Μ’ ένα σακίδιο στον ώμο κι ένα εισιτήριο στο χέρι, επισκέπτονται ζούγκλες, ερειπωμένα χωριά και παγετώνες, διασχίζουν ωκεανούς, σμίγουν με ιθαγενείς και βάζουν στόχο να γυρίσουν τον πλανήτη. Τρεις Κύπριοι ταξιδιώτες μοιράζονται μαζί μας φωτογραφικά ντοκουμέντα και διηγούνται εμπειρίες που τους άλλαξαν τη ζωή.
Από την Νταϊάνα Αζά
ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗΦΑΝΗ
«Τα ταξίδια είναι το μόνο πράγμα που μπορείς να αγοράσεις και να σε κάνει πιο πλούσιο» λέει ένα ρητό, βρίσκοντας απόλυτα σύμφωνη τη Φανή, που έκανε το πρώτο της υπερατλαντικό ταξίδι, πριν προλάβει να κλείσει τέσσερις μήνες ζωής.
Ήταν η φιλοσοφία των γονιών μου. Η πεποίθηση πως τα ταξίδια είναι μια από τις πιο σημαντικές εμπειρίες που μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος. Και πως μπορούν να σε διδάξουν πράγματα και να διαμορφώσουν το χαρακτήρα σου.

Γεννήθηκα στη Νότιο Αφρική την οποία και γνώρισα μέσα από οδικά ταξίδια που κάναμε οικογενειακώς σε διάφορα μέρη της χώρας- από πάρκα άγριας φύσης μέχρι και το Cape Town όπου ενώνονται οι δύο ωκεανοί. Όταν μπήκα για πρώτη φορά σε αεροπλάνο, δεν ήμουν ούτε τεσσάρων μηνών. Πραγματοποιούσαμε πολλά ταξίδια οικογενειακώς, σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, Αφρικής και Ασίας που μας γέμισαν με εμπειρίες και γνώσεις.

Η Νότιος Αφρική, όμως, αποτελεί μέχρι και σήμερα το ομορφότερο μέρος που έχω επισκεφθεί. Ένας πανέμορφος τόπος που συνδυάζει τα πάντα! Το σαφάρι με τα ζώα και την άγρια φύση και τα μαγευτικά τοπία φυσικής ομορφιάς, με την κοσμοπολίτικη πλευρά της πόλης.

Συνέχισα τα ταξίδια και στις σπουδές μου, πραγματοποιώντας και ακόμη περισσότερα όταν ζούσα στις Βρυξέλλες, σβήνοντας κάθε φορά τον προορισμό από τον παγκόσμιο χάρτη που έχω καρφιτσωμένο στο σπίτι μου, με στόχο να επισκεφτώ ολόκληρο τον πλανήτη.


Όταν έληξε το συμβόλαιό μου με την Κομισιόν, βρήκα την ευκαιρία που έψαχνα. Με αφορμή το γάμο μιας φίλης μου στις Μπαχάμες, σχεδιάσαμε ένα μεγάλο ταξίδι με ένα φίλο, επιλέγοντας ο καθένας και από έναν προορισμό στη Νότιο Αμερική -αυτός το Περού και εγώ την Αργεντινή, κάνοντας μια στάση στο Las Vegas και μια στο Miami.

Το Μπουένος Άιρες είναι μια πόλη ζωντανή, γεμάτη χρώματα. Οι άνθρωποι χορεύουν μέσα στους δρόμους, σε πιάνουν από το χέρι ενώ περπατάς για να χορέψεις μαζί τους και στα πεζοδρόμια, βλέπεις ζωγραφισμένα τα βήματα του ταγκό! Από εκεί, πήγαμε στους καταρράκτες του Iguazu, περάσαμε απέναντι στη Βραζιλία και κατεβήκαμε στην Παταγονία, όπου κάναμε πεζοπορία στους παγετώνες. Ένα θέαμα ασύλληπτο.

Τη μέρα πριν αρχίσουμε την πεζοπορία για το Μάτσου Πίτσου στο Περού, αρρώστησα. Την προηγούμενη, πήγαμε στο Κούσκο, ούτως ώστε να εγκλιματιστούμε με το υψόμετρο. Πολλοί ταξιδιώτες εκεί, παθαίνουν συνήθως altitude sickness (που σε χτυπά είτε στο κεφάλι, είτε στο στομάχι), την οποία καταπολεμούν με φύλλα κόκας που ή τα μασάς ή τα πίνεις ως τσάι. Ξεκινήσαμε πρωί- πρωί από το Ογιανταγιάμπο. Εγώ αποφάσισα να συνεχίσω την πεζοπορία, αγνοώντας τα συμπτώματα, μέχρι που φτάσαμε στα 4.000 μέτρα. Έβρεχε, έβαζα και έβγαζα το πόντσο μου, ίδρωνα, κρύωνα μέχρι που κατάλαβα ότι άρχισα να ανεβάζω ψηλό πυρετό και να με πειράζει το στομάχι μου. Αργήσαμε να φτάσουμε στο αντίσκηνό μας-χάσαμε τη διαδρομή και δεν βλέπαμε από την ομίχλη. Ήταν δύσκολη νύχτα… Το πρωί, ο οδηγός μου ανακοίνωσε ότι έπρεπε να επιστρέψω πίσω.


Μάζεψα τα πράγματά μου και περπάτησα για δύο ώρες μέχρι να φτάσω σε ένα χωριό όπου θα έμπαινα σε ένα «λεωφορείο», το οποίο θα με πήγαινε στο σημείο που είχαμε ξεκινήσει την πεζοπορία. Ήταν ένα μίνι βαν, χωρίς μαξιλάρες στα καθίσματα, πάνω στο οποίο στερέωσαν τα φαγητά και τις βαλίτσες των επιβατών. Και μέσα, μπήκαν δεκάδες άνθρωποι, μουσικοί, παιδιά, σκυλιά, ακόμη και κότες! Το βαν κατέβαινε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, με τον οδηγό να περνά από τις στροφές χωρίς να ελαττώνει και εγώ, που ψηνόμουν στον πυρετό, κοιτούσα κάτω και έβλεπα… το χάος! Άνοιγα τα μάτια και έβλεπα στην άκρη του δρόμου σταυρούς και σκελετούς από λάμα και σκεφτόμουν πως θα πέθαινα σε αυτή τη διαδρομή και κανείς δεν θα είχε ιδέα. Οκτώ ώρες μετά, έφτασα στο Ογιανταγιάμπο.

Το ταξίδι μου στη Νοτιοανατολική Ασία είχε ως τελικό προορισμό ένα χωριό στο Χανόι του Βιετνάμ, όπου θα δούλευα ως εθελόντρια σε ένα ορφανοτροφείο, στο «Friendship Village». Αρχίσαμε με μια φίλη μου το ταξίδι από την Μπανγκόκ, πήγαμε σε Τσιάνγκ Μάι, Κο Σαμούι, Κο Παγκάν, προχωρήσαμε στην Καμπότζη και καταλήξαμε στο Βιετνάμ, ταξιδεύοντας με αεροπλάνα, λεωφορεία, τρένα, πλοία και μοτοποδήλατα. Στο Βιετνάμ θα έμενα για δύο βδομάδες. Τελικά, όμως, έφυγα σε τρεις μήνες…

Στο ορφανοτροφείο βίωσα μερικές από τις πιο έντονες εμπειρίες της ζωής μου. Τα παιδιά που ζουν εκεί, είναι ανάμεσα στους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που έχουν γεννηθεί μετά την καταστροφή του πολέμου, με τον Πορτοκαλί Παράγοντα να τους έχει επηρεάσει με γενετικά προβλήματα και δυσμορφίες. Τα χημικά που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου και που σκότωσαν ή ακρωτηρίασαν 400.000 ανθρώπους.

Οι βετεράνοι από τον πόλεμο έμεναν στο ορφανοτροφείο, κάθονταν με τα παιδιά και τους διηγούνταν ιστορίες. Οι εμπειρίες μού προκάλεσαν μεγάλη θλίψη γι’ αυτό που είχε συμβεί, αλλά τα παιδιά δεν έχουν τα ίδια συναισθήματα, αφού δεν έχουν γνωρίσει ποτέ κάτι διαφορετικό, κάτι καλύτερο από την πραγματικότητά τους.

Την πιο έντονη εμπειρία νομίζω πως την έζησα τη δεύτερη μέρα. Όταν άρχισαν όλοι να μαθαίνουν το όνομά μου και άκουγα τα παιδάκια να φωνάζουν «Φανή! Φανή!» και να έρχονται να με αγκαλιάζουν και να με πιάνουν από το χέρι για να πάμε περίπατο και να περάσουμε χρόνο μαζί. Τους χάριζα μερικά χρώματα για να ζωγραφίσουν και ένιωθαν ότι τους έδινα τον ουρανό με τ’ άστρα!
Ξυπνούσαμε στις 6 και τρώγαμε πρωινό. Σειρά είχαν τα μαθήματα ειδικής εκπαίδευσης, τα μαθηματικά, η μουσική, το αλφάβητο, η τέχνη και χειροτεχνία, η γυμναστική και μετά το παιχνίδι. Στην πορεία έμαθα κι εγώ λίγα βιετναμέζικα και τη νοηματική γλώσσα. Μεσημεριανό τρώγαμε στις 11 και το απόγευμα ασχολούμουν με τον κήπο, συνεχίζοντας με απογευματινά και βραδινά μαθήματα αγγλικών, ενώ τα Σαββατοκύριακα πηγαίναμε εκδρομές. Αυτή ήταν η ρουτίνα μου για αυτούς τους 3 μήνες.

Grand Papace, Μπανγκογκ
Κάθε φορά που έφτανε η παραμονή της αναχώρησής μου, άλλαζα το εισιτήριο. Δεν ήταν η καλοπέραση που με έκανε να θέλω να μείνω. Ήταν το δέσιμο με τους ανθρώπους που γνώρισα και έζησα, τα παιδιά, τις δασκάλες. Οι Βιετναμέζοι είναι πολύ φιλόξενος λαός και παρόλο που ζουν λιτά, θέλουν να προσφέρουν. Είναι άνθρωποι φιλικοί που τους αρέσει η καλή παρέα. Χωρίς να μιλάς την ίδια γλώσσα, μπορούσες να περάσεις αμέτρητο χρόνο μαζί τους. Μπορούσαμε να ήμασταν μαζί ώρες ολόκληρες, να πίνουμε, εγώ να μιλάω αγγλικά ή ελληνικά και εκείνοι απαντούσαν βιετναμέζικα!

Επέστρεψα πίσω στα γενέθλιά μου. Στο αεροπλάνο έκλαιγα. Έφταιγε ο αποχωρισμός αλλά και το ότι δεν ήθελα να επιστρέψω στην άλλη πραγματικότητα. Σε αυτή την comfort zone που κινούμαστε όλοι εμείς στον ευρωπαϊκό κόσμο. Να δουλεύεις με σκοπό να κερδίζεις όλο και περισσότερα χρήματα, την ίδια στιγμή που σε κάποια άλλα μέρη του πλανήτη, που έχουν ζήσει την απόλυτη τραγωδία, δεν έχουν γονείς, δεν έχουν φαγητό, αλλά είναι τόσο μα τόσο ευτυχισμένοι…

Chan Mai, Ταιλάνδη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΓΚΟΥ
Καμία από τις δεκάδες δυσκολίες που έπρεπε να αντιμετωπίσει στα ταξίδια του δεν στάθηκαν ικανές να αποτρέψουν τον Γιάννη να ζήσει την επόμενή του περιπέτεια, σημειώνοντας ακόμη περισσότερες εμπειρίες στο άλμπουμ της συναρπαστικής ζωής του.
Από 14 χρόνων, κατάλαβα ότι αυτό ήθελα να κάνω. Περίμενα πώς και πώς να κλείσω τα 18, για να μπορέσω να ταξιδέψω μόνος, να κάνω όσα ονειρεύτηκα. Πάντα αυτό ήθελα, αυτό είχα στο μυαλό μου, το ταξίδι…

Τελικά, το πρώτο μου μεγάλο ταξίδι κατάφερα να το πραγματοποιήσω στα 24 μου, στην Ταϊλάνδη, και από τότε το traveling έγινε τρόπος ζωής, αφού με ελκύει όσο τίποτα άλλο. Παίρνεις την απόφαση να θυσιάσεις την καριέρα και τις ανέσεις της συμβατικής ζωής και κερδίζεις κάτι άλλο. Και μάλιστα μαθαίνοντας πολλά περισσότερα πράγματα με αυτό τον τρόπο, απ’ ό,τι αν είχες μια συμβατική δουλειά και μια ζωή που οι άλλοι χαρακτηρίζουν ως «φυσιολογική».

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη γνωριμία με έναν 55χρονο Κολομβιανό στην Μπανγκόκ, που με είχε ακολουθήσει σε εκείνο το πρώτο ταξίδι στην Ταϊλάνδη. Μου είχε κάνει απίστευτη εντύπωση η ενέργεια και η τρέλα του. Σε μια εποχή που η ζωή των περισσότερων είναι εγκλωβισμένη στο facebook και την τηλεόραση και δεν τους νοιάζει τι συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο, αυτός, στα 55 του, είχε τρέλα, ενέργεια και ένα αξιοζήλευτο πάθος για τη ζωή.

Ποτέ δεν σχεδιάζω το επόμενο ταξίδι. Κλείνω απλά ένα εισιτήριο και πηγαίνω χωρίς πρόγραμμα, αφήνοντας τη χώρα αυτή να με παρασύρει.
Οι εμπειρίες είναι παντού έντονες, είτε κάνω το γύρο της Ισπανίας, της Ινδίας, της Νοτιοανατολικής Ασίας ή της Νότιας Αμερικής. Δεν χρειάζομαι ανέσεις για να περάσω καλά, είμαι ανοιχτός σε εμπειρίες και μπορώ να φάω οπουδήποτε, οτιδήποτε, προσπαθώντας όπου πηγαίνω να ζω όπως ο κάθε ντόπιος. Όπως μια φορά που δεν δίστασα να δοκιμάσω σκουλήκια ψημένα στη σχάρα.

Η Βραζιλία είναι η χώρα των δύο άκρων. Από τη μια οι πάμπλουτοι και από την άλλη οι φτωχοί που μένουν στις φαβέλες. Τη φτώχεια τη συναντάς συνέχεια σε αυτό το ταξίδι. Βλέπεις ανθρώπους να ζουν μέσα στα σκουπίδια, να κλέβουν και πολλές φορές ν’ ασκούν βία γι’ αυτό το λόγο. Ακόμη και μικρά παιδιά καταφεύγουν στη βία για να κλέψουν και να μαζέψουν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους.
Όταν βρέθηκα στο καρναβάλι, κάποιος κατάφερε να αρπάξει από την τσέπη τα λεφτά μου, ενώ εγώ χόρευα αμέριμνος. Αντανακλαστικά, τα τράβηξα πίσω, προκαλώντας το θυμό του. Έριξε κάτω μια μπουκάλα, την έσπασε και προσπάθησε να με χτυπήσει στο κεφάλι! Κάτι ανάλογο συνέβη και στην Κολομβία. Κάποιοι με πλησίασαν για να με κλέψουν, κατάφερα να ξεφύγω και εκείνοι άρχισαν να με κυνηγούν, τρέχοντας από πίσω μου για πολλά χιλιόμετρα στους δρόμους της πόλης.
Το αγαπημένο μου σημείο στον πλανήτη είναι το Μάτσου Πίτσου, που βρίσκεται στη μέση του πουθενά. Η διαδρομή, η τοποθεσία, η αρχιτεκτονική. Τα πάντα σε αυτό το μέρος είναι συγκλονιστικά, απόκοσμα. Όταν πάτησα για πρώτη φορά το πόδι μου εκεί, ένιωσα πως είχα πετάξει κάπου μακριά από τη γη.

Στις Φιλιππίνες ένιωσα πιο οικεία από κάθε άλλο προορισμό, γιατί δεν πρόκειται για μια καθαρόαιμη ασιατική χώρα. Έχει επηρεαστεί έντονα από την αποικιοκρατία, με την ισπανική κουλτούρα να έχει ενσωματωθεί στον τρόπο ζωής των κατοίκων. Το γεγονός ότι μου είναι γνωστή η ισπανική κουλτούρα αλλά και το ότι η κύρια θρησκεία των Φιλιππινέζων είναι ο χριστιανισμός, με έκανε να νιώσω πιο κοντά τους. Ο βουδισμός και ο ινδουισμός έχουν αρκετά χαρακτηριστικά που μας ξενίζουν.
Όταν έπρεπε να ταξιδέψω από μια πόλη σε ένα νησί, βρέθηκα σε μια βάρκα που λίγο έλειψε να αναποδογυριστεί από τα κύματα. Οι άνθρωποι εκεί πεθαίνουν όταν ταξιδεύουν στη θάλασσα κι αυτό εξαιτίας των τυφώνων σε γειτονικές περιοχές. Γι’ αυτό και το πλοίο αποτελεί το πιο επικίνδυνο μέσο μεταφοράς στη χώρα.

Ποτέ στη ζωή μου δεν είδα περισσότερο κόσμο μαζεμένο. Στην Ινδία γινόταν χαμός! Όταν περπατάς πρέπει να προσέχεις από αυτοκίνητα, αγελάδες, πίθηκους, τουκ τουκ, σκύλους ή μηχανές. Δεν υπάρχουν κανόνες, κάποιοι δρόμοι δεν έχουν καν λωρίδες, ο καθένας πάει όπου και όπως θέλει και όμως όλοι συνυπάρχουν αρμονικά, χωρίς καβγάδες, χωρίς συχνά δυστυχήματα. Στην όλη εικόνα έρχονται να προστεθούν και τα βουνά από σκουπίδια που είναι στοιβαγμένα στους δρόμους κι αυτό λόγω του υπερπληθυσμού και της ασύλληπτης φτώχειας.
Στο Βαρανάσι με είχε σπρώξει μια αγελάδα μέσα στο δρόμο. Τα ζώα αυτά στην Ινδία είναι ιερά. Μπορούν να σταματήσουν οπουδήποτε, με τον κόσμο να σταματά για να τα προσκυνήσει. Οι Ινδοί έχουν πολύ δυνατή πίστη και η θρησκεία τους, τους καθορίζει. Στα μέρη προσευχής τους είναι ικανοί να ποδοπατηθούν, ενώ στα πιο ιερά σημεία σημειώνονται ακόμη και θάνατοι, γεγονός που δεν τους αποτρέπει από το να συνεχίσουν να τα επισκέπτονται.
Το Νεπάλ είναι η χώρα με τα πιο ψηλά βουνά στον κόσμο. Έφτασα μέχρι τα 4300 μέτρα στα Ιμαλάια, μέχρι το Annapurna base camp. Εκεί πέρασα μία βδομάδα, κάνοντας πεζοπορία 9 ώρες κάθε μέρα, ξεκινώντας από τις 7 το πρωί.

Τώρα βρίσκομαι στην Ταϊλάνδη και αμέσως μετά θα πάω στη Βιρμανία, όπου τα σύνορα έχουν ανοίξει πριν από μερικούς μήνες. Με συναρπάζει το γεγονός ότι είναι μια χώρα τόσο οπισθοδρομική, χωρίς τη βασική τεχνολογική εξέλιξη. Είναι σαν να ταξιδεύεις ξαφνικά στον χρόνο. Μετά από εκεί σκοπεύω να πάω στην Καμπότζη, στο Βιετνάμ, ίσως και στην Κίνα.
Με το ταξίδι ο άνθρωπος αλλάζει. Βλέπεις τόσα πράγματα, που είναι αδύνατον να παραμείνεις ο ίδιος. Αποβάλλοντας κάθε ίχνος ρατσισμού, μαθαίνεις να βλέπεις πέρα από τη χώρα καταγωγής ενός ανθρώπου, γίνεσαι πιο ανοιχτόμυαλος, πιο ανεκτικός και μέσα από τον πόνο που βλέπεις στα μάτια τόσων ανθρώπων, πιο αισιόδοξος… Πλέον, γνωρίζω καλά πως δεν χρειαζόμαστε πολλά για να επιβιώσουμε, αφού μπορούμε να ζήσουμε με τόσο λίγα και με τόσους εναλλακτικούς τρόπους.
ΕΛΟΪΖΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ
Εγκαταλείποντας ένα στρωμένο επαγγελματικό δρόμο στο Λονδίνο, μάζεψε τα πράγματά της και με ένα σάκο στην πλάτη, ταξίδεψε για τέσσερις μήνες σε Ασία και Αυστραλία, επανακαθορίζοντας τις προτεραιότητές της, αλλάζοντας νοοτροπία και τρόπο σκέψης και κάνοντας τα ταξίδια στόχο ζωής.

Πάντα είχα την επιθυμία να ταξιδεύω, να γνωρίζω νέες κουλτούρες, να βλέπω καινούρια μέρη. Η ιδέα του backpacking όμως δεν υπήρχε στο μυαλό μου, μέχρι που βρέθηκα σε ένα επαγγελματικό αδιέξοδο, όταν ζούσα στο Λονδίνο. Η δουλειά μου δεν με ικανοποιούσε, αλλά δεν μπορούσα ακόμα να σκεφτώ τι ήθελα ακριβώς να κάνω. Σπούδασα νομική, τέλειωσα chartered accountant, δούλευα σε μια πολυεθνική εταιρία, αλλά μέσα μου ήξερα ότι ζούσα με τον τρόπο που έμαθα ότι έπρεπε να πορεύομαι. Ένιωθα ότι ακολουθούσα ένα μονοπάτι που ήταν αρεστό από τον κόσμο και την κοινωνία, που όμως δεν έδενε με τη δική μου προσωπικότητα. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι έπρεπε να κάνω μια ριζική αλλαγή στη ζωή μου, ένα μεγάλο διάλειμμα που θα με βοηθούσε να σκεφτώ, να προσδιορίσω τους στόχους αλλά και τον ίδιο μου τον εαυτό.

Έκλεισα εισιτήριο για τη Σιγκαπούρη και από εκεί πήγα στο Sydney, με σκοπό μετά από δύο μήνες να επιστρέψω πίσω στην Κύπρο. Όμως, άλλαζα συνεχώς την ημερομηνία, πρόσθετα όλο και περισσότερα μέρη στη λίστα μου, μέχρι που οι δύο μήνες έγιναν τέσσερις και οι εμπειρίες… χιλιάδες. Κοιτάζοντας πίσω, σκοπός εκείνου του ταξιδιού δεν είχε να κάνει με αναψυχή. Δεν πήγα για να περάσω ωραία, να κάνω διακοπές, αλλά με στόχο μια εσωτερική αναζήτηση. Να δω πώς είναι η Ελοΐζα έξω από την πίεση της κοινωνίας που έμαθα να ζω, ούτως ώστε να μπορούσα σε κάποια στιγμή να ακολουθήσω το δικό μου δρόμο.

Στην Αυστραλία έμεινα για ένα μήνα, ξεκινώντας από Σίδνεϋ και καταλήγοντας βόρεια, στο Port Douglas, διασχίζοντας το Pacific Highway και διανύοντας πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο. Εκεί είναι απλή η κατάσταση για τους backpackers, αφού οι περισσότεροι τη βγάζουν στις παραλίες, διασκεδάζοντας σε πάρτι, κάνοντας μια ωραία, εύκολη ζωή. Παρόλα αυτά, ταξιδεύοντας μόνη, βρίσκοντας τον προσανατολισμό μου με ένα χάρτη και διαμένοντας ξαφνικά σε ένα hostel με άλλα 6 άτομα στον ίδιο χώρο, ήταν κάτι εντελώς καινούριο για εμένα. Αλλά το χειρότερο ήταν ότι αρρώστησα σοβαρά την έβδομη μέρα μετά την άφιξή μου, όταν βρισκόμουν θυμάμαι στον παράδεισο των surfers στο Byron’s bay. Και αυτή η αρρώστια διήρκεσε για περίπου 15 μέρες τις οποίες έπρεπε να περάσω στα στενά (και πολύ ζεστά!) δωμάτια των hostels. Ο κόσμος γύρω μου έβγαινε, έκανε surfing, πήγαινε στα διάφορα πάρτι και εγώ, κλειδωμένη στο δωμάτιο, να κλαίω και να τηλεφωνώ στη μητέρα μου, η οποία με συμβούλευε να γυρίσω πίσω στην Κύπρο να γίνω καλύτερα. Δεν το έκανα όμως. Και θεωρώ ότι αυτή ήταν μια από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα ποτέ!

Επόμενος σταθμός, το Χονγκ Κονκ. Όπου ο πιλότος ανακοίνωσε από τα μεγάφωνα πως η θερμοκρασία ήταν 7 βαθμοί κελσίου. Κι εγώ, να συνειδητοποιώ, πως δεν έχω ούτε ένα χειμερινό ρούχο στην τσάντα! Ντυμένη με ένα σορτσάκι και κοντομάνικη μπλούζα, χωρίς να νιώθω κανένα μέλος του σώματός μου, πήγα στην πρώτη αγορά που βρήκα στο δρόμο, αγοράζοντας ένα σακάκι και ένα jean, τα οποία φορούσα για δέκα ολόκληρες μέρες, μέχρι την αποχώρησή μου! Και το Χονγκ Κονγκ είναι τόσο κλασάτο μέρος, με άντρες και γυναίκες όμορφα ντυμένους, με κυριλέ μπαρ και όμορφα καταστήματα.

Είναι ένα απίστευτα απελευθερωτικό συναίσθημα να ξυπνάς, χωρίς να ξέρεις πότε θα επιστρέψεις στη βάση σου. Η αίσθηση του χρόνου εξαφανίζεται μαγικά. Στην αρχή, προσπαθούσα να βάλω σε μια τάξη το πρόγραμμα, να ελέγξω τις μέρες, τις εβδομάδες. Μέχρι που κατάλαβα ότι ήταν μάταιο και χάθηκε εντελώς αυτή η ανάγκη. Ζούσα απλά τη στιγμή.

Ακολούθησε η Σιγκαπούρη, η Μαλαισία και από εκεί έπιασα το τρένο και έφτασα στη Νότια Ταϊλάνδη, που στο μέρος που φτάσαμε δεν είχε κανέναν backpacker, εξαιτίας κάποιων εσωτερικών διενέξεων στην περιοχή. Κατεβήκαμε και ακολουθούσαμε τις ράγες, κρατώντας ένα χάρτη του Lonely Planet, ο οποίος μας προειδοποιούσε πως ήταν κατά προσέγγιση. Κανείς δεν μιλούσε αγγλικά, περπατούσαμε στα χαλάσματα, δεν ξέραμε πού πηγαίναμε μέχρι πού, μέσα στο απόλυτος χάος, βρήκαμε ένα χώρο για να φάμε, χωρίς να έχουμε ιδέα τι έλεγε το μενού. Ούτε που μου περνούσε από το μυαλό πως σε αυτό το μέρος, κάτω από αυτές συνθήκες, θα έτρωγα το πιο ωραίο φαγητό της ζωής μου. Και κάπως έτσι άρχισε ο ιδιαίτερος δεσμός μου με αυτή την υπέροχη χώρα!

Μετά από μερικές μέρες στην Μπανκόνγκ, κατευθυνθήκαμε προς τον Τσιαν Μάι στα βόρεια και μετά από ώρες πεζοπορίας βρεθήκαμε σε κάτι φυλές κοντά στη Μιανμάρ που ζουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς νοσοκομεία, χωρίς ούτε τα βασικά. Κι εκεί, στα voodoo tribes, έζησα μια από τις πιο δυνατές μου εμπειρίες. Μετά από μια πεζοπορία πολλών ωρών μας έφτιαξαν φαγητό και μας έδειξαν πού θα κατασκηνώναμε το βράδυ. «Το sleeping bag σας, όταν κοιμηθείτε, θα πρέπει να αφήνει ακάλυπτη μόνο τη μύτη σας», μας προειδοποίησε ο οδηγός, εξηγώντας μας πως κυκλοφορούν πολλές ταραντούλες στην καλύβα – με απόλυτη φυσικότητα και ένα διάπλατο χαμόγελο στα χείλη. Εννοείται πως δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα…

«Οι εμπειρίες που πρέπει να ζήσεις, πριν πεθάνεις». Αυτός ήταν ο τίτλος του βιβλίου που είχα πάρει μαζί μου σ’ εκείνο το ταξίδι. Απ’ ό,τι θυμάμαι στην Αυστραλία είχε σημειωμένη την ιστιοπλοΐα στο White Sunday Island και την κατάδυση στο Great Barrier Reef. Και τα έκανα. Για την Ταϊλάνδη είχε το Full Moon Party. Φυσικά, δεν μπορούσα να το χάσω! Φαντάσου 5-6 χιλιάδες κόσμου, όλων των φυλών, σε μια παραλία, με μαγιό, εκατοντάδες DJ’s face painting artists και αλκοόλ, κυριολεκτικά σε κουβάδες. Χωρίς κανόνες, χωρίς όρια…

Περάσαμε τα σύνορα της Ταϊλάνδης και φτάσαμε στην Καμπότζη, τις οποίες χώριζε στην ουσία ένα… σπίτι. Σε αντίθεση με την Ταϊλάνδη, η Καμπότζη δεν είχε ούτε τις βασικές υποδομές. Μπήκαμε σε ένα ταξί, το μοναδικό αυτοκίνητο που κυκλοφορούσε στην περιοχή, για το οποίο πληρώνεις πολύ ακριβά και ενώ ξέρεις πως σε κλέβουν δεν έχεις άλλη επιλογή. Διασχίζεις ένα δρόμο, που στην ουσία δεν είναι ακριβώς δρόμος, όπου κυκλοφορείς ανάμεσα σε ζώα, περνάς από λακκούβες, το αυτοκίνητο χτυπά συνεχώς στο έδαφος και τα βατράχια αλωνίζουν γύρω, το ίδιο και τα έντομα, τα ζωύφια, οι κατσαρίδες.

Στην Καμπότζη μπορούσες να δεις παντού τις συνέπειες του πολέμου. Χωρίς να χρειαστεί ν’ ανοίξεις κάποιο βιβλίο, ήξερες πως αυτή η χώρα πέρασε από μια καταστροφή, μια γενοκτονία. Ήταν εμφανές σε κάθε γωνιά της. Στα κτίρια, τα παιδιά στους δρόμους, τους άντρες και τις γυναίκες που κυκλοφορούσαν χωρίς χέρια ή πόδια. Και μέσα σε αυτό το χάος, εμφανίστηκε μπροστά μου το Άνγκορ Βατ. Η μεγαλύτερη θρησκευτική κατασκευή στον πλανήτη. Κι εγώ, ούτε που φανταζόμουν πως υπήρχε αυτό το μέρος! «Σε μια χώρα που δεν έχει καν δρόμους, είναι δυνατόν να έχει κατασκευαστεί κάτι τέτοιο;», σκεφτόμουν. Κι όμως! Υπήρχε εποχή, πριν τις διενέξεις, που η Καμπότζη ευημερούσε.

Η μετάβαση στο δυτικό πολιτισμό και στην πραγματικότητα μετά από ένα τέτοιο ταξίδι είναι φαινομενικά εύκολη καθώς επιστρέφεις στην «πολυτέλεια», στο κρεβάτι σου, στο ζεστό σου μπάνιο και στην ασφάλειά σου. Αρχίζεις να εκτιμάς τα πράγματα που πρωτίστως τα παίρνεις για δεδομένα. Αλλά είναι και πολύ δύσκολη. Λένε ότι «once a traveller, always a traveller» και ισχύει απόλυτα. Πότε πια δεν είσαι ο ίδιος, έχεις ζήσει εμπειρίες που μετακινούν βασικές σου ιδεολογίες και τρόπο ζωής – σε σημείο που μου είναι πια δύσκολο να φανταστώ πώς είναι η ζωή χωρίς ταξίδια.

Διάβαζα πως είσαι στην έρημο της Μογγολίας και βλέπεις τη νύχτα τον ουρανό, τα αστέρια δεν μπορούσαν να συγκριθούν με οτιδήποτε έχεις δει στη ζωή σου. Αυτό είχα στο μυαλό όταν σχεδίαζα μερικά χρόνια αργότερα εκείνο το ταξίδι, όπου έμεινα για ένα μήνα με σκοπό να εξερευνήσω τη χώρα. Νοικιάσαμε ένα ρωσικό βαν με έναν οδηγό και μια μαγείρισσα και μαζί με άλλα τέσσερα άτομα που γνωρίσαμε εκεί, οδηγήσαμε σε τεράστιες εκτάσεις χωρίς άσφαλτο, ακατοίκητες, όπου η τουαλέτα μας ήταν η φύση. Διασχίσαμε ολόκληρη τη χώρα, περνώντας από την έρημο με τους αμμόλοφους στις στέπες και από εκεί σε καταπράσινα τοπία με λίμνες και δάση.

Τώρα πια ξέρω ότι δεν χρειάζομαι και τόσα πολλά πράγματα για να ζήσω. Μέσα από τα ταξίδια γνώρισα καλύτερα τον εαυτό μου και δεν με τρομάζουν τόσο πια οι δυσκολίες. Είμαι βέβαιη ότι μπορώ να επιβιώσω και με τα βασικά. Βέβαια το ταξίδι μας σε τούτο τον κόσμο είναι πολύπλευρο και πάντα αλλάζει, έτσι μέσα μου, ανά πάσα στιγμή ψάχνω πάντα τις εναλλακτικές που μπορεί να προσφέρει η ζωή, προσπαθώντας να είμαι όσο πιο ειλικρινής μπορώ με τον εαυτό μου. Αυτό έπαιξε ρόλο για πολλές αποφάσεις που πήρα αργότερα, για τις οποίες δεν δίστασα να πάρω ρίσκα. Εννοείται όμως πως ό,τι κι αν κάνω, όπου και να βρίσκομαι, τα ταξίδια αποτελούν πλέον μια από τις μεγαλύτερές μου απολαύσεις!

