Δελτίο θυέλλης

Δελτίο θυέλλης

«… Εμείς με τραμ πηγαίνουμε / και άλλοι με ταξάρες / για μας τα ντόρτια κι οι διπλές / και γι’ άλλους οι εξάρες…», («Το τραμ το τελευταίο», με τη φωνή της Βίκυς Μοσχολιού).

Δύο e-mail που ήρθαν στο inbox μου την προηγούμενη βδομάδα για μία παράγραφο που γράφτηκε εδώ και αφορούσε στο θάνατο ενός εκδότη -ήταν κάτι αυθόρμητο, της στιγμής, κάτι μεταξύ συγκίνησης, μελό λέξεων και κυνισμού, όπως ίσως και τα περισσότερα ενστικτώδη- κάπως μου έθεσε ενδόμυχα τον πειρασμό εκείνο τού να δαγκώσεις τελικά το μήλο και να βγει απ’ τα δόντια αίμα ή να το αφήσεις να πέσει κάτω προτού μεσολαβήσει η (κάθε) Εύα, καθώς κρεμιέται απ’ το στόμα του ερπετού – ελεήστε με, τον κακομοίρη! Ήταν και τα δύο επικριτικά – διαβάσατε τόσα γι’ αυτό το θέμα, καταλαβαίνετε περίπου το «ύφος». Αν και ποτέ δεν απαντώ κατ’ ιδίαν, ίσως γιατί σέβομαι την αξία των λέξεων και των προτάσεων, της υπεράσπισης του χρόνου και των σημείων στίξης -ο διάλογος πρέπει να γίνεται, κατά κάποιο τρόπο, σε βάσεις κτισμένες από μπετόν, χωρίς ουρλιαχτά, και μόνο όταν υπάρχει σοβαρός λόγος- αυτή τη φορά είχα κάπως θιγεί γιατί καταλάβαινα εκείνο που αφήνει να εννοηθεί στις πίσω γραμμές των κειμένων του ο Σ. στα κείμενα που γράφει σε αυτό εδώ το έντυπο -με ξυστό χιούμορ-, αλλά και στην εφημερίδα: Το πώς γεννιέται και μεγεθύνεται πια επικίνδυνα το νέο είδος τραμπούκου. Γιατί ήταν εμφανής, σ’ αυτές τις 200 και 150 λέξεις που μου χάλασαν ένα πρωινό τουφεκίζοντας την άκρη της σφενδόνης, η μαζεμένη στα χρόνια νεκρική ακαμψία που, λίγο πολύ, συναθροίζεται σφαδάζοντας στο να της δοθεί κάπου χώρος, εμμονικά ταγμένη σε όσα έμαθε παιδιόθεν – ελάχιστοι κατανοούν την αξία του στίχου της ποιήτριας που έγραψε «για να ‘ναι πάντα ίδια, αλλάζουν όλα», λίγοι το κάνουν πράξη, αν και συχνά στα βήματά μας και στην καθοδήγηση των αρχών μας σοφό ως θέση. Λείπει πολύ η ευγένεια στις μέρες μας. Κι αφού στο δάσος παρεισφρέουν νέα ζιζάνια, γιατί επιμένεις να στήνεις παγίδες στα παλιά; Τελικά, δεν μάσησα – trash. Enough is enough.

Χθες βράδυ έβαλα στο computer να παίξει ένας παλιός δίσκος της Μοσχολιού, απ’ το 1980: «Το τραμ το τελευταίο και άλλα αρχοντορεμπέτικα». Είχα μόλις μπει στο ντους, έκανε ψιλοκρύο, αλλά είχα ιδρώσει – ήταν εκείνη η αίσθηση του χρόνου που φεύγει, της γιορτής που χάνεται, το αλλοιωμένο σχήμα των ημερών μας που μας κάνει να εκτιμάμε περισσότερο τους ορθωμένους πύργους παρά τη θάλασσα της Λεμεσού απέναντί τους, το νόημα της ζωής που μετριέται σε μερικά ελάχιστα ψήγματα μικρής χαράς αλλά μας κάνει να τρέχουμε με μάτι γυάλινο πίσω από κάθε ηδονή. «Παλιοζωή παλιόκοσμε και παλιοκοινωνία / ακόμα και τον έρωτα / τον κάνεις τυραννία» ή το ανυπέρβλητο «Τι μου τη χάρισες αυτή την ταμπακιέρα / αφού για μένα πονηρά έχεις σκεφτεί / κι αφού στο βάθος θέλεις να με κάνεις πέρα / τι μου τη χάρισες την ταμπακιέρα αυτή;» (πόσοι όρκοι αγάπης, χιλιάδες όρκοι, θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν το προφανές, με δυο τραγούδια;). Η φωνή της Βίκυς έχει κάτι από εκείνα τα μελοδραματικά που μ’ αρέσουν, τα βγαλμένα λες από ένα βαθύ πέρασμα σοφών εμπειριών ζωής αφού και η ίδια ήταν μία λαϊκή γυναίκα -τα περισσότερα προσωπικά της δεν έχουν ειπωθεί ποτέ από εκείνην δημόσια, παρόλο που οι περισσότεροι, ξέροντας, αναρωτιόντουσαν «πώς άντεξε;»-, τις ήττες της κυρίως που συμπιέζονται σε όσα επέλεξε να πει με μερικούς στίχους – το «απόψε φίλα με» δισκογραφήθηκε επτά φορές, καμία δεν έχει τις μεταπτώσεις της χροιάς εκείνης.

Κάτι τέτοια τραγούδια σε κάνουν να κοιτάς για λίγο μέσα σου. Να ρεμβάσεις μετέωρος στο μπαλκόνι πίνοντας ή καπνίζοντας σαν να ‘ταν κάτι που να σου καλύπτει το κενό ή κλείνοντας κάποιον ανοιχτό λογαριασμό με την τελευταία τζούρα. Αν έχεις φτάσει μεσήλικας και δεν κρατάς καβάντζες, για να μην τις μασήσει το πλήθος σε όλα αυτά που αναγκαστικά επαναλαμβάνονται -λίγο σαν φάρσες, που λέει και η Έρση Σωτηροπούλου-, μάλλον κλωθογυρίζεις αναίτια. Βουτηγμένοι σε deadlines, παιδιά, υποχρεώσεις, φιλιά, φιλίες και φευγαλέες αγάπες, business και plans, το άθροισμα είναι μία εξωφρενική χασούρα αν δεν υπάρχει μέσα σ’ όλα και λίγος εαυτός, ένα βόλι που δεν πέτυχε κάποιον εξωφρενικό ανείπωτο στόχο («άσε τα κρυφά κρυμμένα», που ‘λεγε κάποτε και η Αρλέτα). Άνοιξα τον υπολογιστή και μπήκα στην booking. Καιρός για περιπέτεια. Καιρός για μετακίνηση.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *