν από 20 χρόνια πως η Πλατεία Ηρώων θα αποκτούσε τον χαρακτήρα που έχει σήμερα;
Πριν από 20 χρόνια δεν θα μπορούσα να φανταστώ καν ότι θα ήμουν ιδιοκτήτης ενός μπαρ. Το μυαλό μου ήταν στα κορίτσια και στο μπάσκετ… Εάν κατεβαίναμε με τα ποδήλατα στην πλατεία το απόγευμα, ήταν από περιέργεια και στα κλεφτά.
Ήταν πρόκληση για εσένα η δραστηριοποίηση σε μια άλλοτε κακόφημη περιοχή;
Ήταν κακόφημη για την πουριτανική κοινωνία της εποχής. Μέσα από τα λόγια των κατοίκων που κάθονται στις βεράντες τους βλέποντας ειδήσεις και σαπουνόπερες. Στην πραγματικότητα, απ’ όσα φυσικά άκουσα τα τελευταία χρόνια που βρίσκομαι στη γειτονία, η πλατεία Ηρώων ήταν μια περιοχή που έσφυζε από ζωή. Κατακλυσμένη από κόσμο και οικογένειες από νωρίς το απόγευμα μέχρι τις πρωινές ώρες. Ή πρόκληση, λοιπόν, για μένα δεν ήταν η κακόφημη πλατεία, αφού η πλατεία είναι μαγική! Η πρόκληση για μένα ήταν να καταφέρω να φέρω τον κόσμο σε μια πλατεία εμπορικά στεγνή, στην πλατεία που πλέον δεν ήταν πέρασμα. ‘Ήθελα ο κόσμος να δει τη μαγεία της.
Τι είναι το πρώτο πράγμα που κάνεις μόλις ξυπνήσεις;
Κάθε πρωί έχω κάτι να κάνω, λίγα έως πολλά πράγματα. Φυσικά ό,τι και να είναι, αυτό γίνεται με ένα συναίσθημα ανεμελιάς και ευχαρίστησης. Δεν μου αρέσει να με πιέζει ο χρόνος. Άλλωστε, είναι και ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο επέλεξα και τη δουλειά που κάνω. Το δικό μου οχτάωρο ξεκινά αργά το απόγευμα. Πολύς κόσμος έχει την απορία πώς μπορώ να διατηρώ αυτό το τέμπο. Θέλει χρόνια εξάσκησης στη διαχείριση καταστάσεων «μπάρτεντινγκ».

Είσαι από αυτούς που επαναλαμβάνουν πως η Λεμεσός υπερτερεί από τις υπόλοιπες πόλεις;
Είμαι ένας από τους ανθρώπους που λέει ότι η Λεμεσός υπερτερεί από τις υπόλοιπες πόλεις και όχι μόνο της Κύπρου. Όπου και να βρίσκομαι θέλω να επιστρέψω. Πρώτος και κύριος λόγος είναι επειδή η Λεμεσός είναι ο χώρος στον οποίο ξέρω να κινούμαι και να λειτουργώ άνετα, εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα.
Στην Λεμεσό κάποιος ζει τη ζωή ενός «μίλιονερ» χωρίς να είναι. Δεν απαιτεί ιδιαίτερο προγραμματισμό για να πας ένα πρωινό για μπάνιο στην κοντινότερη παραλία, δεν χρειάζεται πολύς προγραμματισμός για πας μια βόλτα για skate στο παραλιακό μέτωπο. Οι επιλογές που σου προσφέρει είναι αρκετές για να γεμίζεις όλες σου τις ώρες. Η πόλη βελτιώνεται γοργά είτε με ιδιωτικές πρωτοβουλίες είτε από Δημόσια σχέδια ανάπτυξης. Όσο αφορά τις δεύτερες, θα έλεγα ότι οι είναι σε πολύ καλό δρόμο, όπως άλλωστε φαίνεται. Με μοναδικό, ίσως όμως και το σημαντικότερο πρόβλημα, την συντήρηση όλων αυτών των έργων.
Οι άνθρωποί της διαφέρουν;
Ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού είναι κόσμος από το εξωτερικό που ζει και εργάζεται στη Λεμεσό. Σας διαβεβαιώνω ότι αυτός ο κόσμος ξέρει να απολαύσει καλύτερα απ΄ όλους τα πλεονεκτήματα αυτής της πόλης. Οπότε ο Λεμεσιανός θεωρώ ότι είναι οποιοσδήποτε ζει εδώ και ξέρει να απολαύσει τα αγαθά που του προσφέρει. Γιατί την τελική Λεμεσιανός δεν είναι μόνο αυτός που είχε τον παππού και την γιαγιά του από αυτή την πόλη.

Τα βλέπουν τα δικά σου μάτια όταν την περπατάς;
Όταν περπατώ στο κέντρο της πόλης βλέπουν μια ρομαντική ιστορία και ανατρέχω στο παρελθόν. Νεοκλασικά, κόσμος, το παζάρι, χαμόγελα, μαγαζάτορες που βρίσκονται στον χώρο εργασίας τους αλλά ξαφνικά, ΜΠΑΜ! Λερωμένη πόλη, πρόβλημα συντήρησης, αυτοκίνητα παρκαρισμένα παντού, οι παλιές επιχειρήσεις έχουν διωχθεί, καθόλου κόσμος να κινείται στο κέντρο πέραν από αυτούς που έχουν δουλειά στο Δημαρχείο. Στη Λεμεσό ζεις με ένα συνεχές κόντραστ συναισθημάτων.
Ποιους ήχους ακούς και ποιες μυρωδιές νιώθεις όταν βρίσκεσαι στην παλιά πόλη;
Όταν περπατώ στην πόλη θα ήθελα να μυρίζω φρεσκοαλεσμένους καφέδες και να ακούω τις συζητήσεις στα καφενεία σαν όμορφο βουητό και όλο αυτό το ήρεμο φάσμα να σπάζει από το υψηλόφωνο προσκάλεσμα του έμπορα που φωνάζει μεσα απο το παντοπουλείο για να αγοράσεις τα καλούδια του. Καλύτερα να μη μιλήσω όμως για την πραγματικότητα…

Αν η πόλη σου ήταν ποτό, ποιο κοκτέιλ θα ήταν;
Θα έλεγα ότι είναι ένα κλασσικό Νεγκρόνι. Ενα πικρό ποτό που… γλυκοπατά, θα έλεγε ένας φίλος οινοχόος. Ο εθισμός σε αυτό είναι σύνηθες φαινόμενο. Το Νεγκρόνι πρέπει να το δοκιμάσεις τουλάχιστον 10 φορές πριν αποφασίσεις αν σου αρέσει. Αλκοολικό ποτό, με μεγάλη πολυπλοκότητα αλλά και ισορροπία.
Αν μετέτρεπες τον εαυτό σου σε κοκτέιλ, τι συστατικά θα χρησιμοποιούσες;
Το κοκτέιλ είναι ένα σύνολο συστατικών. Τα συστατικά είναι μια ομάδα και το κάθε ένα έχει ισάξιο ρόλο για την επιτυχία ενός κοκτέιλ. Το κάθε κοκτέιλ απευθύνεται σε διαφορετικό κόσμο με διαφορετικές προτιμήσεις. Δεν θα ήμουν ποτέ ένα συγκεκριμένο κοκτέιλ, αν θα επέλεγα όμως ένα σημαντικό συστατικό, ίσως να επέλεγα το σημαντικότερο, το νερό.

