Επί Χρήμασι

Επί Χρήμασι

mannouris 2

Μας προσκάλεσε η Αμπράμοβιτς στο μέγαρο της λεωφόρου Αθηνών, τη μάνα μου κι εμένα, «στις έξι για τσάι και μακαρόν». Επειδή είναι σε ενδιαφέρουσα κατάσταση –βιολογικώς και μόνο, ειδάλλως τη βρίσκω παντελώς αδιάφορη– είπα το ναι. Μας είδε η Σάντυ –η Φιλιππινέζα– δέκα λεπτά νωρίτερα απ’ την καθορισμένη ώρα και πανικοβλήθηκε. Μας ενημέρωσε πως η Κλειώ δούλευε στο ατελιέ της για την επικείμενη έκθεση στη Λευκωσία. Εννοείται πως δεν μας αφήνει να δούμε τα έργα. Όχι ότι έχω καμιά καΐλα, λέμε τώρα.

Την αναφορά της οικιακής βοηθού στην έκθεση της αδερφής μου την άφησα ασχολίαστη, με είχε αποτρέψει η μάνα μου, «ούτε κιχ, γιατί δεν έχω άλλες αντοχές», κι έτσι περάσαμε αμίλητοι στη σάλα με το ανάκλιντρο και τις ορχιδέες. «Τι κάνει το πουλί;», με ρώτησε η Σάντυ θέλοντας να σπάσει τη σιωπή. «Μια χαρά», της κάνω, «ευτυχώς που υπάρχει ένας άνθρωπος σ’ αυτό το σπίτι που θυμάται την ύπαρξή του». Το παράπονο έκανε τη μάνα μου να αναστενάξει με δυσφορία. Δεν πρόλαβε, ωστόσο, να πει κάτι, γιατί εισήλθε στον χώρο η Κλειώ. Χαλαρή και ελαφρώς γκαστρωμένη.

Νάσου και τα μακαρόν στον ασημένιο δίσκο. Τα αφήνει διακριτικά μπροστά μας η Σάντυ. Η Σοφία κι εγώ αγέρωχοι, διότι είχαμε πιάσει το μείζον θέμα, «πόσων χρονών είναι η Μαρινέλλα;». Αν λάβουμε υπόψη ότι κατά τον ατυχή πόλεμο του 1897 πήγαινε στην ογδόη γυμνασίου, πόσο να ’ναι; «Σκάσε, βρε πικρόχολε», η μάνα μου. «Μα, πάρτε ένα μακαρόν», η Αμπράμοβιτς. Έλα, χρυσή μου, με τα μακαρόν, λες και μεγαλώσαμε στη Μονμάρτη! Ας την να περιμένει, λέω, μπας και πληγεί η ξιπασιά. «Η Μαίρη Λίντα πόσο να ’ναι;», εγώ. «Νομίζω πως αυτή είναι μικρότερη, αλλά μικροδείχνει κιόλας», η Σοφία. «Να πάμε στην Αθήνα να την ταχταρίσουμε», εγώ. «Επιτέλους, πάρτε ένα μακαρόν!», η Κλειώ.

Ας της το κάνουμε το χατίρι. Και… πιάνουμε το υπονοούμενο. Τα μακαρόν είναι ροζ και πάνω στο καθένα είναι γραμμένο με άσπρα γραμματάκια το όνομα «Σοφία». Ναι. Η Κλειώ θα κάνει κόρη και το όνομα αυτής… Σοφία! Της μάνας μου της ήρθε ταμπλάς, αλλά καλώς εννοούμενος. Δεν περίμενε τέτοια τιμή. Άρχισε να λέει ασυνάρτητα πράγματα. Ξεκίνησε με την αλφαβήτα απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη –τη γνωρίζει κι απ’ την ανάποδη– το γύρισε μετά στη δημοτική ποίηση, «ανάθεμά σε Κωνσταντή και μύρια ανάθεμά σε, όπου μου την εξόρισες την Αρετή στα ξένα» και «σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες γιοφύριν εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι, ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν». Έπειτα ένωσε τις παλάμες της και μας είπε ευλαβώς το «Πάτερ Ημών». Στα γαλλικά. Το ξέρει απ’ τις καλόγριες όπου φοίτησε ως μαθητιώσα νεολαία. Επειδή δεν διαφαινόταν κάποιο τέλος σ’ όλο αυτό, έκανα κάτι ανήκουστο, αλλά υπό τις περιστάσεις επιβαλλόμενο. Της άστραψα μία, προκειμένου να θέσω τέρμα στον ιδιότυπο πανηγυρισμό. Εις μάτην.

Έτσι, βρεθήκαμε για άλλη μια φορά στα επείγοντα. Με τη Σάντυ, αφού η Κλειώ, λόγω εγκυμοσύνης, έμεινε πίσω. Ο παθολόγος ήταν καθησυχαστικός. Η Σοφία υπέστη έναν μίνι νευρικό κλονισμό, κάτι σαν τους μίνι καύσωνες στις αρχές του θέρους. Της έκαναν μια ηρεμιστική ένεση, την άφησαν ξαπλωτή καμιά ωρίτσα και μας την παρέδωσαν ήρεμη και ελαφρώς λυπημένη.

Εν τω μεταξύ να έχει έρθει ο Σπύρος κι αντί να ασχοληθεί με μας, έκανε προεκλογικό. Στα επείγοντα. Έναν κύριο, μάλιστα, που ήτανε για πλύση στομάχου –είχε περάσει το διάλυμα καθαρισμού των ασημικών για γάλα μακράς διαρκείας– τον έπεισε να τον ψηφίσει. Μονοσταυρία. «Πώς τα κατάφερες, βρε άτιμε;» τον ρωτώ, με το «άτιμε» να είναι μόνο κατ’ επίφασιν χαϊδευτικό. «Αυτός έβαλε το χαμηλό IQ κι εγώ τα πενήντα ευρώ». Τώρα ποιος έχει το χαμηλότερο IQ απ’ τους δύο και ποιος δούλεψε ποιον, το αφήνω στην κρίση σου.

Άμα εκλεγεί ο Σπύρος, θα μεταναστεύσω. Δεν θα τ’ αντέξω. Στο λέω για να το ξέρεις. Τι η «Βοσκοπούλα στο χαμάμ»; Α, ναι, που θα μου την ανεβάσει εάν και εφόσον… Ναι, σωστά. Ε, ας βγει, αλλά λίγο. Όσο πατάει η γάτα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *