Ελένη Φουρέιρα: Η μυθιστορηματική διαδρομή μιας φτωχής μετανάστριας

Ελένη Φουρέιρα: Η μυθιστορηματική διαδρομή μιας φτωχής μετανάστριας

Ελένη Φουρέιρα: Η μυθιστορηματική διαδρομή μιας φτωχής μετανάστριας
Φωτογραφία: Αρχείο "Φ", Φωτογραφία εξωφύλλου: Γιώργος Καπλανίδης

Η µυθιστορηµατική διαδροµή µιας φτωχής και ταλαιπωρηµένης µετανάστριας από το Φιέρι της νοτιοδυτικής Αλβανίας στο κέντρο της σκηνής του µεγαλύτερου τηλεοπτικού σόου του πλανήτη, αλλά και στο επίκεντρο της προσοχής του διεθνούς Τύπου.

Συνέντευξη: Κώστας Μπουρούσης

Η συμμετοχή της Κύπρου στον 63ο Διαγωνισμό της Eurovision υπενθυμίζει με έναν ξεκάθαρα ειρωνικό τρόπο τις ξεχασμένες αξίες και τα παραγνωρισμένα ιδεώδη του οικοδομήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια γυναίκα που γεννήθηκε στην Αλβανία και μετοίκησε ως οικονομικός μετανάστης στην Ελλάδα εκπροσωπεί την Κύπρο με ένα τραγούδι που γράφτηκε από έναν Ελληνοσουηδό συνθέτη. Και φλέρταρε με την κορυφή, την αναγνώριση, την καταξίωση. Θα μπορούσε να είναι μια αλληγορική απεικόνιση, ένα case study για την Ευρώπη των ίσων ευκαιριών όπου καθένας παίρνει αυτό για το οποίο μοχθεί, εκείνο που στ’ αλήθεια ονειρεύεται, ανεξαρτήτως εθνικότητας, χρώματος ή φύλου, προνομιακής ή μη καταγωγής.

Τίποτα από τα πολλά δύσκολα με τα οποία έχει παλέψει παιδιόθεν η Ελένη Φουρέιρα δεν μπορούσε να διακρίνει κανείς – όσο βαθιά κι αν γνωρίζει την ιστορία της – στα τρία λεπτά της επί σκηνής του Altice Arena της Λισαβόνας το βράδυ του τελικού της Eurovision. Αποφασισμένη, εκτυφλωτική, δυναμική, κυρίως σίγουρη για τον εαυτό της. Αιθέρια, μα συνάμα φλογερή μέσα στη δημιουργία με τα 590.000 κρύσταλλα Swarovski που εμπνεύστηκε για εκείνην ο Vrettos Vrettakos η Φουρέιρα έμοιαζε να ζει κάθε στιγμή ενός παιδικού ονείρου της που γινόταν πράξη, ενώ την ίδια ώρα εξελισσόταν στο απόλυτο viral των κοινωνικών δικτύων.

Ειδικά μετά την ερμηνεία της στον ημιτελικό, σχολιαστής του BBC μίλησε για τις εκλεκτικές συγγένειές της με την Beyonce και δημοσιογράφος των New York Times επιφύλασσε εύφημο μνεία για εκείνην σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε την επομένη της πανηγυρικής πρόκρισής της στον τελικό.

Πίσω στην Αθήνα, στο μικροαστικό προάστιο της Καλλιθέας, οι γονείς της Ελένης ή Εντέλα, όπως η ίδια αποκάλυψε ότι είναι το όνομά της στα αλβανικά, λογικά δεν πίστευαν στα μάτια τους με όσα είδαν να συμβαίνουν στην κόρη τους. Κάθε γονιός ονειρεύεται το καλύτερο, ακόμα και το άφταστο για το παιδί του. Όμως ποιος θα το περίμενε ότι η κόρη μεταναστών σε μια Ελλάδα που ακόμα παλεύει με την ξενοφοβία και τη μισαλλοδοξία θα κατάφερνε όχι απλώς να ενσωματωθεί σε μια κοινωνία αλλά να ενσαρκώνει ένα παράδειγμα για τους άλλους. Όχι γιατί κατάφερε κάποιο σπουδαίο ή κοσμογονικό επίτευγμα, αλλά γιατί δεν πρόδωσε ποτέ το όνειρό της. Πάντα κόντρα στα προγνωστικά.

Στο λεύκωμα της έκτης τάξης του δημοτικού σχολείου η Φουρέιρα είχε γράψει ότι εκείνο που ήθελε στη ζωή της ήταν να γίνει τραγουδίστρια. Παιδιόθεν ήταν ένα κορίτσι που ήθελε να τραβά την προσοχή των άλλων. Έπαιρνε μια βούρτσα μαλλιών, ανέβαινε στο τραπέζι και έλεγε τα δικά της. Όμως τότε την πρόσεχαν για τους λάθος λόγους. Τα δόντια της ήταν στραβά, τα μαλλιά της υπερβολικά πολλά και εντυπωσιακά σγουρά, τα φρύδια της μεγάλα και πυκνά, το χρώμα του δέρματός της ύποπτα μαυρισμένο χειμώνα-καλοκαίρι. Τη μεταμόρφωσή της από ασχημόπαπο σε γυναίκα την οφείλει στη μεγαλύτερη αδελφή της. Εκείνη τη σουλούπωσε στα χρόνια του λυκείου, την έκανε αυτήν που αργότερα οι παλιοί συμμαθητές της θα συναντούσαν στον δρόμο και δεν θα την αναγνώριζαν. “Εσύ είσαι η Φουρέιρα; Αποκλείεται”, τους άκουγε να της απευθύνονται ξαφνιασμένοι.

Τα παιδικά χρόνια της στην Ελλάδα κάθε άλλο από ρόδινα υπήρξαν. Δεν ήταν μόνο το στοίχημα της μετανάστευσης σε μια γειτονική άλλα άγνωστη χώρα, ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλούσαν μια ακατανόητη γλώσσα, αλλά και οι οικονομικοί σκόπελοι που αντιμετώπιζε η οικογένειά της. Η δουλειά της μητέρας της ως μοδίστρας και τα μεροκάματα του πατέρα της δεν έφταναν για να εξασφαλίσουν στην εξαμελή φαμίλια όλα τα απαραίτητα. Χωρίς ίχνος ντροπής ακόμα και σήμερα που το αστέρι της λάμπει πιο φωτεινό από ποτέ η Φουρέιρα παραδέχεται ότι συχνά τα ρούχα που φορούσε ως παιδί προέρχονταν από εράνους της ενορίας της γειτονιάς της. Στην εκκλησία και στο κατηχητικό είχε βρει ένα ασφαλές καταφύγιο. Εκεί καλλιέργησε τη σχέση της με τον Θεό και μέχρι σήμερα, κάθε φορά που ανατρέχει στο παρελθόν της ή οραματίζεται το μέλλον στις συνεντεύξεις της συνηθίζει να κάνει τον σταυρό της. Κι ας τη λένε παλιομοδίτισσα.

Πριν ξεκινήσει την καριέρα της στο τραγούδι με το συγκρότημα Mystique, η Φουρέιρα έκανε πολλές δουλειές του ποδαριού για τα προς το ζην. Στα 12 της χρόνια μοίραζε διαφημιστικά φυλλάδια πόρτα πόρτα, αργότερα δούλεψε γκαρσόνα, πωλήτρια, υπάλληλος σε σουβλατζίδικο. Έμαθε να μάχεται για να κερδίσει την κάθε μέρα. Όμως το όνειρο της μουσικής σιγόκαιγε μέσα της. Σαν τις αγαπημένες της πρωταγωνίστριες στις βραζιλιάνικες σαπουνόπερες που παρακολουθούσε ως παιδί ήξερε ότι θα ερχόταν η μέρα και για εκείνην. Το πρώτο της μεροκάματο στο τραγούδι με το ζόρι έφτανε τα 20 ευρώ σε ένα συνοικιακό κέντρο στην Καλλιθέα. Ήταν η εποχή που στις δισκογραφικές εταιρίες της έκλειναν την πόρτα και γελούσαν όταν πληροφορούνταν την αλβανική καταγωγή της. Τελικά το συγκρότημα Mystique πριν από μια δεκαετία της άνοιξε τον δρόμο για τις μεγάλες αθηναϊκές πίστες. Ήταν η δική της ευκαιρία και την έπιασε από τα μαλλιά.

Μπορεί στα πρώτα της χρόνια στη νύχτα να μη φορούσε επώνυμους σχεδιαστές, αλλά ρούχα που έφτιαχνε η ίδια με τη μοντελίστ μητέρα της, ωστόσο ρουφούσε κάθε πληροφορία σαν σφουγγάρι. Η Φουρέιρα δεν σπούδασε τη μουσική και τον χορό με περιώνυμους καθηγητές. Τα έμαθε όλα στην πράξη. Αλλά το έκανε προσηλωμένη. Μόχθησε. Γι’ αυτό και σήμερα νιώθει τόσο σίγουρη με τον εαυτό της και τόσο άνετη με όσα κι αν της προσάπτουν για την καταγωγή της. Άλλωστε το outing αναφορικά με τις αλβανικές ρίζες της διάλεξε να το κάνει ακριβώς τη στιγμή που αισθανόταν έτοιμη και δυνατή – εντάξει, για να λέμε την αλήθεια η δήλωση της ίδιας για τις ρίζες της από το Μεξικό είχε πλέον γίνει ανέκδοτο. Σε κάθε περίπτωση η ίδια είχε μάθει να διαχωρίζει τη σταρ που αναγνώριζαν όλοι πια σε εκείνην, από το Ελενάκι της πραγματικής ζωής. Τι κι αν όλοι χτυπούσαν τη Φουρέιρα, δεν μπορούσαν να βλάψουν την Ελένη.

Το coolness της Φουρέιρα δεν εξαντλείται μόνο στο ζήτημα της καταγωγής της ή στον τρόπο με τον οποίο αντιδρά σε παλιές φωτογραφίες της, τις οποίες πολλοί χρησιμοποιούν για να την ψέξουν ότι έχει ενδώσει σε επεμβάσεις πλαστικής χειρουργικής. Με τον ίδιο τρόπο έχει διαχειριστεί και τις πολυθρύλητες ερωτικές σχέσεις της τόσο με τον ποδοσφαιριστή Γιώργο Σαμαρά όσο και με τον εφοπλιστή Σπυράγγελο Λυκούδη. Μπορεί και οι δύο φωτογενείς δεσμοί της να έληξαν άδοξα, φαίνεται όμως ότι η τραγουδίστρια έχει βρει πια ένα απάνεμο λιμάνι στην αγκαλιά του Ισπανού ποδοσφαιριστή Αλμπέρτο Μποτία. Μάλιστα, ο 29χρονος πρώην παίκτης του Ολυμπιακού έσπευσε τις τελευταίες ημέρες στη Λισαβόνα προκειμένου να υποστηρίξει διά ζώσης τον άθλο της καλής του.

Άλλωστε, για την 31χρονη Φουρέιρα η Eurovision είναι μια παλιά, πικρή ιστορία. Το 2010 συμμετείχε στον ελληνικό προκριματικό μαζί με τον Μάνο Πυροβολάκη, χωρίς να πετύχει τη νίκη. Έκτοτε και όσο το star quality της αποτυπωνόταν στις εμφανίσεις της – είτε στις τηλεοπτικές με την επικράτησή της στο talent show Just the 2 of Us, είτε σε βραβεία και εκδηλώσεις όπως το MadWalk, είτε στις πίστες – με κάθε ευκαιρία η ίδια εξέφραζε τη διακαή επιθυμία της να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη Eurovision. Μάλιστα, έχει υποστηρίξει ότι κατέθεσε τρεις φορές στην ΕΡΤ συγκεκριμένη πρόταση με τραγούδια, τα οποία απορρίφθηκαν από τους ιθύνοντες της δημόσιας τηλεόρασης. Λίγους μήνες μετά έγιναν λαοπρόβλητες επιτυχίες και σουξέ στο YouTube.

Φέτος ήταν σαν να συνωμότησε το σύμπαν. Η Κύπρος την επέλεξε και έδωσε το χρίσμα στη Φουρέιρα. Η ίδια το ήθελε και το μπορούσε. Μόνο που ελάχιστοι πίστευαν σε εκείνην όταν στις 25 Ιανουαρίου ανακοινώθηκε η συμμετοχή της από το ΡΙΚ. Μέχρι και την πρώτη τεχνική πρόβα της στη Λισαβόνα πριν από δύο εβδομάδες οι προσδοκίες από το Fuego και τη Φουρέιρα ήταν μάλλον μεσαίες, γεγονός που προσυπέγραφαν και οι στοιχηματικές αποδόσεις που την κατέτασσαν στην καλύτερη περίπτωση 17η ανάμεσα στους 43 συμμετέχοντες. Αμέσως μετά την πρώτη πρόβα της, η Φουρέιρα ανέβηκε εν μία νυκτί στην πρώτη δεκάδα και μέχρι τη βραδιά του ημιτελικού είχε καταφέρει να διεμβολίσει τα απόλυτα φαβορί από το Ισραήλ (Netta), τη Νορβηγία (Alexander Rybak) και την Εσθονία (Elina Nechayeva) και να σκαρφαλώσει στην κορυφή. Ακόμα και λίγες ώρες πριν από τον τελικό η συμμετοχή της Κύπρου έδινε τη χαμηλότερη απόδοση στα σχετικά στοιχήματα, ενώ η Φουρέιρα εξασφάλισε έπειτα από κλήρωση την παρουσία της στο δεύτερο και πιο προνομιακό μέρος του τελικού. Οι Eurofans τη λάτρεψαν, το ινσταγκραμικό ποίμνιό της αυξήθηκε κατά 40 χιλιάδες followers στη διάρκεια της Eurovision, ο κόσμος ανακάλυψε ότι μια γυναίκα μπορεί να είναι φλογερή και θελκτική ακόμα και όταν ποζάρει για τις ανάγκες του χορηγού της αγκαλιά με έναν ανανά. Παρόλο που δεν σήκωσε την κούπα χθες βράδυ, η Φουρέιρα είναι το αδιαφιλονίκητο role model της φετινής Eurovision. Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη.

Επιμέλεια – styling: Στέφανος Μάλαμας 

Πηγή : Περιοδικό Hello!, τ. 164

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *