Φυλάκιο 204

Φυλάκιο 204

 

Το να «υπηρετείς» τη θητεία σου, που είναι σαν να ξαναχτίζεις τη μελλοντική σου προσωπικότητα, πυροβολόντας τον παλιό σου εαυτό. 

Κάποτε, στα 19 μου, ευχόμουν τους πιο σκοτεινούς ουρανούς για εκείνον τον λοχαγό – ήταν, σχεδόν, μίσος. Που, με αφορμή το οτιδήποτε, αστραποβροντούσαν σαν καρεκλοπόδαρα οι «στερήσεις εξόδου», οι «φυλακές», οι «αναφορές», ακόμη και για το ώριμο πορτοκάλι που είχε πέσει στην αυλή του φυλακίου πέντε λεπτά μόλις πριν από την έφοδό του, πριν από το «αλτ! Τις ει;», χωρίς κάποιος να το μαζέψει – δείγμα, προφανώς, όχι καψονιού, μα απόδειξης πως όπως μπορείς να κουμαντάρεις κάτι παιδαριώδες, το πιο απλό, το ίδιο θα συμβεί κι όταν αντικρίσεις απέναντί σου ένα ξένο G3 και διαταχθείς -για το κάθετί!- πειθαρχώντας. Διάλογος και στρατός -αντιλαμβανόμενος, βεβαίως, τις αντιρρήσεις- πρέπει να είναι ξένα σώματα για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά οι πατρίδες απέναντι σε κινδύνους και αντιμαχόμενες γραμμές – συμβαίνει παγκόσμια. Ήμουνα σε κάποιο μοντάζ, στην Αθήνα, όταν με αναζήτησε στο τηλέφωνο – αντισυνταγματάρχης πια. Ξαφνιάστηκα. «Ο “Χάρος”;». Γέλασε. Εκείνος ήταν. Ένα μήνα είχα καθυστερήσει να φύγω για τις σπουδές μου από τις «φυλακές» του – ραδιοφωνάκι στον θάλαμο εν ώρα υπηρεσίας, άσκοπες βόλτες περιμετρικά της Ησαίου και της Δάμωνος στο Καϊμακλί, «αγυάλιστος» κι αξύριστος μερικές ώρες, σύνολο τριάντα επιπλέον μέρες στους ήδη 26 μήνες, με φόντο μερικά μέτρα απόσταση από το τουρκικό φυλάκιο, πριν από τις αποφάσεις για απαγκίστρωση. «Ευχόμουν τα χειρότερα για σας, να ξέρετε. Τότε. Έβλεπα το τζιπ σας να ‘ρχεται κι είχα τον κυματισμό του στομαχιού μου έτοιμο να ξεράσει», του είπα. «Μα, αργότερα, κύριε Χάρη Χαραλάμπους, όταν αντιλαμβάνεσαι το χρέος -όπως μπορεί, βέβαια, να το αντιληφθεί ο καθένας- τις κανονικές ευθύνες, της κανονικής ζωής, του κανονικού κόσμου, είπα, πολλές φορές, σε άλλες συνθήκες, “και λίγα έκανε”. Στη θέση σας, θα είχα πράξει χειρότερα στην ανυπακοή».

Το φυλάκιό μου ήταν το 204. Δεύτερος λόχος, 213 Τ.Π. Εφαπτόμενο με την οδό Χρήστου Τσούντα, με κάτι παλιά πλινθόκτιστα σπίτια να μας χωρίζουν, δεξιά το σπίτι του γέρου Νικολή και χωράφια παραδίπλα που τώρα έγιναν δύο μοντέρνες πολυκατοικίες, εκεί που η άσφαλτος έβγαζε από τη μία μεριά στο 206 φυλάκιο κι από την άλλη στη σκοπιά 203, στην περιοχή που μερικά χρόνια πριν, τον Απρίλιο του 1993, ο Θανάσης Κλεοβούλου από το Ζακάκι, είχε πυροβοληθεί εν ψυχρώ για ένα μπουκάλι κονιάκ που ήθελε να κάνει δώρο στον απέναντι Τούρκο σκοπό – κάτι αντίστοιχο που είχε συμβεί τότε με τον Τρύφωνος και τον Ευαγόρου, στα φυλάκια του Αγίου Κασσιανού. «Θυμάστε τις είκοσι μέρες φυλάκιση που ρίξαμε κάποτε -λοχίας, τότε, εγώ- στον αποσπασμένο στο φυλάκιό μου, εκείνες τις μέρες της μεγάλης επιφυλακής, λοκατζή, που ήθελε να πάει μέσα από τη νεκρή ζώνη στη σκοπιά του, περπατώντας λεβέντικα απέναντι από το τουρκικό φυλάκιο, και όχι κάνοντας τον κύκλο, μέσα από τα παλιά εργοστάσια;». «Θυμάμαι». «Θυμάστε πόσο δεν ήθελα να τιμωρηθεί, πόσο επέμεινα να το “συζητήσουμε” μαζί του -τι είχε και τι δεν είχε ψυχολογικά- αλλά μου είπατε -πρώτη φορά αγγίζοντας το θυμικό- “το ίδιο θα έκανε και η μάνα του για να βάλει νουν ο γιος της! Καμία δικαιολογία! Να τιμωρηθεί παραδειγματικώς!”;». «Θυμάμαι». «Κύριε λοχαγέ, όποτε έχω διλήμματα εσάς σκέφτομαι για τις απόλυτα τοποθετημένες “δημοκρατικά” και χωρίς συζήτηση υπεραξίες απέναντι από τις αξίες – τι είναι πιο βαρύ, τι ιεραρχείται πιο πάνω από την έννοια της ζωής, ίσως και του παρορμητικού της ηλικίας, χωρίς περεταίρω αναίτιες συζητήσεις. Τι πρέπει να είναι θολό και τι ξεκάθαρο εξαρχής. Κάποιος πρέπει να έχει πάντα το βάρος της ευθύνης. Χαλάλι οι 27 μήνες».

Έτσι όπως θα στέκονται αυτή την εβδομάδα των Παθών οι στρατιώτες στα φυλάκια, στην πράσινη γραμμή, βλέποντας κόσμο να περνά ντυμένο στα «καλά» του με λαμπάδες στα χέρια, και κάποιοι άλλοι, σε έναν λόχο, μιας διμοιρίας, ενός στρατοπέδου -σε ζωντανή σύνδεση με το ΡΙΚ-, με αβγά που σπάνε από χέρι σε χέρι και κάποιον, έναν οποιονδήποτε «πρόεδρο», να τον συνοδεύει με το καλαθάκι το στολισμένο από μαργαρίτες ο νέος πεζικάριος, σ’ όλα αυτά που σήμαιναν προηγουμένως «γυάλισμα», «σοβάτισμα», «γλείψιμο κάθε γωνιάς», «έρπιν» στο να ‘ναι ό,τι ατελές άψογο, ίσως να σκέφτονται ενδεχομένως το «χάσιμο χρόνου». Δεν ξέρουν ακόμη πως μέσα από το τζάμι της σκοπιάς και τις υπερυψωμένες επάνω από τα κεφάλια τους σημαίες, διαμορφώνουν ήδη ασυναίσθητα προσωπικότητες στα «γερμανικά νούμερα». Δοκιμάζουν όρια. Ταλαντεύονται σε σωστά ή λάθη συνεχώς, που κάποτε θα αποδώσουν «ταμείο». Στο μέλλον θα επανακαθοριστούν εαυτοί απ’ αυτές τις μέρες – των παραλλαγών, των ισοθερμικών και των καθαρών αρβύλων. Ίσως νιώσουν υπερήφανοι. Κι ίσως μετατρέψουν κι αυτοί στη ζωή τους, τα άλλοτε «παράλογα», σε απολύτως λογικά.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *