Facetime από το Παρίσι

Facetime από το Παρίσι

«O ma douce souffrance / porquoi s’ acharner tu recommences», Indila

Με πήρε ο Κ. από το Παρίσι για να μου πει πως αλλιώς διαβάζεται στο Ecole Militaire του έβδομου διαμερίσματος, λίγα μόνο μέτρα από τον Πύργο του Άιφελ και το μικρό πάρκο που καμιά φορά ξεβγάζει μικρά ποντίκια και αρουραίους με μεγάλα αφτιά, η Γώγου και τα ποιήματά της –αν και βαθιά αθηναϊκά, επαναστατικά, μαύρα και κόκκινα μαζί συνθηματολογώντας επί της Πατησίων. «Θα λουστώ / θα ‘μαι φρόνιμη / ακούνητη / θα ‘μαι σαν πεθαμένη / μη με ξεχάσεις όμως το πρωί». Ακτινοβολούσε από τη στέρηση του σύννεφου του Φεβρουαρίου ο φίλος μου, μα δεν έδινε δεκάρα για την αναπλήρωση της ιλιγγιώδους πίκρας που αισθανόταν –πραγματικά, όμως, ήρεμος πια– από όσα του κόστισε η αγωνία τού να αρέσει σε εκείνην αφού είχε γίνει προηγουμένως το αντικείμενο χλευασμού –καταρχήν του ίδιου του του εαυτού. «Μακριά από το γεγονός, οι άνθρωποι και τα αντικείμενα ή ξεθωριάζουν ή φωτίζονται καλύτερα σε κάποιες από τις γωνίες τους, ίσως στις εξόφθαλμα πιο ρεαλιστικές», είπε καθώς μου έδειχνε από το facetime το menu σ’ ένα bistro, τονίζοντάς μου πόσο ακριβότερος είναι ο café americano από εκείνον των Αμπελοκήπων. «Ο χωρισμός μου ξεπλένει την ντροπή μου», είπε. «Ο χωρισμός μου μού δίνει πίσω τη χαμένη που περηφάνια», είπε. Κι ύστερα γύρισε την κάμερα του κινητού στο πρόσωπό του και κατέληξε κάπως, ομολογώ, ανορθόδοξα για έναν άνθρωπο που δεν είχε τίποτα πιο ιερό και πιο εύηχο στη ζωή του από το μπουζούκι του Οικονομόπουλου: «Δεν έχω τίποτα κοινό πια με ανθρώπους που προσπέρασα, επειδή εξελίχθηκα, άλλαξα, φόρεσα διαφορετικά τον μανδύα της καθημερινότητάς μου από εκείνους ή μετέβαλα μυαλά. Δεν νιώθω ούτε αγάπη, ούτε ενοχή, ούτε μίσος, ούτε νοσταλγία, ούτε διάθεση επαναπροσδιορισμού. Αυτό, νομίζω, είναι το χειρότερο όταν μου συμβαίνει: αδιαφορία». Κούνησα πάνω κάτω το κεφάλι μου στην τεχνολογία που έφερνε τα δεκάδες χιλιόμετρα απόσταση απέναντί μου, συμφωνώντας.

«Τι είναι επιτυχία τελικά;», με ρώτησε μετά. Θυμήθηκα εκείνη την απάντηση του μακαρίτη Κώστα Καφάση, όταν σε μία από τις σπάνιές του συνεντεύξεις, στο σπίτι του στο Μοσχάτο, μου το περιέγραφε, υπέρκομψα και καμένος πια από τον πόθο του χειροκροτήματος μιας πίστας που έσπαγε τα πιάτα σε κομματάκια ένα ένα στις παρυφές της μνήμης, πως «το σουξέ είναι success». Εννοώντας όχι το δικό του, όχι το «Γέλα κυρία μου», μα εκείνο που αποτυπώνει καθετί που ξαφνικά εκσφενδονίζεται από την κανονικότητα και λάμπει –για λίγο, έστω. Ή εκείνο που λατρεύεται ή μισείται, όχι στιγμιαία μα σε διάρκεια –«όχι κάτι το ενδιάμεσο, που είναι για τους μέτριους και τους ατάλαντους», είπε.

Θυμήθηκα επίσης, πριν χαθεί το wifi, την περίπτωση ενός 20χρονου αγοριού, του Άγγελου, που κάπως τυχαία ξεκίνησε να ασχολείται με κάποιο blog που είχα ξεχασμένο στη ναφθαλίνη κι είχε στα λόγια του τον αέρα και την ακρίβεια σφριγηλών και ανεκφύλιστων κυττάρων. «Υπάρχουν ακόμη παιδιά που διαβάζουν στα αναγνωστήρια, που έχουν στόχους, που η βλακεία τους περιορίζεται μόνο στα social media και δεν κοινοποιείται στην έξωθεν κακή μαρτυρία, που παραμένουν στη σοβαρότητά τους πιστά να ξενιτευτούν γιατί η χώρα αυτή σταμάτησε να τους κατέχει», είπα στον φίλο μου. «Επάνω στη μηχανή του τις προάλλες, στον δρόμο για το Παγκράτι, του το ξανάπα συνοψίζοντάς του το με ένα ηχηρό γελάκι, ανεπαίσθητα κάπως μα απολύτως σοβαρά, πως “ευτυχώς το πάνω σου μυαλό κυβερνά ακόμη το κάτω. Πρόσεξε μην αντιστραφεί το λογικό, γιατί το συναίσθημα θα διαλύσει τα νιάτα και την εξυπνάδα σου, μικρέ Μπιρμπάκο”» –ακουγόταν λιγάκι σαν βωμολοχία, μα ήμουνα βέβαιος πως το εμπέδωνε αποφεύγοντας το θράσος που λογικά θα έλουζε την ηλικία του ανταπαντώντας μου.

Στον διπλασιασμό –σχεδόν– των δικών μου εμπειριών, θαυμάζοντας την επανάσταση που έρεε από τα μάτια του 20χρονου κι έχοντας ήδη περάσει πια o ίδιος στο κατώφλι της υποψίας πως μπορεί και να μη γίνει ποτέ αλήθεια «η αλλαγή του κόσμου τούτου», αλλά ακουμπώντας στον ρεαλισμό απ’ τον οποίο πάσχουν όλοι οι μεσήλικες, θυμήθηκα, από μια προσωπική απογοήτευση, εκείνη την παλιά ατάκα που συνήθως επαναλαμβάνω, από τον «Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ», όταν τα πράγματα σκουραίνουν ή όταν θλίβομαι βαθιά από τις μικρότητες και από όσους αποδείχθηκαν πόσο άδειο όστρακο ήταν εντέλει. Πως οι άνθρωποι δεν αλλάζουν –δεν αλλάζουν ποτέ! Ούτε ήταν ποτέ κάποιοι «άλλοι». Απλώς εμείς τους γνωρίζουμε καλύτερα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *