HomeCELEBRITIESΓιάννης Διονυσίου: Η «μεγαλύτερη λαϊκή φωνή της σύγχρονης εποχής» είναι ο Κύπριος ερμηνευτής από την Περιστερώνα

Γιάννης Διονυσίου: Η «μεγαλύτερη λαϊκή φωνή της σύγχρονης εποχής» είναι ο Κύπριος ερμηνευτής από την Περιστερώνα

Αυτός που η Ελλάδα ονομάζει ως τη «μεγαλύτερη λαϊκή φωνή της σύγχρονης εποχής» είναι ο Κύπριος ερμηνευτής Γιάννης Διονυσίου. Ένας κανονικός νέος άνθρωπος της γενιάς του, που είτε τον ακούς να ερμηνεύει βυζαντινή μουσική είτε το λαϊκό τραγούδι, η εικόνα που εμφανίζεται μπροστά στα μάτια σου είναι πάντα η ίδια: ένας μετεωρίτης που πέφτει πάνω σε μια θάλασσα.

Από την Τάνια Νεοκλέους

Φωτογραφίες: Λάμπρος Καζάν

 Πάντα αυτό σε θυμάσαι να κάνεις; Να τραγουδάς;

Ναι. Μάλιστα, η πρώτη μνήμη που έχω με μένα να τραγουδώ μπροστά από κόσμο ήταν στο νηπιαγωγείο, όταν στην τελική γιορτή της προδημοτικής βγήκα και τραγούδησα σόλο τη «Βράκα». Έχω μάλιστα και μια φωτογραφία από εκείνη την ημέρα, να είμαι ντυμένος με την παραδοσιακή στολή του βρακά, ένα παιδί πέντε χρονών, να στέκομαι πάνω στη σκηνή με το μικρόφωνο και να το τραγουδώ. Σε εκείνη περίπου την ηλικία ήταν που ξεκίνησα και τα μαθήματα πιάνου.

Ήταν μια επιθυμία που είχες ο ίδιος;

Ήταν μια ενασχόληση που ξεκινήσαμε εγώ και η αδερφή μου από πολύ μικρή ηλικία, εξαιτίας της μητέρας μας, η οποία ήταν καθηγήτρια πιάνου σε αρχάριους. Επομένως, αφορμή για να ασχοληθούμε και οι δυο μας με τη μουσική ήταν ουσιαστικά η μάνα μας, η οποία μας έκανε μαθήματα στο πιάνο που είχαμε στο σπίτι. Το έβλεπα κάπως σαν παιχνίδι όσο ήμουνα παιδί, ενώ όταν τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν άλλαξα δασκάλα, γιατί ούτε η μάνα μου άντεχε να με διδάσκει.

Μεγάλωσες στην Περιστερώνα της επαρχίας Λευκωσίας. Πώς θυμάσαι τα παιδικά σου χρόνια στο χωριό;

Μια έντονη ανάμνηση που μου έρχεται στο μυαλό όταν ανατρέχω στην παιδική μου ηλικία, είναι το παλιό μας σπίτι, όπου μέναμε όλη η οικογένεια. Εκεί ζούσε η γιαγιά, η θεία, η αδερφή, η μάνα. Μια πολύ έντονη φιγούρα της παιδικής μου ηλικίας, ήταν η γιαγιά μου η Λούλλα, η οποία έφυγε πριν από λίγα χρόνια σε μεγάλη ηλικία. Ήταν το πρόσωπο που ουσιαστικά μας φρόντιζε, γιατί η μάνα μου έλειπε στη δουλειά. Ήταν μια πολύ δυνατή προσωπικότητα και στο σπίτι αλλά και στην επιρροή που είχε στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου.

1b1a8142 (5)

Τι μουσικές θυμάσαι να ακούγονται στο σπίτι σου εκείνα τα χρόνια;

Όσο παράξενο κι αν ακουστεί, στο σπίτι μας δεν βάζαμε και πολύ να ακούσουμε μουσική, αλλά περισσότερο ακούγαμε ραδιόφωνο και συγκεκριμένα το Τρίτο Πρόγραμμα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το πρωί να ακούμε τις ειδήσεις και στα ενδιάμεσα τα τραγούδια που έπαιζαν. Μεσημέρι σταθερά ακούγαμε τον Κώστα Σωτηρόπουλο και μόλις τελείωνε η εκπομπή του, έκλεινε και το ραδιόφωνο και άνοιγε ξανά το απόγευμα. Εντάξει, μετά που μπήκε η αδερφή μου στην εφηβεία, κάπως άλλαξε το σκηνικό. Ήταν η εποχή της κασέτας και του cd και τη θυμάμαι να φτιάχνει κασέτες με Τρύπες, Πυξ Λαξ, Δεληβοριά, Μαχαιρίτσα, Κίτρινα Ποδήλατα αλλά και με αρκετό ξένο ροκ, Metallica, Led Zepelin, Pink Floyd, τέτοια πράγματα. Αυτά τα άκουγα και εγώ και μπορώ να πω ότι μου άρεσαν, όπως μου άρεσε και το λαϊκό τραγούδι. Κάτι που θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά, ήταν στα χρόνια του Λυκείου, όταν ανακάλυψα ένα δισκάδικο που βρισκόταν μεταξύ Πλατείας Σολωμού και Πλατείας Ελευθερίας. Ήταν το σημείο που μας κατέβαζε το λεωφορείο από το χωριό, για να πάμε μετά με τα πόδια στο Παγκύπριο. Περνώντας από εκείνο το μαγαζί, έπεσα πάνω σε ένα διπλό cd του Καζαντζίδη, το οποίο έκανε θυμάμαι 20 λίρες. Είχα φυλάξει κάποια χρήματα και είπα θα το αγοράσω. Ακούγοντάς το, έπαθα την πλάκα μου.

Ήταν αυτός ο λόγος που και ο ίδιος άρχισες να ασχολείσαι με το λαϊκό τραγούδι;

Ήταν ένας από τους λόγους. Η αιτία, νομίζω, να ασχοληθώ πιο βαθιά με τη λαϊκή μουσική, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι ασχολιόμουν με τη βυζαντινή μουσική από δέκα χρονών αλλά και με την παραδοσιακή μουσική, μέσα από τη συμμετοχή μου στη Νεανική Χορωδία Παραδοσιακής Μουσικής που τότε είχε μόλις πρωτοξεκινήσει στην Περιστερώνα ο Σύμης Σουκιούρογλου. Όταν στη συνέχεια μπήκα στο Μουσικό Σχολείο και δημιουργήσαμε κάποια σχήματα, όπως τους Νεορεμπέτες με τον καθηγητή μας, Χρίστο Χριστοφόρου και πήγαμε και σε κάποιους μουσικούς αγώνες στην Ελλάδα και την Κύπρο, εκεί ουσιαστικά άρχισα να ασχολούμαι πιο πολύ με τη λαϊκή μουσική και το ρεμπέτικο.

Τελειώνεις τον στρατό, πας στη Θεσσαλονίκη να σπουδάσεις και δεν επιστρέφεις ποτέ πίσω. Πώς ήταν για σένα από ένα μικρό χωριό της Λευκωσίας να ξυπνάς ένα πρωί σε μια μεγαλούπολη;

Ήταν ένα σοκ, όπως και να το δεις, γιατί αρχικά έπρεπε να μάθω πώς να επιβιώνω σε μια άλλη χώρα. Οι ρυθμοί ήταν πολύ διαφορετικοί, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να συνειδητοποιήσω ότι το διαμέρισμα στο οποίο βρέθηκα να ζω στα 20 μου, ήταν πλέον το σπίτι μου. Τότε συγκατοικούσαμε μαζί με τον κολλητό μου, ο οποίος συμπτωματικά πέρασε και αυτός στη Θεσσαλονίκη και έτσι είχαμε δημιουργήσει, μαζί και με άλλους φίλους μας, τον δικό μας μικρόκοσμο. Προσπαθούσαμε να μην είμαστε τόσο πολύ κλίκα με τους Κυπραίους, τους πολλούς, που συνήθως αυτό συμβαίνει, γιατί θέλαμε να γνωρίσουμε και άλλους ανθρώπους αλλά και να καταλάβουμε και λίγο πώς λειτουργεί η Ελλάδα.

Για τον εαυτό σου τι ανακάλυψες φεύγοντας από την Κύπρο;

Ένα πολύ μεγάλο μέρος του εαυτού μου το ανακάλυψα όταν έφυγα, ίσως επειδή και ο καθένας μας το κάνει αυτό, όταν βρεθεί μακριά από το σπίτι του και κληθεί να αναλάβει τις ευθύνες της δικής του ζωής. Στη Θεσσαλονίκη κατάφερα να δω πιο καθαρά τις αντοχές, τα θέλω, τις δυνάμεις, τις αδυναμίες μου. Όλα φαίνονται πιο έντονα όταν φεύγεις από το σπίτι σου, οπότε με τα εφόδια που έχεις καλείσαι να πορευτείς πλέον στη ζωή, όπως εσύ αποφασίσεις.

Ήταν εκείνη την περίοδο που ξεκίνησες να κάνεις και τα πρώτα σου λάιβ ως μουσικός;

Ήταν στο δεύτερο έτος. Όταν πήγα να σπουδάσω, ήταν λες και μου ανοίχτηκε ένας καινούριος κόσμος μέσα από το πανεπιστήμιο αλλά και μέσα από τους μουσικούς που είχα την ευκαιρία να ανακαλύψω. Κάποια πράγματα, τα έβλεπα για πρώτη φορά να συμβαίνουν. Δηλαδή, ανθρώπους στην ηλικία που ήμουν εγώ, να παίζουν παραδοσιακό κλαρίνο, κανονάκι ή νέυ για παράδειγμα. Με κάποιους συμφοιτητές, οι οποίοι έγιναν και φίλοι, δημιουργήσαμε διάφορα σχήματα και χωρίς να μας ενδιαφέρει και πολύ το οικονομικό κέρδος, παίζαμε σε καφενεία, σε ταβερνάκια, περνούσαμε ρεπερτόριο, μαθαίναμε καινούρια τραγούδια, μελετούσαμε, κάναμε πρόβες.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ταλαντούχων καλλιτεχνών, εσύ κατάφερες να ξεχωρίσεις. Ποιος ήταν εκείνος που σε «ανακάλυψε»;

Νομίζω το θέατρο. Όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο, βρέθηκα σε μια ακρόαση βοηθητικών ηθοποιών για μια θεατρική παράσταση, που θα ανέβαινε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία Σοφίας Σπυράτου. Πέρασα στην ακρόαση, ενώ μετά από εκείνη την παράσταση, η σκηνοθέτρια μού πρότεινε να συνεργαστούμε και την επόμενη χρονιά, σε ένα έργο που θα ανέβαζε για το ίδιο θέατρο. Οπότε, θεωρώ ότι ίσως μέσα από το θέατρο με είδε και με άκουσε πιο πολύς κόσμος, διότι μιλάμε για παραστάσεις, οι οποίες κράτησαν για δύο σεζόν και γέμιζαν το θέατρο με 600 θέσεις κάθε βράδυ. Τότε ήμουν 23 χρονών.

Πώς αντιλαμβανόσουν αυτό που συνέβαινε;

Στην αρχή προσπαθούσα να το διαχειριστώ, διότι ήταν και ο ρόλος μου τέτοιος, που τραγουδούσα και έψαλλα μόνος μου, οπότε ήξερα ότι αναγκαστικά είχα όλα τα βλέμματα πάνω μου. Δεν σου κρύβω ότι λίγο τα έχασα στην αρχή, στην προσπάθειά μου να διαχειριστώ όλη αυτή την ξαφνική προβολή.

Κάποια στιγμή στα 25 σου βρέθηκες και στο σπίτι του Θεοδωράκη.

Έγινε και αυτό. Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία να πας στο σπίτι του Θεοδωράκη και να σε ακούσει και να σου μιλήσει για εκείνο που άκουσε. Αφορούσε μια συνεργασία για μια παράσταση που τελικά δεν έγινε, αλλά πάλι, μόνο και μόνο που βρέθηκα εκεί και μιλήσαμε και με άκουσε, για μένα ήταν κάτι το πολύ συγκινητικό.

Σου έδωσε κάποια συμβουλή;

Το μόνο που θυμάμαι ότι μου είπε ήταν «Μείνε όπως είσαι. Μην αλλάξεις με το πέρασμα των χρόνων, μην χαλάσεις, μην βρωμίσεις». Γιατί, εντάξει, έχει το συνάφι μας διάφορα. Είναι πολύ εύκολο να ξεφύγεις με την προβολή και τα λόγια και να νομίζεις ότι είσαι κάποιος.

D85 6640 1 (6)

Σήμερα στους κύκλους των μουσικών κουβαλάς τον τίτλο του πιο ελπιδοφόρου ερμηνευτή της νέας γενιάς. Αυτό πώς αντανακλά σε σένα;

Σίγουρα είναι ωραίο να ακούγεται, όμως η αλήθεια είναι ότι εγώ θεωρώ ότι είμαι ακόμα στην αρχή. Δεν πιστεύω ότι έκανα κάτι το πάρα πολύ σημαντικό, γιατί για μένα η αξία ενός καλλιτέχνη φαίνεται πάνω στην κατάθεση του έργου του. Και μένα αυτός είναι ο βασικός μου στόχος. Το να μπορώ να δισκογραφώ. Να κάνω καινούρια τραγούδια.

Ένα μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου στο οποίο επικεντρώνεσαι ως ερμηνευτής αφορά το λαϊκό τραγούδι. Τι είναι για σένα;

Ένας τρόπος έκφρασης. Δικής μου. Είναι ένα είδος που κρύβει μια αλήθεια και μια ανεπανάληπτη αμεσότητα, η οποία απουσιάζει συνήθως από τον πιο λόγιο στίχο ή την πιο έντεχνη μουσική. Το λαϊκό τραγούδι δεν σου αφήνει το περιθώριο δεύτερης ανάγνωσης. Αυτό που ακούς, αυτό είναι. Το πάντρεμα στίχου – μουσικής σού μένει κατευθείαν. Έστω και με μια πρώτη ακρόαση, το ρεφρέν θα το ξανατραγουδήσεις μόνος σου μετά, αν εκείνο που άκουσες το αισθάνεσαι και εσύ ή σου συνέβη. Βγαίνει μέσα από τη ζωή, μέσα από καθημερινά και πιο πρακτικά πράγματα, όπως είναι η φτώχεια, ο έρωτας, η απόρριψη, η αγάπη, η ξενιτειά, η μετανάστευση κτλ.

Από τι υλικά χτίζεται σήμερα ένας λαϊκός τραγουδιστής;

Τα ακούσματα που έχει ο καθένας θεωρώ ότι παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην πορεία και την εξέλιξη ενός τραγουδιστή-μουσικού. Επίσης, σημαντικά είναι η έρευνα και η μελέτη των παλαιότερων τραγουδιστών του είδους -χωρίς, όμως, να προσπαθούμε να τους μιμούμαστε-, διότι για να ζεις και να καλλιτεχνείς συνειδητά στο σήμερα χρειάζεται να γνωρίζεις τι προηγήθηκε στο παρελθόν αλλά και πού θέλεις να φτάσεις στο μέλλον.

Στη σκηνή εκπέμπεις τρομερή αυτοπεποίθηση. Αυτό ήταν κάτι που το δούλεψες;

Όχι. Αυτός είμαι, δεν είναι κάτι φτιαχτό. Στη σκηνή πρέπει να είσαι παρών και να μεταδίδεις σιγουριά τόσο προς τους συμπαίχτες σου όσο και προς τον κόσμο, γιατί εκείνη τη στιγμή έχεις ευθύνη. Ως τραγουδιστής, είσαι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του κοινού και της σκηνής. Δεν δικαιούσαι να εκτεθείς αν δεν είσαι σίγουρος για τον εαυτό σου.

Τι σκέφτεσαι λίγο πριν από κάθε λάιβ;

Αν θα παίξουμε καλά, αν θα επικοινωνήσουμε όλοι μαζί ωραία και τίποτα άλλο. Να το χαρούμε. Συνήθως σκέφτομαι άσχετα πράγματα ή δεν σκέφτομαι τίποτα. Καμιά φορά όταν έχω να τραγουδήσω ένα δύσκολο κομμάτι, σκέφτομαι αν θα το βγάλω ή μπορεί να σκέφτομαι αν θα έχει κόσμο. Με ενδιαφέρει πολύ αυτό το πράγμα, διότι είναι ωραία αυτή η ανταλλαγή ενέργειας την ώρα που τραγουδάς.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ζεις στην Αθήνα. Ήταν εύκολη απόφαση να φύγεις από τη Θεσσαλονίκη;

Ήταν λίγο επιτακτική από κάποια φάση και μετά. Η αφορμή είχε να κάνει με την ακαδημαϊκή πορεία της συζύγου μου, αλλά οι αιτίες ήταν πολλές. Ήταν κάτι που σκεφτόμασταν εδώ και χρόνια και που το κάναμε τελικά μετά την πρώτη καραντίνα.

R2b00101 Copy (1)

Καλλιτεχνικά σε βοήθησε αυτή η μετακόμιση;

Σίγουρα. Και καλλιτεχνικά και εμπορικά και από θέμα διασυνδέσεων, γιατί έτσι είναι το σύστημα.

Ποια νιώθεις ότι ήταν η πιο καθοριστική σου συνεργασία στα χρόνια που είσαι στη μουσική;

Σίγουρα η συνεργασία με τη Σοφία Σπυράτου, με την οποία συνολικά κάναμε μαζί τέσσερις παραστάσεις, αλλά και με τον Κώστα Φασουλά, ο οποίος μου εμπιστεύτηκε τους στίχους του και κάναμε μαζί τον δίσκο μου «Πρώτη Βόλτα». Επίσης, με τον Γιώργο Χατζηπιερή για τον «Τεμπέλη Δράκο», όπως και με τους ανθρώπους που γνώρισα μέσα από αυτή τη δουλειά, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, την Ελένη Τσαλιγοπούλου, τη Ρένα Μόρφη, τον Φοίβο Δεληβοριά. Μια πολύ σημαντική συνεργασία, είναι και αυτή που έχω ανά διαστήματα με τον Γιώργο Νταλάρα. Γενικά, μπορώ να πω, ότι βιώνω πολύ σημαντικές στιγμές και γνωρίζω συνέχεια ωραίους ανθρώπους.

Ακούς τον Νταλάρα ως παιδί και μια μέρα βρίσκεστε μαζί πάνω στην ίδια σκηνή. Τι κρατάς από εκείνον;

Ο Νταλάρας είναι ένας άνθρωπος που όσο παρεξηγημένος κι αν είναι από διάφορους, στη δουλειά του ρίχνεται με τον ενθουσιασμό ενός παιδιού. Κάθε φορά. Συνεργάστηκα μαζί του και σε στουντιακό περιβάλλον αλλά και σε συναυλιακή συνθήκη και αυτό που έβλεπα κάθε φορά, ήταν την ίδια λαχτάρα να κάνει πράγματα. Αυτό νομίζω ότι θα κρατήσω από εκείνον: Να μην χάσω ποτέ τον ενθουσιασμό και τη λαχτάρα μου για τη μουσική και τη δημιουργία.

Τι από όλα όσα κάνεις απολαμβάνεις περισσότερο;

Περισσότερο από όλα απολαμβάνω όταν παίζω με την ορχήστρα μου, γιατί στα τρία χρόνια που είμαστε μαζί, αναπτύξαμε μια πολύ δυνατή φιλική σχέση και πλέον επικοινωνούμε με τα βλέμματα. Οπότε, ναι, η πιο μεγάλη απόλαυση είναι με τα παιδιά, όμως νιώθω ότι απολαμβάνω γενικότερα κάθε συνεργασία και κάθε δουλειά που έχω μπροστά μου. Είναι όλα σημαντικά για μένα.

Οι επόμενές σου εμφανίσεις στην Κύπρο πότε θα είναι;

Θα είναι στις 19 Ιουλίου, με μια συναυλία για τα 50 χρόνια από την τουρκική εισβολή με βασικό ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα και με τη συμμετοχή διάφορων Κύπριων τραγουδιστών. Επίσης, στις 22 Ιουλίου, θα συμμετέχω σε μια μεγάλη συναυλία στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου μαζί με τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, με τη σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη και με χορωδίες. Εκεί θα παίξουμε για πρώτη φορά ένα πρωτότυπο έργο του Κύπριου συνθέτη Μάριου Ιωάννου Ηλία, το οποίο γράφτηκε για την 50η επέτειο της τουρκικής εισβολής.

Πώς φαντάζεσαι την καλλιτεχνική σου συνέχεια;

Θα ήθελα να κάνω πάντα πράγματα που μου αρέσουν, χωρίς να χρειάζεται να συμβιβάζομαι. Αν και ξέρω ότι κανένας δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, εγώ αυτό θέλω. Να κάνω αυτό που αγαπώ, χωρίς να χρειαστεί να βρεθώ μπροστά σε μεγάλα διλήμματα. Να δημιουργούμε, να βγάζουμε καινούρια κομμάτια, να κάνουμε συναυλίες και όλα αυτά να φτάνουν στον κόσμο.

R2b00049 Copy 3 Dark Vertical (2)

Περιοδικό Down Town Κύπρου

Μείνετε ενημερωμένοι με όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, μέσα από το Philenews.
Εγγραφή στο Newsletter

Δείτε Επίσης

Like Recommends