Δώρα Κακουράτου: Σέβομαι πολύ το χιούμορ για να γελώ με το καθετί

Δώρα Κακουράτου: Σέβομαι πολύ το χιούμορ για να γελώ με το καθετί

Δώρα Κακουράτου: Σέβομαι πολύ το χιούμορ για να γελώ με το καθετί
Φωτογραφία: Δημήτρης Βαττής, Προσωπικό αρχείο Δώρας Κακουράτου

Η grande dame της κυπριακής κωμωδίας και επιθεώρησης γελάει μόνο όταν υπάρχει σοβαρός λόγος.

Από τον Γιάννη Χατζηγεωργίου

Υπάρχουν δύο αδιαπέραστα αντίθετες όψεις του ίδιου ανθρώπου, μίας ευθυγραμμισμένης αλλά ταυτόχρονα και με ατσαλένια πεποίθηση στιβαρής προσωπικότητας, που ίσως το κοινό να μην αντιλαμβάνεται σε μια πρώτη επαφή -στο σούπερμαρκετ, στον δρόμο, στο φαρμακείο, όταν της λέει με τόση εγκαρδιότητα «Δώρα μου!»- αν στη μνήμη του γιγαντώνεται μόνο η θεατρική persona του «Απόλλωνα» της Ονασαγόρου, του «Μιμόζα», του «Οθέλλου» της Μακεδονίτισσας ή της τηλεοπτικής «Αίγιας Φούξιας». Είναι η Κακουράτου που αφελώς μπορεί να πιστεύεις πως έχει κάνει copy paste την υποκριτική στην κάθε της αλήθεια, πως η καθημερινότητά της είναι γέλιο-χαρά-τραγούδι-γιορτή – ούτε μια στιγμή δεν γέλασα στη μία ώρα που κάθισα μαζί της, στο σπίτι της, σε κάποιους κάθετους και παράλληλους δρόμους με ονόματα αγίων στον Αρχάγγελο, δεν αφέθηκε ποτέ στο «κόλπο» ενός εν δυνάμει θεατή υποκύπτοντας στην «ευκολία» της δουλειάς της, δεν «μάσησε». «Αλίμονο αν είχα σχέση με τους ρόλους μου!», μου είπε, ξεκόβοντάς μου το.

Είναι επίσης η Κακουράτου «η σταρ» (λέξη που αποστρέφεται), η οποία ξέρει ακριβώς τι «φέρει» στις δεκαετίες αποθέωσής της, που προηγήθηκαν καθιστώντας τη νούμερο ένα στο είδος της, γι’ αυτό και δεν κάνει τσαλίμια: Η λαϊκή θεατρικότητά της είναι ένα μείγμα μαζικού ενστίκτου, απλότητας και ντομπροσύνης, ταλέντου αλλά και μιας σπάνιας σεμνότητας που -όχι ηθελημένα- την κάνει να διατηρεί και μια απόσταση ασφαλείας – δεν ήθελε, για παράδειγμα, να γράψω πως έχει διαβάσει Καζαντζάκη και «ασκητική», για προφανείς λόγους, αλλά το κάνω ερήμην της, ερήμην και στο κοινό «της».

Υπάρχει, όμως, και μία τρίτη Δώρα Κακουράτου -κι αυτή κομμάτι της αντιφατικής αυτής προσωπικότητας που καταφέρνει να συνδέει αντιθέσεις με φυσικό τρόπο- η οποία δεν δημοσιοποιείται, δεν κοινοποιείται – αρκεί το υπάρχον, όχι η κουτσομπολίστικη διάθεση, τόσο όσο.


Φωτογράφηση για τοπεριοδικό Down Town το Δεκέμβριο του 2017.

Με περίμενε στην αυλή. Κι όπως ξεκινήσαμε, έτσι και αποχαιρετιστήκαμε: Μιλώντας μεταξύ μας μόνο στον πληθυντικό – ίσως να ήταν μία τυπική σύμβαση που απεύχεται, αλλά συνέβη. «Προσπαθώ, κυρία Κακουράτου, να κάνω παραλληλισμό αυτού που θυμάμαι στο θέατρο, αυτού που βλέπω στην τηλεόραση, με ό,τι αντικρίζω εδώ και μία ώρα μπροστά μου, αλλά δεν τα καταφέρνω!», της είπα στο τέλος. Ετοίμαζε τον απογευματινό, κυριακάτικο καφέ της και μ’ άκουγε. Κάπνιζε κρατώντας σταθερό το χέρι της σε γωνία 90 μοιρών και με κοιτούσε. Σιωπή ανάμεσά μας. Αμηχανία. Στο σαλόνι με τα θεατρικά έργα στο τραπέζι, τους πίνακες, τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τον μπαμπά, τη μαμά και τη γιαγιά της (καμία δική της, πουθενά, κανένα πορτρέτο της), οι εικόνες κι ο χαμηλός φωτισμός σαν να με διαβεβαίωναν πως η γυναίκα αυτή αγαπάει πολύ τη μοναχικότητά της. Έβαλε τα δάχτυλα στο πηγούνι της και μου το διέψευσε. Χαμογέλασα ακαριαία κι έσβησε το τσιγάρο με δύναμη στο τασάκι.


Μαζί με τον συμπρωταγωνιστή της, για πολλά χρόνια, Ηράκλη Γιωργαλλή.

«Το θέατρο μού έδωσε πολύ μεγάλες χαρές – και, ευτυχώς, είχα υποστήριξη από την οικογένειά μου σ’ αυτό. “Δώρα”, μου έλεγαν, “αυτό που θες, αυτό να κάνεις!”. Το θέατρο βέβαια, μου στέρησε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, κάποιες γιορτές, την οικογένεια – αλλά ήμουν τόσο αφοσιωμένη σ’ αυτό, που τίποτα δεν έκανα χωρίς χαρά, χωρίς απόλυτο δόσιμο. Ήταν, μάλλον, έξω από τα όνειρά μου η δημιουργία οικογένειας, η απόκτηση ενός παιδιού – γιατί, αν το ‘θελα πραγματικά, να ‘στε σίγουρος πως θα το ‘κανα. Όμως, πάντα θα είμαι ευτυχής γιατί επέλεξα να γίνω ηθοποιός – ναι, είμαι ένας πολύ τυχερός άνθρωπος!».

«Υπήρξα η πρώτη γυναίκα θιασάρχης στην Κύπρο και το πρώτο όνομα πάντα, για πολλά χρόνια – από τα 22 μου κιόλας, σε μία εποχή που δεν ήταν καθόλου εύκολο αυτό. Ήμουν, επίσης, η πρώτη γυναίκα ηθοποιός που έκανε αυτόγραφα. Γιατί μου τα ζητούσαν! Αλλά ήταν όλα σαν ήδη δρομολογημένα. Από παιδί ακόμη. Τότε που με ρωτούσαν στο νηπιαγωγείο “τι θέλεις να γίνεις, Δωρούλα, όταν μεγαλώσεις;” κι εγώ απαντούσα “ηθοποιός” με βεβαιότητα. Αρίστευσα στη σχολή μου, στο “Ελληνικό Ωδείο”, στην Αθήνα, είχα προτάσεις από αθηναϊκά θέατρα -ακόμη και από τον ΟΘΑΚ, αν και επέλεξα στη συνέχεια να μην κάνω ποτέ αίτηση για να προσληφθώ στον ΘΟΚ- γύρισα, όμως, στην Κύπρο γιατί λάτρευα τον τόπο μου – εδώ ήθελα να με αγαπήσουν και να με μάθει ο κόσμος. Μάλιστα, όταν έμαθαν οι καθηγητές μου στη σχολή πως είμαι πλέον στην επιθεώρηση ξαφνιάστηκαν – με προόριζαν για αρχαίο δράμα, λόγω φωνής ίσως, λόγω φιζίκ».


Στο “Θέατρο Μιμόζα”, με τονΔώρο Κυριακίδη, τον Ανδρέα Μαυρομμάτη, τον Ηράκλη Γιωργαλλή, την Καίτη Τσεριώτου και τον Κώστα Παπαμαρκίδη.

«Γνώρισα νωρίς την επιτυχία. Και ως ηθοποιός και ως θιασάρχης. Αυτό σήμαινε, βέβαια, ταυτόχρονα πολλές ευθύνες. Αλλά έχω να λέω πως πάντα ήμουν απολύτως συνεπής στους ηθοποιούς που ήταν μαζί μου και κανείς δεν έμεινε απλήρωτος, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ένας μη επιχορηγούμενος από τον ΘΟΚ θίασος. Δούλεψα πολύ. Κουράστηκα! Ήμουν, όμως, πάντα “στρατιώτης” – ποτέ δεν βαρυγκώμησα, ποτέ δεν πίστεψα πως είμαι “κάποια”, ποτέ δεν είπα “είμαι μία ταλαντούχα”. Θα ήταν αστείο, άλλωστε. Μόνο τα τελευταία 5-6 χρόνια τολμώ απλά να λέω στον εαυτό μου “μπράβο, Δώρα, κάπως τα κατάφερες” – παλιά, ούτε να το σκεφτώ δεν διανοούμουν».

«Μου έχουν συμβεί πολλά, πολλά περιστατικά εκδήλωσης αγάπης του κόσμου, ακραία ίσως – ντρέπομαι να τα πω, θα φανούν εγωιστικά αλλά, ναι, ισχύει, πως ερχόταν κάποτε αστυνομία στους θιάσους μου για να μπορεί κάπως να κοντρολάρεται ο κόσμος. Μου λένε φίλοι μου: “Κανονικά, Δώρα, θα έπρεπε να ήσουν στο τρελάδικο με αυτά που γνώρισες!”. Και τους απαντώ, παραφράζοντας έναν στίχο της Νικολακοπούλου: “Η σωτηρία του μυαλού είναι πολύ μεγάλο πράγμα!”. Έχω δει παιδιά, σεμνά, που έρχονται ταπεινά στα πρώτα γυρίσματα, και μόλις προβληθούν τα πρώτα επεισόδια αλλάζει το ύφος τους. Είναι κρίμα… Μα, και το αναψυκτικό αν είχε πόδια, θα του ζητούσαν αυτόγραφο!».


Στο “Θέατρο Απόλλων” με τον Ανδρέα Μαυρομμάτη, τον Κώστα Παπαμαρκίδηγ και τον Ηράκλη Γιωργαλλή.

«Δεν είμαστε κάτι ιδιαίτερο οι ηθοποιοί. Αυτό πιστεύω. Είμαστε σαν όλους τους άλλους ανθρώπους. Επίσης, δεν καβάλησα ποτέ το καλάμι – ποτέ! Ίσως γιατί καθιερώθηκα και αγαπήθηκα από το θέατρο νωρίς – όχι από την τηλεόραση. Γιατί το θέατρο καθιερώνει τους πρωταγωνιστές! Ο πατέρας μου μού έλεγε: “Μην πάρουν ποτέ τα μυαλά σου αέρα!”. Κι ό,τι μου έλεγε, ήταν για μένα προσευχή. Βήμα-βήμα χτίστηκε η σχέση μου με το κοινό – τίποτε δεν γίνεται, που να έχει διάρκεια, από τη μία μέρα στην άλλη. Το κοινό, άλλωστε, είναι ο καλύτερός μου φίλος – κι εγώ λατρεύω το κυπριακό κοινό! Τελευταία, μου τηλεφώνησε ένας Ελλαδίτης επιχειρηματίας για να συμμετάσχω σε μία παραγωγή στην Αθήνα. Δεν ήθελα. Θέλω να βρίσκομαι στην Κύπρο. Γιατί είμαι χορτασμένη, όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε!».

«Δεν υπάρχει “σοβαρό” και “ελαφρύ” θέατρο. Κι η καταξίωση του ηθοποιού δεν είναι η Επίδαυρος ή ο τάδε “σπουδαίος ρόλος”, αλλά το να σε παραδέχεται και να σε χειροκροτεί ο κόσμος για πολλά χρόνια – αυτή είναι η “Επίδαυρος” για μένα, όλα τα άλλα είναι “ψωνέ”, όταν πια έχουμε φτάσει να παίζει και η κουτσή Μαρία στην Επίδαυρο. Το δυσκολότερο είδος θεάτρου είναι η επιθεώρηση – το πιστεύω ακράδαντα. Κι εγώ έμαθα να μην υποτιμώ κανένα είδος θεάτρου. Υποτιμώ, όμως, ατάλαντους ηθοποιούς – είμαι πολύ αυστηρή στην κριτική μου! Τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο, συμπλέουν διαμάντια με σκουπίδια – τα διαμάντια είναι ελάχιστα. Ο πιο ταλαντούχος Κύπριος ηθοποιός ήταν, για μένα, ο Κώστας Παπαμαρκίδης. Αλλά υπάρχουν και 5-6 νέοι ηθοποιοί, τους οποίους ξεχωρίζω».


2005. Με τη μητέρα της, Χαρούλα, στην οποία είχε πολύ μεγάλη αδυναμία.

«Το θέατρο ήταν στη ζωή μου πιο πάνω από το καθετί. Κι από έρωτες, και απ’ όλα. Αρραβωνιάστηκα, άλλωστε, δύο φορές, αλλά χώρισα και τις δύο – την πρώτη φορά επειδή μου τέθηκε το δίλημμα περί οικογενειακής ζωής και θεάτρου. Αγαπώ, όμως, πολύ τη δουλειά μου! Και δεν θα την άφηνα για τίποτα στον κόσμο! Tα τελευταία χρόνια, που δεν έχω θίασο δικό μου, πρέπει να πω πως είμαι πιο ήρεμη – κάνω τις επιλογές μου, τα ταξίδια μου, βλέπω πολύ θέατρο, συναντώ φίλους. Και λέω πολλά “όχι” σε προτάσεις – πολλά! Το να μείνω εκτός τηλεόρασης για μία τηλεοπτική σεζόν, να ξέρετε πως είναι από δική μου επιλογή. Γιατί ο ηθοποιός δεν είναι ποδοσφαιριστής που κρεμάει τα παπούτσια του – μπορεί να παίζει, ακόμη κι αν γίνει 100 χρόνων».

Με τι γελάτε, κυρία Κακουράτου;
Δεν γελώ εύκολα. Σέβομαι πολύ το χιούμορ για να γελώ με το καθετί.

Είστε ευαίσθητη;
Ναι. Μπορεί να τρέξουν τα μάτια μου για πολλά πράγματα – αν και το κλάμα είναι κάτι πολύ προσωπικό του καθενός. Ωστόσο, από τα πρώτα μου χρόνια, φορώ «πανοπλία» – δεν με αγγίζουν μικρότητες, κακίες, τα προσπερνώ αυτά. Δεν αφήνω τις ερινύες μέσα μου.

Αισιόδοξη είστε;
Βέβαια! Πάντα! Πάντα! Αύριο είναι μια άλλη μέρα… Αλίμονο!


Αγκαλιά με τον Γιώργο Ζένιο, σε φωτογραφία από παράσταση στην οποία πρωταγωνίστησε. 

Με τον θάνατο είστε συμφιλιωμένη;
Έχω χάσει πολύ αγαπημένα μου πρόσωπα – η μητέρα μου πέθανε στα χέρια μου. Και, ως παιδί, έχασα την αδελφή μου στα 9 της χρόνια, όταν εγώ ήμουν 13. Όχι, ο θάνατος δεν με φοβίζει. Είναι κάτι φυσικό.

Ασχολείστε με τα social media;
Όχι, όχι. Φοβάμαι πως θα εθιστώ μ’ αυτά. Αν και ενημερώνομαι από το Internet, σερφάρω, διαβάζω ειδήσεις, μου αρέσει. Αλλά δεν έχω Facebook, Instagram, Twitter. Όποιος θέλει να μου πει κάτι, ας μου γράψει επιστολή.

Τόσο ρομαντική είστε;
Ω, ναι! Είμαι πολύ ρομαντική.

Πώς θα θέλατε να σας θυμούνται; Ως μία πολύ καλή ηθοποιό;
Θα ήθελα να με θυμούνται ως έναν καλό άνθρωπο. Το προτιμώ.

Info: Η Δώρα Κακουράτου πρωταγωνιστεί στη σειρά «Εσύ στον κόσμο σου», που μεταδίδεται καθημερινά Δευτέρα με Πέμπτη, στις 21.20, από τον ΑΝΤ1.

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 619

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *