Φιλιά, η ζωή συνεχίζεται…

Φιλιά, η ζωή συνεχίζεται…

Μερικά πράγματα φαίνονται πως δεν είναι ίδια, αλλά κατάγονται απ’ την ίδια μήτρα. 

Όποτε μιλάω με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο, ακούω έναν ευτυχισμένο άνθρωπο. Μόλις κλείσαμε το τηλέφωνο. Την Τρίτη βρισκόταν στην Κύπρο, σε μία τιμητική εκδήλωση του «συμβουλίου ιστορικής μνήμης της ΕΟΚΑ», η Ελένη Αντωνιάδου στην ομιλία της το βράδυ αναφέρθηκε στη στενή σχέση που είχε ο ίδιος αλλά και η οικογένειά του -σε εκδρομές και σε ταξίδια- με το νησί, στην ποίησή του που μεταβάλλει μικρές στέρεες -εκ πρώτης όψεως- στιγμές σε ευμετάβλητα περιστατικά, στην πνευματικότητα ενός άντρα που δεν φυλλοροεί στην εποχή των social media που καλπάζει, αλλά παραμένει να διυλίζει την ομορφιά της ζωής στην ασχήμια που καραδοκεί και απεύχεται – μ’ εκείνη τη ρομαντική διάθεση που έχουν οι πραγματικά ευαίσθητοι άνθρωποι, όπως εκείνος, με κάτι που θεωρούν τόσο «δικό» τους όσο και «ξένο», για ένα νησί που παραμένει στο μυαλό τους εξιδανικευμένα πονεμένο, οικείο κι ελληνικό, όσο κι η Σμύρνη στις καρτ ποστάλ. Σήμερα θα πήγαινε να μιλήσει στα σχολεία του Κύκκου. Είναι 9:30 το πρωί, τον περιμένουν στην είσοδο του ξενοδοχείου του, η χροιά της φωνής του έχει την καλή διάθεση του ανθρώπου που μοιάζει να πάει να ξανασυναντήσει τους παλιούς συμμαθητές του, τους παιδικούς του φίλους, μερικές αναφορές που τις σκέπασε ο χρόνος αλλά ένα πελώριο κύμα τις ξαναβγάζει πάλι στη στεριά. «Χάρηκα που σας άκουσα!». «Εγώ να δείτε!».

Ο Τίτος Πατρίκιος, ο κάθε Τίτος Πατρίκιος, έχει μάθει -ενστικτωδώς ίσως- να κάνει εκείνο που του αναπαριστά καλές στιγμές σε μεγαλεπήβολα περιστατικά, να περπατά πλάι πλάι με τις επιτυχίες και να παραγκωνίζει τις αποτυχίες ή κάποια ατυχή συμβάντα που κανονικά άλλους θα τους τσάκιζαν -ένας θάνατος, μια αρρώστια, μια απόρριψη- να καίγεται και να ανασταίνεται, όπως κάθε άνθρωπος που οφείλει να απλώνει το χέρι του κάθε τόσο στη χαρά – όχι στη χαζομάρα.

Ποιο πάθος λες;
Αυτό ν’ αφήνεσαι ρευστός
σε κάθε ερεθισμό του χώρου σου;
Το πάθος ν’ απαντάς σαν στρείδι;
Το πάθος να παλεύεις με τα πάθη σου
δεν λογαριάζεις;
Κι έπειτα
για ποια λευτεριά του αδέσμευτου μιλάς;
Μες στη σκλαβιά τη θέλω εγώ τη λευτεριά σου.
Μες στη σκλαβιά, που για να καταλύσεις,
αναγνωρίζεις πρώτα κι αποδέχεσαι.

Προχθές κάποιος μου είπε πως του διέγνωσαν καρκίνο – και μάλιστα σε προχωρημένο στάδιο, αμελής σε εξετάσεις που «θα έπρεπε» αλλά «δεν». Ήταν ψύχραιμος πολύ – νομίζω πως πριν βουτήξεις στα βαθιά του ενδεχόμενου Άδη, η πρώτη λογική αντίδραση είναι η νηφαλιότητα σε ό,τι ξεφεύγει από τον έλεγχό σου, από κάθετι εκ πρώτης όψεως παράλογο και η συμφιλίωση με τον αγώνα και την πάλη σε ό,τι ακολουθήσει – που, βεβαίως και θα είναι επώδυνο, δύσκολο, αιματηρό, μπορεί και άνισο. Αισθανόταν δυστυχισμένος, όχι για το «κακό» (τουλάχιστον όχι ακόμη), όχι γιατί απέτυχε σε προσωπικές στραβοτιμονιές -«όλα είναι μέσα στη ζωή, όλες οι αγάπες και τα πάθη που σκεπάστηκαν, όλα τα δάκρυα κι οι κακές στιγμές»- μα επειδή δεν έκανε ποτέ αυτό που ήθελε ως δουλειά – γι’ αυτό είχε πίκρα, γι’ αυτό είχε απογοήτευση κι ένα αδυσώπητο τέλμα της ασυνάρτητης φύσης που οδηγεί μοιραία σε απολογισμούς και σε «ωράρια» ληγμένα εδώ και χρόνια. Αγόρασα δύο φορές το νέο βιβλίο της Καρυστιάνη και του το χάρισα. Ξέρω πως τα γραπτά αριστουργήματα δεν σε κάνουν να ξεφεύγεις από το «κτήνος», μα ενδεχομένως αναθεωρείς μικρά ψήγματα εκείνου που κάποτε λέγαμε «παλιοζωή» – ίσως και να προλάβεις μερικά πραγματάκια. Η Ιωάννα είναι μία διαφορετική περίπτωση από εκείνην του Πατρίκιου: «Αν δεν σ’ αρέσει το βιβλίο να μου το πεις, μπορεί και να μην σ’ αρέσει, ελπίζω να μην απογοητευτείς», «μα, τι λέτε;», «γιατί το αποκλείεις;». Όμως, αν και διαφορετική στην αντιμετώπιση, έχει κι αυτή γνώση του θαύματος και του δευτερόλεπτου που δεν πρέπει να περιμένει. Άλλο πώς εξελίσσεται.

Κάποιες μοντέρνες coaches και βιβλία αυτογνωσίας, λένε αυτό που κάποτε ήξεραν οι παππούδες κι οι γονείς μας: Κάνε αυτό που είναι να κάνεις, αλλά κάντο καλά, κάντο με τρόπο που να σε κάνει ευτυχισμένο. Το καταλαβαίνω κι απ’ τον Ματθαίο, στην πλατεία της Φανερωμένης, κάποια μεσημέρια που δεν έχω κέφι, που μου στρώνει καθαρό τραπεζομάντιλο με νερό παγωμένο στο πλάι και μου φέρνει τα καλύτερα φασόλια, ρεβίθια και αφέλια της Λευκωσίας. Δεν είναι τόσο τα φαγητά του που μου δίνουν χαρά, είναι ο τρόπος που αναμεταδίδεται η δική του ευδαιμονία στον αποδέκτη, όση ώρα αφηνόταν επάνω από τις παλιές κατσαρόλες, φυλλομετρώντας τα κιτρινισμένα του δεφτέρια. Ω, τι Νόμπελ!

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *