Διαδρομές

Διαδρομές

Περπατώντας και ξεσκεπάζοντας τα παραμελημένα. 

Πάντα προτιμώ το λούμπεν κομμάτι της Αθήνας: Πέριξ της πλατείας Βάθη -στη Μάρνη και στην Καποδιστρίου- ευθεία προς Αχαρνών ή προς Λιοσίων (κυρίως προς τις κατειλημμένες «αραβικές συνοικίες» που έχουν δημιουργήσει πια ένα μικρό Κάιρο ανέμελων σανδαλιών και μικρών ανεπίδοτων πόθων), γύρω από τα στενά της Ομόνοιας (Ζήνωνος, Ξούθου, Σωκράτους, Γερανίου) ή στις παρυφές του Μεταξουργείου, κοντά στο μετρό – αυτός ο ενιαίος κύκλος των φοβερών αμαρτιών, διαφορετικών αλλά ίδιων παραστάσεων συνοικιών, που ποτέ δεν θα «καθαρίσει», γιατί ανέκαθεν αυτή η πόλη είχε επιλέξει πού θα ρίχνει τα ανθρώπινά της σκουπίδια χωρίς να προσπαθεί να βρίσκει εναλλακτικές. Ξημέρωσε Δευτέρα – ο Μπακογιάννης πανηγυρίζει. Οι κάτοικοι ψωμολυσσώντας ανανέωση και «αυτόν-που-επιτέλους-θα-ενδιαφερθεί» ελπίζουν στο αόριστο και φρέσκο πρόσωπο – θα τα καταφέρει; Στη γωνία Καματερού με Χαλκοκονδύλη, δίπλα από τις ρούχινες στο τσάτρα πάτρα φτιαγμένες τέντες των αστέγων και των απελπισμένων που τρυπιούνται σε δημόσια θέα, ανάμεσα σε τραβεστί και ξανθιές πόρνες που στέκονται μπροστά από λαϊκά τεκνά πίσω απ’ τα τζαμάκια των αυτοκινήτων, ένας μετανάστης κατουράει στην είσοδο ενός εγκαταλελειμμένου μπακάλικου σαν να το κάνει επίτηδες για να κερδίσει τζάμπα μαγκιά απ’ τους αυτόκλητους θεατές – σταματάνε δύο αστυνομικοί της ΔΙ.ΑΣ περνώντας -τυχαία- με τη μηχανή- «βάλτην μέσα, θα στην κόψω!», του λέει ο νεότερος με το κράνος, κι απομακρύνομαι γιατί δεν θέλει πολύ να ομαδοποιηθεί η απελπισία των γύρω σε εκσφενδονισμένους σουγιάδες που ψάχνουν λαιμούς, που ψάχνουν το ξέσπασμα εκείνο που θα φέρει τη λάβα. «Γιατί μένεις εκεί;», με ρωτάνε οι σώφρονες. «Γιατί δεν φοβάμαι», λέω.

Το σύνθημα στη φωτογραφία είναι απ’ την οδό Φυλής – κοντά στο σπίτι όπου έμενε κάποτε η ηθοποιός Δήμητρα Παπαδοπούλου. Κάπως έτσι αισθάνονται εδώ οι άνθρωποι – με βία έρωτας κι επιβολή συναισθημάτων, θες δεν θες, «είσαι η γκόμενά μου, είτε σ’ αρέσει είτε όχι, κι αν δεν το κατανόησες -λέξη εφάμιλλη της λαϊκής ποιητικότητας του Άκη Πάνου- πάρτο πια χαμπάρι». Εύκολες αγάπες, εύκολα μίση στη μεγάλη κιβωτό του Νώε των δυο δυο αυτής της ιστορικής πρωτεύουσας που θα ‘θελε να ‘ναι ευρωπαϊκή αλλά βαριανασαίνει ακόμη στην ανηφόρα αποτυγχάνοντας θριαμβευτικά. Είναι Τρίτη βράδυ. Κάθομαι σ’ ένα πεζούλι κι ακούω τραγούδια που έγραψε η Βραχάλη – τι εμμονή κι αυτή τελευταία. Και σκέφτομαι εκείνη την ωραία συνάντηση του μεσημεριού με την ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, για μια συνέντευξη που θα δημοσιευθεί στο «Φιλgood» και που κανονίστηκε την προηγούμενη μέρα εξ αναβολής μιας άλλης – περίπου, τυχαία. «Ερωτεύτηκα!», μου είπε η γλυκιά μου κι ομόρφυνε η μορφή της αίφνης φωτισμένη στα μάτια απ’ το μικρό της αμπαζούρ, μιας μέρας που με κούρασε πολύ μιλώντας για νέες δουλειές, παζαρεύοντας λεφτά. «Στα 80 σας ερωτευτήκατε;». «Πέρσι. Στα 79 μου». «Είναι ωραίος;». «Πολύ!». «Ξανθός με γαλάζια μάτια;». «Ναι. Ναι. Αυτοί μ’ αρέσουν!». Καθίσαμε μαζί δύο περίπου ώρες στο νέο της σπίτι, στην πλατεία Αμερικής, μέσα στην καρδιά του γκέτο των Αφρικανών, συνομιλώντας απλά – αχ, τι ευλογία αυτή η δουλειά. Ανάπηρη σωματικά η Ρουκ μα χωρίς να έχει καταλαγιάσει στη σπιρτάδα, κόντρα στους ξεχαρβαλωμένους σαραντάχρονους που μοιάζουν πια συνταξιούχοι, η ποιήτρια ήξερε ανέκαθεν το νόημα – ανεπίτρεπτες οι καταθλίψεις σ’ αυτό το εφηβικό κλείσιμο του ματιού στη ζωή από μια γυναίκα που βρίσκεται λίγο πριν την έξοδο καθώς, συνειδητοποιημένα, παίζει στα δάχτυλά της νέες εμπειρίες, νέα πάθη, νέους ενθουσιασμούς που ματαιώνουν το ανύπαρκτο της ακινησίας που σε κάνει νεκρό ζώντας.

Αργά το βράδυ μπήκα στο μπαρ που ξέρω από χρόνια και με ξέρουν – χωρίς ονόματα, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς να μου ζαλίζουν τον έρωτα. Δύο τετράγωνα πριν απ’ τα πορνεία. Πήρα μια μπίρα και ξεκίνησα να πίνω αργά αργά γιατί με «χτυπά» στο κεφάλι – ψυχολογική άρνηση, μάλλον, από παλιές αμαρτίες. «Τι έχεις;», με ρώτησε το αγόρι στην μπάρα. Ορισμένες σκέψεις με έκαναν να βουρκώσω -ίσως να ‘ταν κι η γλυκύτητα της βραδιάς που μετρούσε λίγο λίγο τα κυβικά μου- του είπα για όλα τα ματαιωμένα, για όλες τις αφαιρέσεις, για πρόσωπα που αν και ζουν δεν υπάρχουν πια στη ζωή, που μπλοκαρίστηκαν ηθελημένα. «Σκληρός είσαι, φίλε», είπε. Είπα «ναι». Καθώς η απώλεια της συνείδησης γινόταν πια μελλούμενα ρεζιλίκια, τον καληνύχτισα πριν χάσω επαφή παραζαλισμένος. Εικοσάρηδες έξω από τα μπορντέλα της Σίσσυς και της Ναταλίας, μια συντριπτική ομορφιά που διαλύει το εικοσάλεπτο του σωματικού ξεσπάσματος, η νύχτα ζεστή και χαϊδεμένη από ψευδαισθήσεις – ήταν ωραία. «Έχεις τσιγάρο, φίλε;», μου ΄πε ο μελλοντικός πελάτης. «Δεν καπνίζω», απάντησα ανέμελα. Με ελαφριές τις τύψεις πια, ξαλαφρωμένος, χωρίς να χάνω ακόμη τα λόγια μου -αν και μελαγχολικός- του ΄πα «καλό βόλι» – γέλασε αγορένια χτυπώντας με στην πλάτη.

Πηγή : Φιλgood, τεύχος 227

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *