Επί χρήμασι

Επί χρήμασι

mannouris 2

 

Βγήκε η δεύτερη αφίσα του υποψηφίου βουλευτού Σπύρου Ζαχαριάδη. Πώς ήταν το «Μικρό σπίτι στο λιβάδι» τω καιρώ εκείνω; Αυτό. Ο αμπιγέ φυσιολάτρης από κούνια τάχα μου, που μέχρι χθες πίστευε πως η βιοποικιλότητα είναι κάτι σαν το mixed grill, σ’ έναν αγρό που θυμίζει τα περίχωρα της Βιέννης, με σπορ ρούχα, Lacoste, όχι παίξε γέλασε, κρατώντας έναν κυανόλευκο χαρταετό. Το βλέμμα του είναι πιο οικείο σε σχέση με την πρώτη αφίσα και ελαφρώς υγρό. Για τα βάσανα του οικοσυστήματος μάλλον, διότι για τα δικά μου, αυτά που τραβάω στο επιτελείο του, χέστηκε. Το «Dum Σπύρος Spero» έχει αντικατασταθεί από το «Φύσει Σωστός!». Για το οποίο σλόγκαν, όπως και για το προηγούμενο, δεν φέρω καμία απολύτως ευθύνη.
Πήγα στο κομμωτήριο και αντικατέστησα την αρχική αφίσα, «κάνε ό,τι θες, παιδί μου, ας δώσει ο Θεός να βγει, τόσοι και τόσοι άχρηστοι τα καταφέρανε», ευχήθηκε η Ευαγγελία, έχοντας για μοναδικό κίνητρο τη δική μου προκοπή. Για να ανέβει επιτέλους «Η βοσκοπούλα στο χαμάμ» που δεσμεύτηκε ο ντε Γκωλ. Η Κική στο περίπτερο σταθερά ανένδοτη, «όταν θα εμπορεύομαι και επίσημα μαλάκες, θα τον κρεμάσω για διαφήμιση, για την ώρα αρνούμαι». Και πέφτει το μάτι μου σ’ ένα φυλλάδιο πάνω στο ψυγείο με τα παγωτά, «Μασάζ Μικελάντζελο: αισθησιακός μασέρ από το Portland των ΗΠΑ». «Τώρα, τι είν’ τούτο;», διαμαρτυρήθηκα. «Έτερον εκάτερον», απάντησε η περιπτερούχος χωρίς διάθεση για περαιτέρω συζήτηση.
Τι να ’κανα κι εγώ, πήρα σβάρνα τις κολόνες της AHK πέριξ του Αγίου Λαζάρου και κόλλαγα αφίσες. Σινιέ ναός, σκέφτηκα, δεξιόστροφος ιδεολογικώς, κάτι θα τσιμπήσουμε. Να είναι περασμένες εννιά, λέω ας πέσει πρώτα η κίνηση, να έχω τυλιχτεί ένα μαύρο κασκόλ σαν τον μασκοφόρο της συμφοράς και να κάνω αφισοκόλληση στα σαράντα μου. Κι όλος αυτός ο διασυρμός για έναν ηλίθιο!
Επιστρέφω στο σπίτι λίγο πριν τις έντεκα, πτώμα απ’ την κούραση και την ντροπή. Πάω ν’ ανοίξω την πόρτα κι αισθάνομαι το δεξί μου πόδι να βυθίζεται σε μια ελώδη κατάσταση. Κοιτάω κάτω και τι βλέπω; Το παπούτσι μου μέσα σ’ ένα ταψί σπανακόπιτα! Αισθάνθηκα αίφνης μια ανείπωτη θλίψη. Για την πίτα που πήγε στράφι; Για τη ζωή μου που πάει κατά βαρβάρων; Τι να σου πω, δεν ξέρω. Φαινόταν εξαιρετική, το φύλλο άψογο, μοσχοβολούσε η γέμιση… Ποιος την είχε φέρει και για ποιο λόγο; Μου ήταν αδύνατο να περιμένω μέχρι το πρωί. Παίρνω τηλέφωνο τη μάνα μου, η οποία παρακολουθούσε μία ακόμη μνημειώδη συνέντευξη του Τάσου Τρύφωνος στη δημόσια τηλεόραση. Πάλι καλά, γιατί δεν χρειάστηκε να την ξυπνήσω. «Πού βρέθηκε η σπανακόπιτα στο κατώφλι μου;». Σιγά που δεν θα ήξερε η Σοφία.
Την είχε φτιάξει η αδερφή της η Ελένη, για εξιλέωση. «Έφταιξα, Σοφία μου, ας με συγχωρέσει κι αυτός κι ο Θεός». Άρχισε η σαρακοστή κι έπιασε τις συγγνώμες η προσκηνύτρια των Αγίων Τόπων. Έψησε, που λες, την πίτα κι έπειτα έστειλε το βούρλο, τη δούλη σαμπάχ, να μου τη φέρει. Μπήκε στην πολυκατοικία η Βιετναμέζα, είδε που έλειπα απ’ το διαμέρισμα, κι άφησε το ταψί στο χαλάκι της εισόδου.
Η αλήθεια είναι πως ήμουνα κι εγώ υπερβολικός με την Ελένη. Μα να την κάνω σίσκατη στη Ζήνωνος, επειδή άφησε κάποιες αιχμές εναντίον μου! Σάμπως ήταν η πρώτη φορά; Της διεμήνυσα πως δέχομαι τη συγγνώμη της και πως κι εγώ λυπούμαι που παραφέρθηκα. Θα μπορούσα να είχα εκφράσει τη δυσφορία μου με πιο ήπιο τρόπο, σεβόμενος την ηλικία της και το ότι κατά τον απελευθερωτικό αγώνα έριξε κι αυτή κάτι πέτρες προς άγνωστη κατεύθυνση.
«Να της πεις πως λόγια και νερό να τα πάρει ο ποταμός», λέω στη μάνα μου. Τώρα ποιος ποταμός είναι αυτός που δέχεται τόσο πρόθυμα την κακία των ανθρώπων, ούτε που ξέρω. Και τι είδους ζωή αναπτύσσεται μέσα στη χολή; «Α, κι ας φτιάξει άλλη σπανακόπιτα η Ελένη κι ας τη φέρει η ίδια αυτή τη φορά». Μ’ ένα κομμάτι σπανακόπιτα, ακόμη κι ο διάολος είναι υποφερτός. Δεν μου λες εσύ, αν ήσουν πίτα –υποθετικά μιλώντας– τι πίτα θα ήσουν;

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *