Επί χρήμασι

Επί χρήμασι

mannouris 2

 

Το λογοτεχνικό περιοδικό «Έπεαπτερόεντα» διοργάνωσε την περασμένη Τετάρτη καρναβαλίστικο χορό για τους ποιητές της πόλεως. Οι συμμετέχοντες θα διάβαζαν ένα ποίημά τους με την ανάλογη αμφίεση. Το βρήκα πρωτοποριακό και ενδεικτικό του λογοτεχνικού γίγνεσθαι της Λάρνακος. Ήμουν διστακτικός. Το concept παρά ήταν προχωρημένο για τα γούστα μου, ώσπου συμβουλεύτηκα την Κική. «Δικτύωση, ξάδερφε, είναι το άλφα και το ωμέγα τη σήμερον ημέρα», τόνισε η περιπτερούχος, παρακολουθώντας ταυτόχρονα με καχυποψία έναν περίεργο τύπο που της είχε προηγουμένως ζητήσει τοελληνικό περιοδικό κεντητικής και χειροτεχνίας «Αλέξια», έντυπο που της ήταν παντελώς άγνωστο.

Ας πάω, είπα.

Θα είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συναγελαστώ με τους ομότεχνούς μου. Ναι, αλλά η αμφίεση; Θέλω κάτι σε πτηνό που να είναι, ωστόσο, και ολίγον ανθρωποειδές. «Ντύσου πιγκουίνος!», μου βρίσκει αμέσως τη λύση η Κική. Και πού να βρω τη στολή; «Η Ευαγγελία η κομμώτρια, αγάπη μου, είναι ο άνθρωπός σου, αφού την έκανες που την έκανεςτην κουμπαριά, εκμεταλλεύσου την». Σωστά. Η Ευαγγελία γνωρίζει κόσμο και ντουνιά και είναι καταφερτζού απ’ τις λίγες.

Φεύγω απ’ το περίπτερο και πάω με τα πόδια στο κομμωτήριο, πλησίον του ιερού ναού Παναγίας Χρυσοπολιτίσσης. «Ευαγγελία μου, σε χρειάστηκα», λέω στην κουμπάρα, παραθέτονταςτον λόγο της επισκέψεώς μου. «Μέχρι αύριο θα σ’ έχω κάνει πιγκουίνο περιωπής», μου απάντησε, χωρίς να αφήσει το παραμικρό περιθώριο αμφισβήτησης. «Θα τηλεφωνήσω στην Κούλα την ταξιθέτρια, κάτι θα μου βρει απ’ το βεστιάριο, αν όχι, θα μιλήσω με τον Σεραφείμ. Σαλονικιός και ταχυδακτυλουργός, και μην ακούς τι λέει ο κόσμος». Τι λέει ο κόσμος; «Τίποτα, τίποτα, φύγε τώρα γιατί έχω δουλειά, αύριο στις πέντε να είσαι εδώ».

Φεύγω ήσυχος και καθώς περνώ έξω απ’ το ναό, θυμούμαι πως πρέπει να γράψω κι ένα ποίημα. Ένα ποίημα το οποίο, ως πιγκουίνος, θα πρέπει να απαγγείλω ενώπιον των συναδέλφων μου. Βαρύ το καθήκον, όμως η μούσα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ουδέποτε με πρόδωσε. Εν αντιθέσει με τη ζωή. Τι ποια ζωή, χριστιανέ μου; Τη Ζωή Φυτούση! Με δουλεύεις; Πού τρέχει ο λογισμός σου;

Η στολή ήταν αντάξια της φήμης της Ευαγγελίας. Ούτε που να μου την είχε ράψει. Έκτακτη, ό,τι κι να πω θα ήταν λίγο. Τελικά το θαύμα το έκανε ο Σεραφείμ επειδή- άκου τώρα σύμπτωση- διέθετε στολή πιγκουίνου από ένα νούμερο για τον Βόρειο Πόλοπου είχε κάνει προ αμνημονεύτων ετών σε κάποια επιθεώρηση του κώλου.

Προτού πάω στο ξενοδοχείο «Φοίνικας» της Λεωφόρου Αθηνών- εκεί έλαβε χώρα ο χορός- πέρασα απ’ τη μάνα μου για να της αφήσω τον Βιεν. Δεν τον έχω μαθημένο να μένει μόνος τα βράδια. Της είπα ευγενικά πως μετά το κεντρικό δελτίο ειδήσεων, το πουλί παρακολουθεί το «Πέτρινο ποτάμι» στο ΡΙΚ. Τι την ήθελα την παραγγελιά… Με κοιτούσε τώραμε τη στολή του πιγκουίνου και με το κλουβί παρά πόδα και πλέον απώλεσε εντελώς την ψυχραιμία της, «εμάς έπρεπε να κάνουν σίριαλ, τι πάνε τα κανάλια και σκαρφίζονται ιστορίες για αγρίους, εμένα να παίξουν, εμένα και τα βάσανά μου με δυο παιδιά-ισόβιες καθείρξεις». Πόση υπερβολή.

Το ποιητικό μπαλ μασκέ υπερέβη κατά πολύ τις προσδοκίες μου. Είχα καιρό να περάσω τόσο καλά. Οι αμφιέσεις ευφάνταστες, το κέφι στο φουλ και οι εμβόλιμες ποιητικές αναγνώσεις καθηλωτικές. Μετά από ένα χορευτικό ντελίριο με νησιώτικα τραγούδια, η επικεφαλής της εσπέρας, η πρώην λυκειάρχης Δέσπω Ησαΐου, η οποία έχει εκδώσει μέχρι στιγμής είκοσι οκτώ ποιητικές συλλογές, ως πρωθιέρειατώρα του ολυμπιακού φωτός, με κάλεσε να απαγγείλω το ποίημά μου. Είχα λίγο τρακ, η αλήθεια είναι. Με το που βλέπω το μικρόφωνο, όμως, έξω ντέρτια και καημοί.«Είπα να πω τον πόνον μου εις έναν πιγκουίνον κι εκείνος με σπλαχνίστηκε και μου έδωκενλαχείον» και τα λοιπά, και τα λοιπά. Το χειροκρότημα ήταν ανέλπιστα θερμό, από το βάθος ακούστηκε κι ένα ξέπνοο «μπράβο».

Όταν κατέβηκα απ’ το βήμα με πλησίασεο Ρομπέν των Δασών. Δήλωσε βαθύτατα γοητευμένος απ’ τη γραφή μου. Ζήτησετο τηλέφωνό μου με ασαφείς διαθέσεις. Του έδωσα τη συσκευή.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *