Δαιμονισμένα

Δαιμονισμένα

Αν νομίζεις την Αθήνα «πλανεύτρα», είναι γιατί δεν διασταυρώθηκε ποτέ αυτό που πραγματικά είσαι με ό,τι μέσα σου επιθυμείς στ’ αλήθεια. 

Μου είχε λείψει η πόλη – η βουή της, τα αυτοκίνητα που περνούν με κρότο στην Κηφισίας πλάι από τους γυάλινους πύργους του πάλαι ποτέ παντοδύναμου Βωβού, τα φθηνά γρήγορα φαγητά στις άκρες των πεζοδρομίων, οι υπέργειες γέφυρες των δυτικών προαστίων, τα μικρά περίπτερα που δεν είναι μίνι σουπερμάρκετ αλλά παραμένουν ανοιχτά μέχρι τις δύο το πρωί, η καθαριότητα του μετρό και τα mp3 στ’ αφτιά των πιτσιρικάδων καθώς διασταυρώνουν τις διαβάσεις. Μου είχε λείψει η μεγάλη αυτή πόλη – αλλά στην εξιδανικευμένη της μορφή, αυτήν που ζεις ως μη εργαζόμενος που αναγκάζεται κάθε πρωί να κάνει διαδρομές χιλιομέτρων, περίπου σαν να πηγαίνει από τη Λευκωσία στη Λάρνακα, με ταχύτητες μεγάλες και εκνευρισμούς στο μποτιλιάρισμα (κανόνας), σαν να τα πίνεις στο πατάρι ενός μπαρ αλλά να ‘σαι και έτοιμος να πηδήξεις στην ταπετσαρία του ισογείου μήπως και γλιτώσεις από τα ουρλιαχτά των μέσα θαμώνων. Η Αθήνα είναι βέβαια των άκρων. Καλοί είναι οι γρύλοι στα πλατάνια, το λοξό φως του μεσημεριού που μπαίνει απ’ τα παράθυρα στο πλινθόκτιστο σπίτι της γιαγιάς, οι μικροί χωματόδρομοι και οι απαλές κουβέντες των γνωστών που θες δεν θες τους συναντάς σε μερικά αχαρτογράφητα καντούνια – αλλά, πώς να το κάνουμε, είναι πάντα άλλη η ένταση της στιγμής στο πάνω χείλι αν περπατάς για πολλά χρόνια στα άκρα ενώ δείχνεις κάτι άλλο, καθώς βρίσκεσαι μέσα στο αστυνομικό τμήμα Ομονοίας προσπαθώντας να σώσεις κάτι ίσως καταδικασμένο.

Για κάτι εξουσιοδοτήσεις, ο Α. (νέο παιδί, ψαρωμένο τότε -καινούργιος αστυνομικός- στις παλιές συλλήψεις -παλιές αμαρτίες- σε πορείες των Εξαρχείων της Αριστερής «Πανσπουδαστικής») αναγνώρισε την ηρεμία που φέρνει θύελλα: «Πάλι εδώ; Μυαλό ντιπ;». «Έτυχε». Κατεβήκαμε στο μικρό μπαρ της Σατωβριάνδου, ένα τετράγωνο απ’ την αριστουργηματική «Στάνη» με τις φρέσκιες κρέμες ολόπαχου γάλακτος κι ήταν, περίπου, σκεπτικός – κρίση ηλικίας; «Τι κάνουν εκείνες οι γυναικείες μορφές που έμπαινες εγγυητής τους, εκείνα τα μαύρα κορίτσια της Σοφολέους, οι κοπέλες που στέκονταν στην Καβάλας στα πάρκινγκ των φορτηγών;», είπε και κάπως έδειξε στενοχωρημένος μαθαίνοντας το θάνατο μερικών – «τι μένει τελικά;», το φιλοσόφησε Κοελικά. Θυμήθηκε τους παλιούς ρυθμούς, την προκλητικότητα της επιβίωσης καθώς έμπαινε με φόρα μέσα στα κύματα της ευεργετικής επίδρασης που πίστευε πως θα είχε η δουλειά του σαν να μύριζε τριαντάφυλλα από τον κήπο του αντί για δακρυγόνα. Θυμήθηκε και τις ντροπές: Τον Γρηγορόπουλο, το κάψιμο των ανθρώπων στη Σταδίου, μερικούς Αλβανούς γκάνγκστερ που ρήμαζαν το κέντρο και τους σάπιζαν στο ξύλο. «Είναι λίγα τα λεφτά, μεγάλη η πίεση, νιώθω πως δεν έκανα όσα έπρεπε στη ζωή», μου είπε. «Και τι; Θα υποφέρεις κάθε μέρα μη χάσεις την ασφάλειά σου, μη χάσεις το εφάπαξ, μη χάσεις τη σίγουρη σύνταξη στο βαθύ γήρας; Δεν θα φας τις σοκολάτες που θες επειδή πρέπει να είσαι συνεχώς σε δίαιτες;». Ήταν τα πράγματα πιο πρακτικά από όσο ακούγονταν, λιγάκι ονειροπαρμένα στ’ αφτιά του – κι ας φαινόμουν περίπου σαν ασφαλίτης δίπλα του, επικίνδυνα συνασπισμένοι στις προσωπικές μας Ντίσνεϊλαντ, όμοιος ομοίω στα βασικά αν και φαινομενικά αντίθετοι.

Το ίδιο βράδυ διάβασα για το θάνατο του Θέμου. Απορώ καμιά φορά με όσους σπεύδουν στα social media – υπάρχουν και οι απολύτως προσωπικές στιγμές άλλων στις οποίες καλό είναι να σιωπάς, τα όρια της δημόσιάς σου έκθεσης, η κριτική στην οποία θα πρέπει να βάζεις αυτοβούλως την κόκκινη γραμμή της αυτολογοκρισίας και να μη σπεύδεις λαχανιασμένος μη χαθεί το λεπτό του χρόνου και της «είδησης» που τρέχει και -δήθεν- σε σοκάρει. Γιατί δεν είναι όλα για «άποψη» και σηκωμένα δάχτυλα για να στήσουν στον τοίχο τα πάντα όπως πας να βγάλεις το τσιμπούρι απ’ το αλατιασμένο σώμα. Δεν είναι όλα για retweets. Πόσο μάλλον ο άταφος ακόμη νεκρός. Αν μη τι άλλο, ο Θέμος υπήρξε απολύτως ειλικρινής στις προθέσεις του -προσωπικά, του χρωστάω λίγο απ’ το ψωμί μου-, στο προϊόν που πούλαγε, στο αδηφάγο κοινό που το ελκύουν όλα όσα απεύχεται να διαβάσει σε ήδη «πουλημένα» editorial άλλων, με τα οποία έκανε για πολλά χρόνια εμετό – γι’ αυτό και πέτυχε στη μάζα (αφού αγόραζες την εφημερίδα του, αφού παρακολουθούσες τις εκπομπές του χαρίζοντάς του θεαματικότητες, δύναμη και χρήματα!).

Ο Α. με πήρε τηλέφωνο απ’ το τμήμα. Ήταν ήδη μεσάνυχτα. Σε μία ώρα θα τελείωνε η βάρδια του. Σκέφτηκε, είπε, πολύ καλά όσα είπαμε το μεσημέρι – ήταν, περίπου, όπως μιλάς με κάποιον άγνωστό σου που ξέρεις πως δεν θα ‘ναι μάρτυρας αν παραπατήσεις ξανά στο λάθος κι έτσι σε συμφέρει η για λίγο συνύπαρξη. Είχε διάθεση για τζιν τόνικ στα στενά της Πατησίων. Είχε διάθεση για τα «αμαρτωλά» χρόνια των είκοσί μας χρόνων. Γέλασα. Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά της μεγάλης πόλης, welcome back!

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *