Για τη Μαριανίνα

Για τη Μαριανίνα

«Πάω πίσω λοιπόν στη μαμά μου / στην κάμαρα μου την παιδική / μήπως βρω τον χρυσό πρίγκιπα μου / που τον εψάχνω εδώ και μια ζωή».

Στίχοι: Μαριανίνα Κριεζή

Τη –σπουδαία– Μαριανίνα Κριεζή την είχα γνωρίσει μέσα από τα τραγούδια της Αρλέτας –στίχοι με μια φευγαλέα ποιητικότητα που συνταιριάζουν αστικές συνήθειες με κάτι παιδικά ώριμο και ωμό ταυτόχρονα, έρωτες αδιέξοδους, πληγωμένους ή φανταστικούς, αλλά έχοντας χιούμορ και αξιοπρέπεια ενδιάμεσα του γκρίζου τους, λόγια που δεν είχαν ποτέ το άγχος της ρίμας, αλλά το βάθος των λέξεων που θέλουν –και πρέπει– να εκφράζονται απλά, ειδικά όταν μπαίνουν στα στόματα χιλιάδων ακροατών τραγουδιών.

Τώρα πάλι είμαστε μόνοι όμως μη ζητάς συγγνώμη
δεν αξίζει ούτε να το συζητάς
ήταν κάτι που δεν έκανε για εμάς.
Ήταν ένα κουταβάκι,  ένα αδέσποτο σκυλάκι,
μια Δευτέρα στην πλατεία Αμερικής
που δεν το υιοθέτησε κανείς.

Τη θυμήθηκα ξανά την προηγούμενη βδομάδα, όταν διάβασα για τη (νέα) νοσηλεία της Αρλέτας, που ήδη είχε περάσει ξυστά τρεις φορές απ’ τον θάνατο και που περιέγραφε, σπάζοντας λιγάκι τη φωνή και προσπαθώντας να ξορίσκει κάτι εκ προοιμίου μαύρο, σ’ εκείνη την επετειακή της συναυλία στον Πειραιά, πως «του κάνει τσαλίμια του κακού κι εκείνο την πιστεύει». Είχα καθίσει με την Κ. αμφιθεατρικά κοιτώντας την τραγουδοποιό να περνάει υποβασταζόμενη και να κάθεται σε ένα σκαμπό με μαξιλαράκι, το αγέρι φυσούσε απαλά τα μαλλιά της, έλεγε αστεία –εσωτερικά, κυρίως– με τη Νένα Βενετσάνου –για τη φιλία τους, τις εκδρομές κι ένα παλιό αμάξι– και τραγουδούσε Χατζιδάκι καθώς η ματιά μας έφτανε στη θάλασσα του Μικρολίμανου, που είχε μια κουκκίδα φωτεινή και λευκή στο κέντρο απ’ τη φθινοπωρινή πανσέληνο –«δεν ξέρω γιατί, αλλά γνωρίζω πως αγαπάτε πολύ αυτά τα τραγούδια», είπε κάποια στιγμή, και έπιασα το χέρι της φίλης μου, γιατί ανυπομονούσα ποια από τα δέκα αριστουργήματα του «Τσάι γιασεμιού» θα ακολουθούσαν.

Κι όταν μου φύγεις
πώς θ’ αντέξω
να ξαναπάω να ξαναπαίξω παιχνίδια ασπρόμαυρα.
Χωρίς εσένα πώς θα ζήσω
τώρα που μ’ άνοιξες το γκρίζο να δω τα χρώματα;
Δεν είναι ο κόσμος πουθενά
πιο τρυφερός
απ’ το δικό σου ροζ
πιο απαγορευμένος
κι από το μοβ σου
πιο θλιμμένος.

Η Αρλέτα συνεργάστηκε κατά καιρούς με πολλούς στιχουργούς –μ’ αυτήν, όμως, το «ταίριασμα» υπήρξε μαγικό! Αλλά κι η Κριεζή, που παρά τη μεγάλη της επιλεκτικότητα και την ακρίβεια των νοημάτων που ήθελε να αποτυπωθούν από διαφορετικών ειδών στόματα τραγουδιστών χωρίς να επιδιώκει την τελειότητα των χορδών, αλλά των ψυχών που εκπνέουν τις λέξεις, μόνο σ’ εκείνην έφτασε να γίνει τόσο ανθεκτική, φαινομενικά επιφανειακή μα ουσιώδης πίσω από τα απολύτως κατανοητά της τετράστιχα που εμπεριείχαν δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις. Έλαμπε, ακόμη κι αν συνεργαζόταν άπαξ με κάποιο τραγουδιστή του οποίου η βασική στιχουργός, η Ελεάννα Βραχάλη, υπήρξε «πνευματικό της παιδί».

Πες μου τι θέλεις γιατί με παίρνεις
μήνες ολόκληρους μετά το χωρισμό.
Δεν έχω χρόνο για άλλο πόνο
για άλλα δάκρυα δεν έχω πια καιρό.
Δεν έχω χρόνο για άλλο πόνο
για άλλα δάκρυα δεν έχω πια καιρό
βιάζομαι, κλείσε ο πόνος είσαι
και δεν μπορώ να σου μιλήσω ούτε λεπτό.

Δεν γνωριστήκαμε ποτέ –ήξερα, άλλωστε, πως απεχθάνεται τη δημοσιότητα. Δεν κατάφερα ποτέ να μάθω κάτι απ’ τη ζωή της, την καθημερινότητά της, τι σκέφτεται, πού βρίσκεται –υπέθετα μόνο, κυρίως από τους πιο εξωστρεφείς της στίχους, που είχε τραγουδήσει κυρίως η Ελένη Δήμου στο «Κατά βάθος αλεπού» και στο «Η ζωή είναι γυναίκα». Αλλά τη θαύμαζα! Κι όχι μόνο για τη «Λιλιπούπολή» της, όπως οι πλείστοι. Τη θυμήθηκα πάλι σήμερα ακούγοντας το «Batida de coco» της Αρλέτας –ταυτισμένες είναι ακόμη μέσα στο μυαλό μου– κι αναρωτήθηκα το απλούστατο: αν αυτή η γυναίκα ζει κάπου στην Αθήνα, στην Ύδρα ή στο Πήλιο, αν μιλάει ακόμη με τους τραγουδιστές των στίχων της, που δεν είχε διανοηθεί ποτέ να ονομάσει «ποιήματα» όπως άλλοι, αν ακούει τα μεσημέρια μουσική, αν υπήρξε ποτέ της εκστατικά ευτυχισμένη όσο τα λεπτά που αισθάνθηκα εγώ ακούγοντας τις πρώτες νότες από τις μουσικές του Λάκη Παπαδόπουλου, κι αν παρέμεινε εντέλει υγιής μέσα στην αντιθετικότητα των επιλογών της –απ’ ό,τι μου εξομολογήθηκε μάλιστα κάποτε η Μιχαλονάκου, που βρέθηκαν μαζί όσο ετοίμαζε τη βιογραφία του Στράτου Διονυσίου γράφοντάς του τη δυσθεώρητου ύψους επιτυχία «Ένα λεπτό περιπτερά», αυτό το είχε κάνει μόνο και μόνο για να μπει στα λαϊκά μαγαζιά «ένα κορίτσι μεγαλωμένο αλλιώς, με υπερευαισθησίες και ματιές καίριες σε όσα δεν φαίνονται εκ πρώτης». «Ήταν τόσο εύθραυστη όσο καταλάβαινα;», είχα ρωτήσει τότε τη Βίκυ. «Η Μαριανίνα ήταν από τότε ενήλικη μέσα στην παιδικότητά της. Ήταν ένα γαλλικό άρωμα που δεν χώραγε σε κανένα μπουκαλάκι, γιατί ήταν τόσο σπάνια, όσο σπάνιο πίστευε πως ήταν και ό,τι την περιέβαλλε».

Εγώ χωρίζω και χαλάει η ζωή μου,
εγώ χωρίζω κι η καρδιά μου καίγεται.
Κι εσύ χτυπάς το τζάμι απέναντί μου
και μου φωνάζεις: «Συντομεύετε!».
Ένα λεπτό, περιπτερά,
βουλιάζει στα βαθιά νερά
το τελευταίο μου το πλοίο.
Ένα λεπτό, περιπτερά,
ένας αητός χωρίς φτερά
απόψε λέει αντίο.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *