Φύσηξε Βαρδάρης και καθάρισε

Φύσηξε Βαρδάρης και καθάρισε

giannisxatzigeorgiou

«Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: Χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει», Ντίνος Χριστιανόπουλος.

 

Τη θυμάμαι συχνά αυτή την πόλη. Με οποιαδήποτε αφορμή. Μου τηλεφώνησε ο Πάνος τις προάλλες, για να μου πει πως είχε περάσει από τη Μανωλάκη Κυριακού στον Άγιο Δημήτριο και το χωριό της γιαγιάς του, την Κερασία Νέας Μηχανιώνας, για να πάρει κάτι καλύμματα καναπέδων late ‘60s απ’ τη γιαγιά του, πως δεν μπορούσε να παρκάρει το νοικιασμένο του αυτοκίνητο κάπου –«πώς έγινε έτσι το κυκλοφοριακό κι εδώ!»– πως έκανε βόλτες στο κέντρο –κυρίως στη Νέα Παραλία, γύρω από τον Λευκό Πύργο, τα Λαδάδικα και τη Διεθνή Έκθεση. Πως δεν γινόταν να σταματήσει κάπου για να μου πάρει τσουρέκια και τρίγωνα Πανοράματος –έστω δυο τρία απ’ αυτά τα κουλουράκια που κάνουν κρίτσι κρίτσι στο στόμα και τα πουλάνε στην Αριστοτέλους. Τις εικόνες, όμως, τις είχα ήδη σχηματίσει στο μυαλό μου.

Σα να έπινα μέτριο προς γλυκύ στη Νίκης με ομίχλη και θέα τους γλάρους να ανεβοκατεβαίνουν διψασμένοι στο νερό…

Αχ, η Θεσσαλονίκη!

Κάποτε υπήρχε ένα μπαρ, μπροστά από κάποιο μικρό πάρκο, νομίζω πολύ κοντά στο κτίριο της ΕΤ3, που μάζευε κάθε Σάββατο δεκάδες παράταιρα πλάσματα του καιρού και του κόσμου, περιθωριακά, λίγο εξεζητημένα, πολύ ευαίσθητα και μόνα. Γυναίκες, άνδρες, μα κυρίως άνδρες που ντύνονταν γυναίκες. Λεγόταν «Ahu». Δεν θα ξεπερνούσε τα 100 τετραγωνικά, ήταν πάντα ημιφωτισμένο, έπαιζε Βίσση και Σακελλαρίου (κυρίως) και έβαζε στα ποτήρια μπόμπες. Ήταν φτηνό –δωρεάν η είσοδος, πλήρωνες μόνο το αλκοόλ, κάπου στις χίλιες δραχμές– αλλά αν σε συμπαθούσε πολύ ο Στέλιος κι έκανες κέφι ή του θύμιζες πως κι αυτός κάποτε υπήρξε ένα λαϊκό αγόρι που δούλευε ως ελαιοχρωματιστής και υφαντής, μπορεί και να σου κέρναγε όλα τα τζιν τόνικ.

Εκείνη την εποχή έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Γιώργου, στη Δοϊράνης, που είχε θέα στο Πανεπιστήμιο, με φιλοξενούμενους κατά καιρούς κανά δυο Αμερικανούς, τη Μαρκέλλα, ένα φαντάρο ανασφαλή και κάποιον ιδιοκτήτη μαγαζιού ηλεκτρικών συσκευών με μπαμπά απ’ τη Χαλκιδική και εξοχικό στην Ουρανούπολη.

Αλλά η Εγνατία, ο Βαρδάρης –τι ποίηση, τι βόλτες!

Το ξενοδοχείο «Αλεξάνδρεια», κοντά στους τρύπιους δρόμους του οβελιστηρίου «Ο Θανάσης», με τις πράσινες πλάκες επάνω στις οποίες έπρεπε να κάνεις μεγάλα άλματα για να περάσεις στο απέναντι πεζοδρόμιο, ήταν το στόμα των σκουπιδιών. Τη μέρα δεν καταλάβαινες πολλά από όσα θα συνέβαιναν το βράδυ: επιβάτες των ΚΤΕΛ πηγαινοέρχονταν στα τραπεζάκια πίνοντας φραπέ, μανάδες τσακώνονταν με τα παιδιά τους τραβώντας τα απ’ τον γιακά, Βούλγαροι παζάρευαν τις τιμές στις φόρμες γυμναστικής και στα σορτσάκια, κανά δυο άνδρες, κάπως μελαμψοί, πηγαινοέρχονταν άσκοπα ή περιμένοντας στις στάσεις κάποιο λεωφορείο χωρίς ακριβή κατεύθυνση και ρωτώντας τους περαστικούς για το «Διοικητήριο» ή την «Καλαμαριά». Αλλά η νύχτα…

«Όταν τις νύχτες τριγυρνώ στη μοναξιά μου / ψάχνω μες σε χιλιάδες πρόσωπα να βρω / εκείνο το τρεμούλιασμα στην άκρη του ματιού σου».

Τα τριανταφυλλένια χαμόγελα μετατρέπονταν σε κάκτους, τα λευκά φανάρια των δρόμων έσπαγαν από κόκκινες αποχρώσεις που δημιουργούσαν λαμπτήρες, όλα φαίνονταν φυσιολογικά και η αμαρτία ήταν προσευχή σε νεόκοπο άγιο. Η Εγνατία, στις αρχές της, ήταν η Σατωβριάνδου της Αθήνας –τόσες καίριες αντιθέσεις μεταξύ τους μαζεμένες δεν θα ‘βρισκες πουθενά αλλού στην Ελλάδα.

Στην είσοδο του ξενοδοχείου συναντούσα συνήθως χαρούμενους μα σοβαρούς ανθρώπους, απενοχοποιημένους στα γούστα, στις χάρες και στα ντέρτια του σώματος. Γεννημένοι για ανάγκες βαθιές και εκ φύσεως γονυπετείς.

Ένα πρωινό, παίρνοντας ταξί για να βρεθώ στην οδό Σκεπαστού της Άνω Πόλης, προσκυνητής και ταματοφόρος του μεγίστου ποιητή της πόλης, είχα καθίσει για λίγο έξω από ένα σπίτι με θέα στο Θερμαϊκό και σκεφτόμουν όλες εκείνες τις διαβαθμίσεις των ερώτων και των καταστροφών τους, όλα αυτά που είχαν κάνει ακόμη και το προηγούμενο βράδυ τις πόρνες του Βαρδάρη να ερωτεύονται –ξαπλωμένες πλάι σε άγνωστα κορμιά, μονογαμικές πάντα στην καρδιά τους, τη σχεδόν παρθένα.

«Φοβάμαι πως οι μεγαλύτεροι έρωτες της ζωής μας θα είναι πάντα οι ανεκπλήρωτοι», θα μου έλεγε αργότερα ο κύριος Ντίνος, ο προφήτης. Που σπούδασε την πραγματικότητα με τον τρόπο που κάποιοι κοιτάνε Πικάσο έχοντας αχρωματοψία παιδιόθεν.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *