Εκ του αποτελέσματος…

Εκ του αποτελέσματος…

«Νκημένο μου ξεφτέρι  / δεν αλλάζουν οι καιροί  / με φωτιά και με μαχαίρι  / πάντα ο κόσμος προχωρεί  / Καληνύχτα Κεμάλ  / αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξθει ποτέ  / καληνύχτα…» (Στίχοι: Νίκος Γκάτσος).

Στο μόλο της Λεμεσού, τον παραζαλισμένο πια από τα αμετροεπή μεγαθήρια και τα γύρω γύρω μπετά, που λες και στοιχηματίζουν πώς να θαμπώσουν καλύτερα τα χνώτα περπατώντας στην 28ης Οκτωβρίου για να πιάσουν μια ακόμα σπιθαμή θάλασσας μπας και ανέβει κι άλλο η αξία στο τετραγωνικό, τα spasiba και τα zdravstvuyte, τα skateboard και τα ανοιγμένα facetime, τα συνδεδεμένα με κάποια άλλη χώρα λόγια -ξενιτιάς μάλλον-, ένας κοντοκουρεμένος με γκρίζο φανελάκι, ξυρισμένος κόντρα, κάπου στα τριάντα, καθισμένος μόνος στο παγκάκι απέναντι από την αποβάθρα που κάνει ένα ημικύκλιο λες και φτιάχτηκε για μεγαλύτερη αδρεναλίνη σε φανταστικό διάδρομο go karts, είχε κλειστό στα γόνατά του ένα βιβλίο που ήξερα ήδη το με αναμμένα κεριά εξώφυλλό του από κάτι περίεργα παζάρια βιβλίου της πλατείας του Αγίου Παντελεήμονα, στην Αθήνα: «Ας μιλήσουμε για Εβραίους!», εκδόσεις Ήλεκτρον. Ανακατεύτηκα. Ακόμη κι εδώ, ανάμεσα σε μετανάστες και τόσες ξένες φωνές, καπνίζοντας και κοιτώντας με περίεργα, καθώς κοντοστεκόμουν έκπληκτος, με τρόπο που ήμουν πεπεισμένος πως δεν θα ‘λεγα ότι θα του φέρθηκε σκάρτα η ζωή παρατηρώντας τον καλά, φύτρωνε χωρίς έλεος το κακό – η μισανθρωπία. Εκείνο το ατσούμπαλο κτήνος που ομαδοποιείται.

Παρεξηγημένη έννοια η δημοκρατία – λυπάμαι, αλλά δεν ήμουν ποτέ υπέρμαχος του «διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες» που απέδωσαν κάποιοι κάποτε λανθασμένα στον Βολταίρο, δίνοντας χώρο έτσι -μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, στωικά και χαρακτηρίζοντας (με συμπάθεια ίσως) τους δολοφόνους σε «παιδιά»- σε ό,τι πιο ανελεύθερο και χυδαίο θέλησε ποτέ να μπει στη Βουλή ανεβάζοντας λασπωμένα παπούτσια στα έδρανα – φανταστείτε να γίνουν η έκτη έδρα στην ευρωβουλή! Είμαι, λοιπόν, υπέρ της λογοκρισίας. Και του face control. Να μη μιλάνε. Να μην κυκλοφορούν. Να μην τους δίνεται ο λόγος – «δικτατορικά» κι ωραία. Να μην επιδεικνύουν την «ελληνικότητα» πάνω από τάφους ηρώων «αγκαλιάζοντας» ετσιθελικά θυσίες, με συνθήματα που είναι λες και στοιχημάτισαν πότε θα πάρουμε ξανά πίσω την Τριπολιτσά -όχι, δεν είναι πια γραφικά- κρατώντας ελληνικές σημαίες, τσαλακώνοντας και «λερώνοντάς» τις, φωνάζοντας και δίνοντας παλμό με ιαχές ταρζάν λες και σηκώνουν μπάρες σε γυμναστήρια ανεδαφικά συνθήματα επικαλούμενοι οράματα αγίων – «πάλι με χρόνια με καιρούς…» (χα!). Να επιστρέψουν στις σπηλιές τους. Πίσω στα λαγούμια τους. Στην αμορφωσιά και στον αναλφαβητισμό τους. Να μην τους μιλάει κανείς όσο φέρονται σαν πιο Κύπριοι από τον Καραολή και πιο Έλληνες από τον Κοραή με γελοία σύμβολα βγαλμένα από τους φούρνους και φαιδρότητες που ακόμη τους τρέφουν έπειτα από οκτώ δεκαετίες – πόση στένωση του ελάχιστου δείκτη νοημοσύνης;

Από την άλλη, μεγάλος γρίφος οι διαδηλώσεις μερικών σεσημασμένων ή «εύκαιρων» προς στιγμής, τα πλακάτ που ανεβαίνουν ποζάροντας έξω από τα «τρία φανάρια» με τις νόστιμες τυρόπιτες, η ελαφρότητα με την οποία θίγονται στους δρόμους κάποια θέματα (που δεν αντιμετωπίζονται με «μαζέματα» και #metoo στα facebook επιδεικνύοντας φωτογραφικά αυτό που θα ‘πρεπε να είναι εξαρχής δεσμός με το μέσα μας), η δικαιολογία -ευκολάκι- που κρεμιέται σαν γλειφιτζούρι στο «εναντίον» του «εμείς κάναμε κάτι, σηκωθήκαμε από τον καναπέ» – αντάρτες του μισαώρου, ένα μπουκέτο «καλής φάσης» σαν rave party, σαν άλλα οργισμένα νιάτα του Όσμπορν (αν και μεσήλικα). Ίσως είμαι περιορισμένης αντοχής. Ίσως να μου είναι πιο εμφανής από άλλους η επιδερμική ρητορική του μικροαστού και η κενή συνθηματολογία χωρίς λιγουλάκι πράξη. Μεγάλωσα. Κουράζομαι εύκολα. Κι όταν κάτι δεν τσουλάει -κοινωνικά, πολιτικά, επαγγελματικά, προσωπικά-, βαθμηδόν χάνω το ενδιαφέρον μου και μου γεννιέται ο κυνισμός που βαφτίζω «επαφή με την πραγματικότητα». Με πιάνει δύσπνοια. Και σκέφτομαι -αυτό το σοφό που μου ‘χε πει κάποτε η Αρβελέρ, στην Πλάκα- πως η επανάσταση -η μικρή, έστω- ξεκινά πρώτα από το σπίτι μας, από τη δουλειά μας – αντίστοιχης συνέπειας, εργατικότητας και φιλότιμου, θα είναι και τα άλλα, τα κανονικά μη επιδεικνυόμενα. Φυσική η κόπωση. Πώς να σφηνωθεί κρέας σε αραιωμένα δόντια; Αχ, κι αυτός ο υπερεκτιμημένος διάλογος… Όταν μπει νερό στο κρασί, ξαναγίνεται κρασί;

Στο τέρμα μιας αποβάθρας πριν από το παλιό λιμάνι και τη νέα μαρίνα του νεοπλουτισμού μας, ένας Σύρος προσπαθούσε να ψαρέψει από τα βρώμικα νερά με τη γυναίκα του παραδίπλα, φορώντας μαντίλα και μιλώντας δυνατά στο κινητό – ακαταλαβίστικα όλα. Στο google translate έγραψα «αλκυονίδες μέρες» – ελπίζω να ήταν ακριβής η μετάφραση. Χαμογέλασε κι έλαμπε στο φως του μεσημεριού δράττοντας το λεπτό που μας συνέδεε στο κέρασμα ενός κυπριακού καφέ χωρίς καϊμάκι. Φαινόταν σαν ήδη αποδεχόμενος τη μοίρα του – αλλά τσουρούφλιζε, παραδόξως, χαρά. Σαν να ‘χε «τρικυμίες» το «διάβασμα» του φλιτζανιού αλλά λευκό στο κατακάθι – όλα είναι τώρα! Μεθυσμένος στην ελπίδα που μου έδινε η πεποίθησή του στην «παλιοζωή», του ζήτησα να δημοσιεύσω τη φωτογραφία του. Συμφώνησε. Κι αγκαλιαστήκαμε σαν θαρραλέοι.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *