Έμπαινε, Μανώλο!

Έμπαινε, Μανώλο!

Ο 18χρονος Εμμανουήλ Κάραλης είναι το «παιδί-φαινόμενο» στο άλμα επί κοντώ και μελλοντικός – βέβαιος – Έλληνας Ολυμπιονίκης.

Μιλά πάντα χαμηλόφωνα, δεν αναφέρεται ποτέ στον εαυτό του σε πρώτο πρόσωπο αλλά προτιμά εκφράσεις όπως «κάναμε», «καταφέραμε», «πετύχαμε», είναι πάντοτε συνεπής στα ραντεβού του -ακόμη κι αν αυτά αφορούν σε μία συνέντευξη αν και εξηγεί πως «δεν έχει να πει κάτι, ό,τι κάνουμε φαίνεται μέσα στον αγωνιστικό χώρο» και αισθάνεται την ανάγκη -ίσως και την υποχρέωση- να αναφέρεται στους αθλητές γονείς του οι οποίοι τον ώθησαν σε αυτό που μελλοντικά θα τον αποθεώσει – παγκόσμιοι πρωταθλητές στοιχηματίζουν πως ο Εμμανουήλ θα δοξάσει το όνομά του και την Ελλάδα σε μελλοντικούς Ολυμπιακούς αγώνες, «αν όλα πάνε καλά και δεν στραβώσει το κεφάλι του, δεν παρασυρθεί από όσους πειρασμούς “απειλούν” έναν 18χρονο», μετά την πέμπτη θέση που κατέκτησε πριν από μία βδομάδα στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κλειστού Στίβου του Μπέρμιγχαμ – πέμπτος καλύτερος αθλητής στον κόσμο! «Ναι, έχω στερηθεί πολλά, αλλά έκανα την επιλογή μου. Έκανα πολλές θυσίες, για να φτάσω εδώ που είμαι τώρα! Και είμαι χαρούμενος που μπήκα στον αθλητισμό. Πιεσμένος δεν έχω νιώσει ποτέ, γιατί αγαπώ πραγματικά αυτό που κάνω!», μου εξηγεί.

Συνομιλώντας με αρκετούς αθλητές του μεγέθους του Εμμανουήλ στο παρελθόν, η κοινή συνισταμένη όλων είναι η προσήλωση στο στόχο – δεν μετριούνται στον πρωταθλητισμό μέρες, νύχτες, Χριστούγεννα, αργίες και διακοπές που χάθηκαν. Η Βούλα Πατουλίδου ήταν περήφανη που, για αρκετά χρόνια, όπως μου εξηγούσε, δεν κατάφερνε να γιορτάσει μαζί με τους φίλους της τα γενέθλιά της αν και πάντοτε την περίμενε μία μικρή τούρτα από κάποιο ζαχαροπλαστείο της Θεσσαλονίκης στα αποδυτήρια για ένα πεντάλεπτο βιαστικό διάλειμμα μεταξύ των επίπονών της προπονήσεων. Το ίδιο είχε συμβεί και με τον Κακλαμανάκη, τον Πύρρο Δήμα, τον Ιωάννη Μελισσανίδη. «Άντεχα τη μοναξιά. Γιατί ήμουνα δοσμένος σ’ αυτό. Άλλα αγόρια γίνονταν “κομμάτια” επειδή τους άφησε ένα κορίτσι ή γιατί δεν έγραψαν καλά στις εξετάσεις τους, εγώ διαλυόμουν, έπεφτα στα πατώματα, αν δεν πήγαινε καλά η προπόνησή μου – σκέψου τι γινόταν αν αποτύγχανα σε αγώνες!», μου έλεγε πέρσι ο άνθρωπος που αποθεώθηκε από 10 εκατομμύρια Έλληνες και έγινε ο νεότερος ολυμπιονίκης παγκοσμίως στις ασκήσεις εδάφους στη γυμναστική.

Ο πατέρας του Εμμανουήλ κατάγεται από τον Πύργο Ηλείας, η μητέρα του από την Ουγκάντα, αν και είχε έρθει στην Ελλάδα από τα τρία της χρόνια. Στο τηλέφωνο ακούγεται διστακτικός για να μιλήσει με πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή του – νιώθει, λέει, υπερήφανος κάθε φορά που τυλίγεται με την ελληνική σημαία γύρω από το σώμα του και αυτό του αρκεί. «Τον αθλητισμό τον άρχισα από μικρό παιδί. Είναι το “οξυγόνο” μου… Οπότε, ναι, έχει μπει στη ζωή μου για τα καλά πια!». Μου περιγράφει την καθημερινότητά του: Πρωινό, σχολείο, διάβασμα, προπόνηση, πάλι προπόνηση, ξανά προπόνηση, διάβασμα, ύπνος. «Ωχ, τρομακτικό», του λέω. «Καθόλου!», απαντά. Θυμάται πως όταν κατάφερε να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ στα 16 του μόλις χρόνια στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου που είχε διεξαχθεί στην Τυφλίδα της Γεωργίας, μοναδική εξαίρεση στην καθημερινότητά του αποτέλεσε η αναφορά του διευθυντή του σχολείου στον ίδιο και στην επιτυχία του, το χειροκρότημα από τους συμμαθητές του που τον φωνάζουν «Μανώλο», κάποια συγχαρητήρια, «αλλά μετά επιτρέψαμε στις τάξεις». Συνεχίζει. «Είναι πολύ δύσκολο να συνδυάσεις πρωταθλητισμό και σχολείο μαζί, γιατί δεν υπάρχει ο χρόνος. Αλλά το σχολείο είναι σχολείο… Και η μόρφωση είναι σημαντικό πράγμα. Οι καθηγητές μου πάντα ήξεραν σε τι κατάσταση βρίσκομαι, πόσο δύσκολο είναι το πρόγραμμά μου και ανέκαθεν σέβονταν την απόφασή μου και την προσπάθειά μου».

Του λέω πως είναι βέβαιο πως στο μέλλον όλοι θα μιλάνε γι’ αυτόν – όπως ο Λευτέρης Πετρούνιας, βήμα βήμα, σήμερα θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ελληνικού αθλητισμού σε όλο τον κόσμο. Δεν τον αγγίζουν οι λέξεις – είναι μία περίεργη τεχνική που διαθέτουν οι περισσότεροι αθλητές στο να φιλτράρουν όσα τους λένε και να διαχωρίζουν το «θεός» που ακούγεται από τις κερκίδες απ’ την πραγματικότητα. «Γιατί μιλάς πάντοτε στον πληθυντικό και δεν λες “εγώ”;», τον ρωτάω στο τέλος. «Γιατί εδώ γίνεται μία συλλογική δουλειά – από τους γονείς μου, από τον προπονητή μου, από τους ανθρώπους μου που με κατανοούν. Άλλωστε, όπως έχω μάθει, τίποτα δεν καταφέρνουν στη ζωή οι μονάδες».

xatzigeorgiou@yahoo.com

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *