Φωτιά στα σαββατόβραδα (να μην ξαναγυρίσουν;)

Φωτιά στα σαββατόβραδα (να μην ξαναγυρίσουν;)

Όλα τα τριαντάφυλλα θέλουν τον χρόνο τους για να ανθίσουν. Με το λίπασμα άντε να κερδίσεις πέντε – έξι μέρες. 

Τα σαββατόβραδα δεν βγαίνω – να πας πού; Ούτε τις Παρασκευές. «Όλα αυτά είναι για το popolo, για τους πληβείους κι αχόρταγους απ’ την πολλή μάζα», όπως έλεγε κάποτε κι εκείνη – κι ό,τι αμπαλάρει στη δική μας ιδιοσυγκρασία, λίγο συμφεροντολογικά κι απονενοημένα το υιοθετούμε έως το επόμενο στάδιο του «χθεσινή μου άποψη σημερινή μου ανία», που έλεγε πάλι εκείνη, η «συγγενής» και βέβαιη στις σίγουρες πίκρες. Εν πάση περιπτώσει, όσο παρεξηγημένα κι αν κοιτώ πια τη νέα φουρνιά των εικοσάρηδων κι όσων γεννήθηκαν στη νέα χιλιετία -σχεδόν ενήλικες πια ή μόλις 18- που με λεφτά δανεικά κάνουν πόζες στο κέντρο της πόλης, με μηχανή του μεγάλου αδελφού ή -ακόμη χειρότερα- με το αυτοκίνητο του μπαμπά, ημιμαθή ή εντελώς αμόρφωτα παιδιά σε ό,τι αφορά κάτι γενικότερο κι όχι εξειδικευμένο των σπουδών τους (γκρινιάζεις στο «πού θα καταλήξει αυτή η γενιά;», αλλά έχεις δίκιο για τη συγκεκριμένη γεροντική καταπακτή στην οποία πέφτεις συχνά), άλλο τόσο υποκλίνεσαι στη νέα τάση πραγμάτων που φέρουν, η οποία ξεπερνά την πηχτή βουή του «Appartment» ή του «Secret» – είναι κάτι multi culti που έχοντας την ευφυΐα να ξεχωρίσεις την ήρα, πιάνεις και ολόκληρο το στάρι ανάμεσα στα playground μερικών κακομαθημένων της Ακρόπολης, αλλά και λαϊκών παιδιών από το Τσέρι και τις παρυφές του Στροβόλου, που προσπαθούν να μοιάσουν στα πρώτα με «κλεμμένα» λεφτά και τραβώντας τις εξασθενημένες συστολές απ’ τα κέρατα.

Ο Γ. είναι ένα από αυτά τα παιδιά. Κύπριος μουσουλμάνος -υπάρχει κι αυτό το «είδος» που μπορεί να χαλάει για κάποιους το ευγονικό της φυλής – τον είδα έξω από το τζαμί της Ομεριέ, μέσα στο μεγάλο πάρκινγκ, το μεσημέρι της Παρασκευής, μετά την προσευχή με κλίση προς τη Μέκκα. Του έδειξα μία απ’ τις φωτογραφίες που τράβηξα μέσα απ’ το ναό του – ήθελε να δει τη φάτσα του -ωραία θα ‘γραφε σίγουρα, μάτια μαύρα, χείλη πλατιά σαν κάστανο, κοντοκουρεμένος- δεν την είδε, δεν είπε κάτι, παρά ένα «είσαι ωραίος μάγκας», σαν να ξεροκατάπιε. Κι ήταν περίπου σαν τρομοκρατική πράξη – «εγώ μάγκας;», «εσύ!».

Βγήκαμε το βράδυ μαζί. Για λαχματζούν και πίτσα – είχε πείνα. Παιδί της έξαψης, των πάρτι και των αλλαγών -ή τουλάχιστον, έτσι φαινόταν, ομόσταβλος στο νέο μπαράκι που άνοιξε στη μέση της οδού- έμοιαζε από ώρα αποτραβηγμένος στην άκρη της καρδιάς του – σαν να μην αφηνόταν να ανθήσει ή να ζητήσει το περαιτέρω, βράζοντας από το πηχτό αίμα των 22 του ετών. «Την πρώτη φορά ήταν σαν να είχε αρπάξει φωτιά / κάπου μέσα βαθιά / κάτι μες την ψυχή μου», ακουγόταν από τον ραδιοφωνικό σταθμό της ποιότητος χαμηλόφωνα κι όλο πιο πολύ βεβαιωνόμουν για τη σπατάλη του ήσυχου, αργού, κρεβατιασμένου σαββατόβραδού μου που του ‘χα δώσει για δύο ώρες αναβολή προτού ξαναβουτήξω στα βαθιά του «Netflix» και του νέου κωλύματος που με παρέλυσε για τρεις μέρες – του «You». Πλήρωσα βιαστικά και τον άφησα μόνο.

Περπατώντας απ’ τη Ρηγαίνης προς την πλατεία Σολωμού κι αποχαιρετώντας πια το γελαστό παιδί και την αργόσυρτη -την ξένη του σ’ εμένα- αίσθηση των ευτελών πραγμάτων, σκεφτόμουν την μπλόφα που είναι η ζωή – πως όσα κάποτε νιώσαμε χάνονται, σαν αναμμένο σπίρτο που σε δευτερόλεπτα φτάνει για να σε κάψει στο δάχτυλο και να σβήσει. Σαν τον Α. που την Κυριακή μας παρήγγειλε στη δουλειά submarine (αυτή την ένοχη έκρηξη θερμίδων) κι ενώ θα ‘πρεπε να είχα φέρει στη γεύση της μνήμης μου σινε-στιγμές από το κάποτε κραταιό «Ζήνα Πάλλας» και κόντρες με τις μοτορούδες, όλα είχαν ένα αδυσώπητο κενό χωρίς να χρειαστεί ενίσχυση από κανένα «memorex» – σαν κάτι ηθελημένο και βέβαιο, αφημένο για πάντα στην άκρη. Για λίγο ψευτοσυγκινήθηκα.

Πήρα τον Γ. και τον ρώτησα αν ήταν ακόμη εκεί, στο μπαρ της Ονασαγόρου, πίνοντας και τρώγοντας το τελευταίο κομματάκι πίτσα, μήπως επέστρεφα – ήθελα λίγο fan, μ’ είχαν πνίξει αυτό το μήνα τα τόσα χώματα. Αλλά, μόλις είχε ξεκινήσει για τη Λάρνακα – με αναμμένες ταχύτητες κόντρα στη νωθρότητά του, συμβατός σ’ αυτό που ευαγγελίζονται όσοι ζουν στα μετόπισθεν θέλοντας να βγουν μπροστά κάποτε λάμποντας, με όποιο τρόπο: «And now it’s too late to crash / too late to burn / too late to “die” young…». Next time, my new friend…

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *