Disposable love

Disposable love

Προτού πάμε Αγγλία για σπουδές, όλοι εκείνοι οι φίλοι μας που είχαν πάει πριν από εμάς, φρόντισαν να μας ενημερώσουν για το τι λαμβάνει χώρα στην “ακαδημαϊκή ξενιτιά”, όχι τόσο όσον αφορά το κομμάτι των σπουδών, μα πιο πολύ σχετικά με τον τομέα της νυχτερινής ζωής και συγκεκριμένα ενός προϊόντος της τελευταίας που ακούει στο όνομα ‘έρωτας της μιας νύχτας’ ή, στην καθομιλουμένη αγγλική, ‘one night stand’. Αυτοί οι φίλοι μας, και φερόμενοι ειδήμονες και καθηγητές του αναλώσιμου έρωτα, μας προειδοποιούσαν τότε πως αυτή η μορφή έρωτα είναι εθιστική και ότι κάποιος για να την απολαύσει πραγματικά, πρέπει να είναι σε θέση να έχει τον απόλυτο έλεγχο των συναισθημάτων του, αλλιώς το τι ξεκινά τη νύχτα μετά το club, με σκοπό να πεθάνει με το χάραμα του ήλιου, σαν βαμπίρ που χαίρεται τις ζεστές φλέβες των θυμάτων του στο σκοτάδι και με το πρώτο φως της ημέρας γίνεται στάχτη, μεταμορφώνεται σε ένα διαφορετικό είδος έρωτα, μπασταρδεύεται, αλλοιώνεται, και, στο τέλος, καταδικάζεται, αφού καταλήγει στην χειρότερη ελκτική κατηγορία, αυτήν του μονόπλευρου πόθου. Τέτοια είναι και η ιστορία του Νικόλα, την οποία πρόκειται να σας διηγηθώ.

 

Σεπτέμβρης του 2011 λοιπόν. Newcastle-upon-Tyne. Charlotte House Dormitory. Νικόλας. Τον τελευταίο τον είχα γνωρίσει στο αεροπλάνο, καθοδόν προς το Newcastle και μιλήσαμε αρκετά κατά τη διάρκεια της πτήσης μας. Αρκετά για να καταλάβω πως, συναισθηματικά, ο Νικόλας ήταν πολύ ευάλωτος, αφού είχε μόλις χωρίσει από τη σχέση που διατηρούσε από την Α’ Λυκείου, όχι κατ’ επιλογή του. Με λίγα λόγια έφερνε στο παιχνίδι του αναλώσιμου έρωτα, ένα παιχνίδι που θα ξεκινούσε με το που θα πατούσαμε το πόδι μας στο Newcastle, τον χειρότερο συνδυασμό συναισθηματικών χαρακτηριστικών που θα μπορεί κάποιος να διαθέτει σε αυτήν την περίπτωση – λύπη για μια αγάπη που χάθηκε και πόθο για μια νέα που έπρεπε να βρεθεί σύντομα για να κλείσει την πληγή που άνοιξε η πρώτη, έστω και με ένα τσιρότο, προσωρινά, απλά για να μην πονάει τόσο κάθε φορά που οι θύμησες έριχναν αλάτι σ’ αυτήν και η καρδιά του έμοιαζε να σπάει σε χιλιάδες μικρά κομμάτια – ήταν αυτά ακριβώς τα κομμάτια που μας είχαν προειδοποιήσει οι πιο παλιοί να μην πάρουμε μαζί μας στην ερωτική αρένα της φοιτητικής μας ζωής, μα ο Νικόλας τα κουβαλούσε μέσα του θέλοντας και μη, συναισθηματικά απομεινάρια ενός μεγάλου έρωτα που έληξε άδοξα, όπως άλλωστε οι πλείστοι έρωτες που πλάθονται εντός σχολικών τοιχών.

 

Οι πρώτες μας έξοδοι σε bars και clubs και γενικά σε οτιδήποτε πρόσφερε ποτό, μουσική και την πιθανότητα ζευγαρώματος, αποδείχτηκαν άκαρπες όσον αφορά το τελευταίο και μας βρήκαν να πηγαίνουμε στα φοιτητικά μας δωμάτια σόλο. Λίγο το ότι είχαμε συνηθίσει σε άλλου είδους νυχτερινή διασκέδαση στην Κύπρο, λίγο το ότι γινόμασταν σκνίπα στο ποτό από την αρχή της εξόδου και λίγο το ότι (αυτό το συνειδητοποιήσαμε αφότου ριχτήκαμε στη φάση του φλερτ) οι βετεράνοι φοιτητές είχαν φουσκώσει τις περιγραφές και τα νούμερα των δικών τους κατακτήσεων, μαζί και τις προσδοκίες μας, πέρασε σχεδόν ένας μήνας πριν κάποιος από την παρέα σταθεί “τυχερός”. Και αυτός ο κάποιος δεν ήταν άλλος από τον Νικόλα.

 

Baja Beach Club, παρά τον ποταμό Tyne. Ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα, κοντά στο τέλος του Σεπτέμβρη του 2001. Ο Νικόλας κάθεται σε έναν από τους καναπέδες του πάνω ορόφου, πίνοντας το πέμπτο ή έκτο στη σειρά βότκα orange και ανάβοντας το επόμενο τσιγάρο με το προηγούμενο που πάει να τελειώσει. Δείχνει μελαγχολικός, όχι όμως σε βαθμό που να προβάλλει λύπη, αλλά τόσο όσο ακριβώς χρειάζεται για να προστεθεί ένα πέπλο μυστηρίου και συνάμα γοητείας στην ήδη όμορφη εμφάνισή του. Λένε ότι ο έρωτας σε αιφνιδιάζει, ερχόμενος σαν κεραμίδα στο κεφάλι απ’ εκεί που δεν το περιμένεις κι έτσι ο Νικόλας δεν περίμενε, ούτε στα πιο τρελά του όνειρα, να δει τη λαοθάλασσα των clubbers να ανοίγει στα δυο και από μέσα της να περνά και να κατευθύνεται προς το μέρος του η πιο όμορφη “εγγλεζούα” που είχε δει ποτέ στην 20χρονη ζωή του.

Κεραυνοβολημένος όπως ήταν, παρακαλούσε μέσα του να έρθει και να του μιλήσει. Οι προσευχές του εισακούστηκαν και με μια κίνηση που θύμιζε πιο πολύ αερικό παρά άνθρωπο, αιθέρια ύπαρξη παρά γήινη, έσκυψε από πάνω του, εκείνη και το άρωμά της (το οποίο ο Νικόλας θυμάται χαρακτηριστικά, ακόμη και μετά από 15 χρόνια, να ήταν το Gucci Rush) και του ζήτησε με έναν σαγηνευτικό ψίθυρο τον αναπτήρα του, μα εκείνος άκουσε να βγαίνουν από το στόμα της νότες αντί λέξεις, αποτέλεσμα του ότι ήταν διπλά μεθυσμένος, μια από το αλκοόλ κι άλλη μια από έρωτα. Έτσι δεν της απάντησε, ούτε αναπτήρα της έδωσε, μα έμεινε να την κοιτάζει αποσβολωμένος. Εκείνη ξέσπασε σε γέλια -ήταν τα πιο μελωδικά γέλια που εκείνος είχε ακούσει ποτέ- και αφότου γέλασε με την ψυχή της κάθισε δίπλα του, πήρε το τσιγάρο από το χέρι του, άναψε το δικό της και του το έδωσε πίσω, μαζί με μια εκπνοή απ’ τον καπνό της, στέλνοντας το μυαλό και την καρδιά του Νικόλα σε τροχιά γύρω από την Αφροδίτη. Η νύχτα κύλησε με τους δυο τους να συνυπάρχουν πάνω στον καναπέ, σαν οι δυο μόνοι κάτοικοι ενός παραδεισένιου νησιού, να πίνουν, να καπνίζουν, να συζητούν, να έρχονται όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο, να συζητούν πιο πολύ κι εκείνη να γελάει με την αστεία προφορά του, αλλά συνάμα να την βρίσκει γοητευτική, να συζητούν ακόμη παραπάνω κι εκείνος να της λέει πως δεν έχει χαθεί ποτέ σε μάτια πιο πράσινα από τα δικά της και να συζητούν κι άλλο και χωρίς να το έχουν καταλάβει, να έχουν έρθει τόσο κοντά ο ένας στον άλλο που να πιάνουν χώρο στον καναπέ μόνο για ένα άτομο αντί για δυο και, λίγο πριν να σταματήσει η μουσική, να γίνονται ένα άτομο, με ένα φιλί που να διαρκεί όσο και το τελευταίο τραγούδι. Έπειτα, τα φώτα άναψαν, η μουσική σταμάτησε και τα χείλη τους ξεκόλλησαν, με την προϋπόθεση να ξανασμίξουν σε 7 λεπτά, όσο ακριβώς χρειαζόταν το ταξί για να τους πάρει στο Charlotte House, μα τους φάνηκαν υπερβολικά πολλά αυτά τα 7 λεπτά, έτσι η προϋπόθεση έγινε διαταγή και η διαταγή ορμή και η ορμή φιλί 7 λεπτών το οποίο διακόπηκε για να πληρωθεί ο ταξιτζής και συνεχίστηκε αμέσως μετά, στη βροχή, στο προαύλιο του οικοτροφείου και σε καθένα από τα σκαλιά καθοδόν προς το δωμάτιο του Νικόλα. Εκείνη τη νύχτα, ο Νικόλας έσβησε τον προηγούμενο έρωτα με νέο έρωτα και με κάθε φιλί που έδινε και έπαιρνε ένιωθε την πληγή του να κλείνει σιγά – σιγά και δεν μπορούσε πλέον να νιώσει τον πόνο.

 

Λίγες ώρες και πολλά φιλιά αργότερα, ένιωσαν τον ισχνό ήλιο της Βόρειας Αγγλίας να παραβιάζει το μικρό παράθυρο του δωματίου και να ακυρώνει τα αρωματικά κεριά που έκαιγαν όλη νύχτα. Ο Νικόλας ένιωσε ευθύς παράξενα, λες και ετοιμαζόταν να ξυπνήσει από το πιο όμορφο όνειρο της ζωής του, έτσι την πήρε αγκαλιά, την έσφιξε με όλη τη δύναμη της καρδιάς του, την φίλησε παθιασμένα, την έκανε για μια τελευταία φορά δική του κι έπειτα αποκοιμήθηκε στη ζεστή αγκαλιά της, ολοκληρωτικά ευτυχισμένος, γεμάτος, πλήρης.

 

Ο Νικόλας ένιωσε να κρυώνει κι άνοιξε το ένα μάτι για να δει αν ήταν ανοιχτό το παράθυρο, όμως δεν ήταν, κι έτσι άπλωσε το χέρι του για να την αγκαλιάσει, μα έπιασε μόνο σεντόνι και το άρωμά της. Πετάχτηκε σαν ελατήριο πάνω. Δεν φαινόταν πουθενά στο δωμάτιο. Έτρεξε έξω στο κοινόχρηστο σαλόνι και βρήκε τους συγκάτοικους του να παίρνουν πρόγευμα. Τους ρώτησε αν την είδαν να φεύγει. Δεν την είχαν δει. Κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε στο προαύλιο, κι από κει στον δρόμο μπροστά από την είσοδο του οικοτροφείου. Κόσμος, πολύς κόσμος, μα εκείνη πουθενά. Συνειδητοποίησε πως αντί ρούχα φόραγε μόνο το μπουρνούζι του, οπόταν έτρεξε πίσω στο δωμάτιό του. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει, γιατί εκείνη είχε φύγει, γιατί το ό,τι ωραίο έζησε το βράδυ πέθανε με το πρώτο φώς του ήλιου, γιατί ξύπνησε από το όνειρο και γιατί η πληγή του είχε αρχίσει να ξανανοίγει. Είχε αμέτρητα ‘γιατί’ και καμία απάντηση να δώσει, όπως γιατί δεν ρώτησε το τηλέφωνό της ή τη διεύθυνσή της ή σε ποιο από τα δυο πανεπιστήμια του Newcastle σπουδάζει ή, έστω, το όνομά της. Το πάθος της βραδιάς ήταν πολύ και έντονο και δεν άφησε περιθώρια για τα τυπικά, μόνο για τα παρορμητικά. Κλειδώθηκε στο δωμάτιο του και έκλαψε ακούγοντας στο repeat το άλμπουμ που άκουγαν παρέα το προηγούμενο βράδυ κι αφού στέγνωσε από δάκρυ με πήρε τηλέφωνο και μου διηγήθηκε την ιστορία του. Του μίλησα με τη σειρά μου για τα βαμπίρ για τα οποία με είχαν προειδοποιήσει και για έρωτες που γεννιούνται το βράδυ και πεθαίνουν το πρωί με την αυγή. Μου παραδέχτηκε πως εκείνον δεν τον είχε προειδοποιήσει κανείς, έτσι έκανε το λάθος να δει τον έρωτα της μιας βραδιάς σαν κάτι παραπάνω από αναλώσιμο. Έμαθε όμως. Εκείνη η παθιασμένη νύχτα κάπου κοντά στο τέλος του Σεπτέμβρη του 2001 λειτούργησε σαν βάπτισμα του πυρός για τον Νικόλα, ο οποίος από τότε δεν ξαναπήρε μαζί του συναίσθημα σε νυχτερινή έξοδο κι όταν στεκόταν “τυχερός” και ο έρωτας της μιας βραδιάς του έκλεινε το μάτι, φρόντιζε πάντα να φεύγει εκείνος πρώτος, να σκοτώνει έγκαιρα το βαμπίρ για να μην προλάβει να τον αφαιμάξει συναισθηματικά. Τρία χρόνια και πολλά one night stands μετά, ο Νικόλας μπορούσε να πει με βεβαιότητα πως έζησε τη φοιτητική ζωή του στο έπακρο και η καρδιά του δεν ήταν πλέον χίλια κομμάτια, αλλά αρτιμελής.

Τη γυναίκα της ζωής του την βρήκε μετά, αρκετά μετά, και όλοι εκείνοι οι έρωτες της μιας νύχτας, που τον οδήγησαν σε εκείνη, αποτελούσαν πλέον ένα όμορφο παρελθόν, το οποίο του εξασφάλιζε, χωρίς εκείνος να το γνωρίζει συνειδητά, το συναισθηματικό του μέλλον.

 

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *