Γιάννης Βούρος – Χρύσα Παππά: Μοιράζονται ένα «κατακόκκινο» πάθος

Γιάννης Βούρος – Χρύσα Παππά: Μοιράζονται ένα «κατακόκκινο» πάθος

Γιάννης Βούρος – Χρύσα Παππά: Μοιράζονται ένα «κατακόκκινο» πάθος
Φωτογραφία: Ιωάννα Τζετζούμη

Μοιράζονται ένα «κατακόκκινο» πάθος στην παράσταση «Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού» και μας μιλούν για τη διαφορετικότητα, τον έρωτα, τις προσωπικές και επαγγελματικές ανταμοιβές.

Της Μελίνας Κολιτσοπούλου

Πριν συναντηθούν στο θέατρο «Βεάκη», ως «Τζέιμς» και «Σάρα» στην παράσταση «Τα Παιδιά Ενός Κατώτερου Θεού», ο Γιάννης Βούρος και η Χρύσα Παππά σχεδόν δε γνωρίζονταν. Ένα «γεια» είχαν μοιραστεί και δύο απόπειρες να συνεργαστούν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Και όμως, παρατηρώντας τους τόσο στη φωτογράφιση όσο και στη συνέντευξη –κατά τη διάρκεια της οποίας συχνά άνοιγαν διάλογο μεταξύ τους και αντάλλασσαν απόψεις ή πειράγματα– θα έλεγε κανείς ότι γνωρίζονται χρόνια. Και, ξέρετε κάτι; Αυτή η χημεία μεταξύ τους, πέραν του ότι διοχετεύεται υπέροχα πάνω στη σκηνή, μας κάνει να τους πιστεύουμε όταν μας μιλούν για την εξαιρετική συνεργασία τους.

Γιάννη, 16 χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα, γιατί επέστρεψες στα «Παιδιά Ενός Κατώτερου Θεού»;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΡΟΣ: Τα περισσότερα έργα στα οποία εμφανίζομαι ως παραγωγός ή σκηνοθέτης έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο, με το ευ ζην, με το ευ θνήσκειν, αλλά και με το ανάμεσα, που είναι η επικοινωνία. Το συγκεκριμένο έργο και τότε και τώρα μου προσφέρει τη δυνατότητα να υπογραμμίζω την ανάγκη της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και την άποψή μου για την περιθωριοποίηση και την αποξένωση. Θεώρησα καλό και για την κοινωνία να ξαναδεί ένα τέτοιο έργο, με αναβαθμισμένη ματιά. Η σκηνή είναι ένας τρόπος επικοινωνίας. Δεν πιστεύω στο στρατευμένο θέατρο, ούτε στο ότι η Τέχνη βγάζει τις μάζες στο δρόμο. Αυτό που μπορεί να κάνει η Τέχνη, είναι ν’ αφυπνίσει συνειδήσεις και να προκαλέσει συζητήσεις. Ένιωσα ότι δικό μου χρέος ήταν, επειδή έχω συγκεκριμένη σχέση με άτομα με αναπηρίες, να ξαναπώ αυτή την ιστορία.

vouros2

Χρύσα, τι σχέση έχεις με το έργο;
ΧΡΥΣΑ ΠΑΠΠΑ: Είχα δει την πρώτη παράσταση, το Πάσχα του 2002, στο «Αριστοτέλειο», στη Θεσσαλονίκη. Έχοντας αποφοιτήσει από τη σχολή μόλις δύο χρόνια, έβλεπα συνέχεια παραστάσεις. Η συγκεκριμένη έχει χαραχτεί στη μνήμη μου, θα έλεγα ότι βρίσκεται στις δέκα καλύτερες που έχω δει. Όταν μου έκανε ο Γιάννης την πρόταση, ήταν πολύ καθαρό το έργο μέσα μου. Το ότι είχα δει την παράσταση, λειτούργησε ως δέλεαρ και πρόκληση σε σχέση με το ρόλο και όχι με το παρελθόν. Δε λειτούργησε ανασταλτικά μέσα μου το πρώτο ανέβασμα. Απλά, με έκανε πιο υποψιασμένη για το ποιες μπορεί να είναι οι δυσκολίες.
Έπρεπε να μάθεις και νοηματική.
Χ.Π.: Τη νοηματική του ρόλου έμαθα.
Γ.Β.: Τώρα, όμως, θέλει να τη διδαχθεί κανονικά.
Χ.Π.: Όντως. Έχω συναναστραφεί και έχω φίλους με διάφορες μορφές αναπηρίας, αλλά ποτέ με κωφούς. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή μαζί τους, αλλά οφείλω να ομολογήσω πως δε δυσκολεύτηκα, γιατί ήταν εκπληκτικοί οι δάσκαλοι που είχαμε, ο Νίκος Ίσσαρης, καθηγητής νοηματικής και κωφός, και η μεταφράστρια Ελισάβετ Κατσαράκη. Δούλευα ωστόσο και εκτός μαθημάτων.
Γιάννη, είσαι πατέρας ενός παιδιού με αναπηρία, του Στέφανου, που γεννήθηκε χωρίς δάχτυλα στα πάνω και κάτω άκρα. Πώς το αντιμετώπισες;
Δεν είναι ό,τι πιο εύκολο, αλλά ο Στέφανος έγινε αμέσως αποδεκτός, γιατί ως οικογένεια το επιβάλαμε και σταθήκαμε τυχεροί στο θέμα της παρέας και του σχολείου. Ειδικά το σχολείο, έπαιξε τεράστιο ρόλο στο ότι ο Στέφανος έγινε leader της τάξης του. Και δεν είναι τυχαίο ότι έκανε τα πάντα μόνος του. Σπούδασε, πήγε στο Εδιμβούργο για μεταπτυχιακό, επέστρεψε και δουλεύει στη διαφήμιση. Το πρώτο που του είπαμε ήταν «Ή θα μείνεις στη γωνία και θα σε λυπούνται ή θα βγεις μπροστά και θα γίνεις παράδειγμα προς μίμηση. Πιστεύω, ωστόσο, ότι είναι και θέμα χαρακτήρα, ότι την ιδιότητα του νικητή και του αγωνιστή κάποιος την κουβαλάει. Πριν από 30 χρόνια, βέβαια, μας έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι. Λες «Γιατί σε μένα;». Και εγώ και η πρώην σύζυγός μου και μητέρα του Στέφανου, Νταίζη Σεμπεκεπούλου, ήμασταν αθλητές και είχαμε τσεκάρει τα πάντα. Και να που μας έτυχε το σπάνιο. Κι εκεί συνειδητοποιείς ότι μπορεί να σου τύχει, είτε είσαι Ροκφέλερ είτε ζεις σε μια καλύβα. Και τι κάνεις; Σηκώνεις τα χέρια ψηλά; Όχι, σηκώνεις ψηλά τα μανίκια. Είμαι άνθρωπος που κοιτάζω τον διπλανό μου, αλλά όταν μπαίνει κάτι τέτοιο στο σπίτι σου, εμπλέκεσαι με άλλη συνειδητότητα στο κομμάτι της συνεισφοράς. Για την πολιτεία δε θέλω να το συζητήσω καν, αλλά η κοινωνία έχει αλλάξει. Ακόμη κι αυτές οι ομάδες που γεννιούνται σε επίπεδο γειτονιάς είναι ένα θετικό στοιχείο για τη σχέση της κοινωνίας με το διαφορετικό, τη φιλανθρωπία και τη γενναιοδωρία. Και θεωρώ πολύ σημαντική αυτή τη συνεισφορά, γιατί γίνεται ανώνυμα. Και, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, η φιλανθρωπία πρέπει να είναι ανώνυμη και διακριτική.
Χ.Π.: Εγώ έχω παρατηρήσει ότι οι άνθρωποι με αμαξίδια δυσκολεύονται πολύ. Δεν μπορούν να πάνε πουθενά! Το 2011, που είχα ταξιδέψει στις ΗΠΑ, έβλεπα παντού ανθρώπους με αμαξίδια. Στην Ελλάδα είναι κλεισμένοι σπίτι, γιατί δεν μπορούν να περάσουν το πεζοδρόμιο, να μπουν σε εστιατόρια και μπαρ. Ράμπες, πλακάκια για τυφλούς κ.λπ. δεν υπάρχουν.

vouros4

Η ανταμοιβή του ηθοποιού είναι μια καλή κριτική ή μια ζεστή κουβέντα από ένα θεατή;
Χ.Π.: Η κουβέντα του θεατή. Ένας μόνο να μετακινείται συναισθηματικά κάθε βράδυ, είναι κατόρθωμα. Η θετική κριτική είναι θεμιτή, αλλά έπεται. Τη δουλειά την κάνουμε ακριβώς γι’ αυτό. Είναι ένα λαϊκό θέαμα το θέατρο, για όλο τον κόσμο, ανεξαρτήτως οικονομικών.
Γ.Β.: Αυτό αντανακλάται στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος, που επιχορηγούνται. Διατείνονται κάποιοι ότι πρέπει να είναι προχωρημένα ή πειραματικά. Εγώ αυτό που πρέσβευα ως διευθυντής του ΚΘΒΕ, είναι πως δεν μπορούν να μην είναι θέατρα όλου του κόσμου. Φορολογούμαστε όλοι γι’ αυτά. Τι πρέπει να είναι; Μόνο ειδικού κοινού και ν’ ανεβάζουν αποκλειστικά Πίντερ, Άλμπι, Μπρεχτ;
Τι γεύση σου άφησε η θητεία σου στο ΚΘΒΕ;
Γ.Β.: Δεν είναι θέμα γεύσης, αλλά πρόσημου. Έχω βγει με θετικό πρόσημο και νομίζω ότι και στο μικρό καλλιτεχνικό χωριό που ζούμε και στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης το Κρατικό βγήκε με θετικό πρόσημο από τους 27 μήνες της θητείας μου.
Θα το ξαναέκανες;
Γ.Β.: Υπό προϋποθέσεις. Να μη συλληφθώ ξανά για χρέη προς το ΙΚΑ, όπως συνέβη, και πέρασα όλη τη διαδικασία του αυτόφωρου, με δαχτυλικά αποτυπώματα, προφίλ-ανφάς φωτογραφίες με το νούμερο 18653 μπροστά μου – ακόμη το θυμάμαι! Θεωρώ ότι αν η πολιτεία με μια γενναία πολιτική απόφαση μηδενίσει το κοντέρ του Κρατικού, αυτό μπορεί να μεγαλουργήσει. Αλλιώς, δεν έχει νόημα.
Γνωριζόσασταν πριν συνεργαστείτε σ’ αυτή την παράσταση;
Γ.Β.: Μου θύμισε η Χρύσα ότι της είχα τηλεφωνήσει δύο φορές για συνεργασία, εγώ δεν το θυμόμουν.
Χ.Π.: Με είχες πάρει το 2007 για μια παράσταση και άλλη μία για το ΚΘΒΕ. Αλλά δεν κάθισαν. Όλα αυτά τα χρόνια ένα «γεια» λέγαμε. Τώρα λέμε και κανένα παραπάνω! Πέρα από την πλάκα, είναι μια από τις ελάχιστες φορές, για να μην πω η μόνη, που είχα χώρο να δημιουργήσω, ν’ αφεθώ. Αυτό είναι ευλογία για τον ηθοποιό. Το λέω και σε συναδέλφους, «Εύχομαι να δουλέψετε με τον Βούρο»!
Γ.Β.: Εγώ δεν μπορώ να μιλήσω για τα παρασκήνια, αλλά δε συναντάς εύκολα αυτό που συμβαίνει στο θίασό μας όταν κατεβαίνει η αυλαία. Είναι από τις δουλειές που κρατάω σαν φυλαχτό στα 60 μου χρόνια, έχοντας πίσω 70 ρόλους, 22 σκηνοθεσίες, 17 παραγωγές, με αποτυχίες –και τεράστιες μάλιστα– που πλήρωσα ακριβά, αλλά και με επιτυχίες που εισέπραξα. Δε μετέφρασα όμως τα χρήματα σε εξοχικά, αυτοκίνητα ή σκάφη. Τα έκανα θέατρο πάλι.

vouros5
Στο μεταξύ, Γιάννη, απασχόλησε τη δημοσιότητα και η προσωπική σου ζωή.
Γ.Β.: Έχω κάνει γάμους, έχω πάρει διαζύγια, έχω βαφτίσει παιδιά, πάντα στο περιθώριο της δημοσιότητας. Αυτό το θέμα είχε να κάνει με την απόσταση που δημιουργήθηκε κατά τα δυόμισι χρόνια που έλειπα στη Θεσσαλονίκη. Καταρχήν, δεν είμαι εύκολος σύντροφος. Είμαι απορροφημένος από τη δουλειά μου και όταν δε μ’ απασχολεί το θέατρο, μ’ απασχολούν η ζωγραφική, οι κατασκευές μου… Είμαι σχεδόν απών όταν κάνω τη διαδρομή γύρισμα-πρόβα-παράσταση-περιοδεία. Μετά από μια συμβίωση 18-19 χρόνων και έχοντας μεγαλώσει τα παιδιά, η σύντροφος λογικά, μοιραία και αυτονόητα, νιώθει ότι είναι μόνη. Πάνω σ’ αυτό ήρθαν τα δυόμισι χρόνια στη Θεσσαλονίκη, που δημιούργησαν μια ομιχλώδη κατάσταση, η οποία βγήκε προς τα έξω, παίρνοντας μεν τη σωστή διάσταση, αλλά πριν καν εγώ και η Λένα αποφασίσουμε κάτι.
Εσύ, Χρύσα, τι είδους σύντροφος είσαι;
Χ.Π.: Εξαρτάται από τον άνθρωπο, αλλά νομίζω ότι όσο μεγαλώνω μαλακώνω περισσότερο.
Γ.Β.: Σ’ εμένα αμβλύνονται οι γωνίες όσο μεγαλώνω. Θεωρώ πως κινούμαι πια στα όρια του μοναχικού. Έχω ζήσει έντονα τη ζωή μου και είμαι πολύ κουρασμένος. Και ήταν εξαιρετικά κουραστική η περίοδος του ΚΘΒΕ, όπου έκανα 30 παραγωγές μέσα σε 27 μήνες. Θεωρώ ότι δεν έχω πια περιθώρια συγκατάβασης. Με επιλέγεις γι’ αυτό που είμαι, όχι γι’ αυτό που θα ήθελες να είμαι.
Χ.Π.: Εγώ έχω περιθώρια. Μ’ εκφράζει αυτό που λέει ο Γιάννης, ως προς το ποια είμαι. Αλλά δεν είμαι πλέον τόσο απόλυτη όσο νεότερη. Αυτό ισχύει λιγότερο στη δουλειά. Εκεί δεν έχω λειάνει τόσο όσο στις προσωπικές, φιλικές και οικογενειακές μου σχέσεις.
Γ.Β.: Είσαι ευέλικτη, ε; Εγώ πια δεν είμαι. Καθόλου.
Η ζωή σας εκτός θεάτρου, τώρα που η παράσταση βρήκε τη ροή της, πώς είναι;
Χ.Π.: Να ένα ακόμη καλό του Γιάννη. Όλοι οι ηθοποιοί έχουμε δουλέψει με σκηνοθέτες, κάνοντας 8-10 ώρες πρόβες και να μη βγαίνει η δουλειά με τίποτα. Εμείς κάναμε σκάρτο πεντάωρο, αλλά ήταν μεστές οι πρόβες κι έκανα και πράγματα για μένα. Τώρα κάνω ό,τι όλοι – τα ψώνια μου, καθαρίζω το σπίτι, διαβάζω, έχω την προσωπική μου ζωή. Βγάζω βόλτα το σκυλί μου, τη Σίφα, κάνω γυμναστική. Δε θα γινόταν να βγάλω την παράσταση αν δε γυμναζόμουν. Δε βγαίνω πολύ. Μετά την παράσταση μπορεί να πάμε σ’ ένα μαγειρείο όλος ο θίασος. Αυτό μόνο.
Γ.Β.: Εγώ νιώθω ότι έχω πρώτη φορά στη ζωή μου τόσο πολύ ελεύθερο χρόνο. Ξαναμπήκα στη λογική να ζωγραφίσω και είχα μια συζήτηση για να κάνω έκθεση σε γκαλερί στη Θεσσαλονίκη, αλλά έχει μείνει πίσω. Έχω κάνει δύο προτάσεις στο Ελληνικό Φεστιβάλ για το καλοκαίρι, αλλά πλέον δεν ξέρουμε την τύχη του. Διαβάζω πολύ κι έχω πάρει προσωπικά το θέμα των προπονήσεων του μικρότερου γιου μου, του Αλέξη, που μάλλον το καλοκαίρι θα συμμετάσχει στους Πανευρωπαϊκούς. Και συζητάω κάποια πράγματα για το εξωτερικό. Ξέρω πως όλοι το λένε και ακούγεται μεγαλόσχημο. Παλαιότερα μου είχαν γίνει δύο προτάσεις για μετεγκατάσταση στη Νέα Υόρκη, αλλά συνέπεσαν με τις γεννήσεις παιδιών και δεν το αποφάσισα.
Όταν κατέβει η αυλαία τι θα απομείνει μεταξύ σας;
Χ.Π.: Η σχέση που έχουμε και η περηφάνεια γι’ αυτήν.
Γ.Β.: Κρατάω το τελευταίο και, στο βαθμό που τα πράγματα έρθουν όπως ελπίζω, θα ήθελα να ξανασηκωθεί η αυλαία και να μας βρει παρέα στη σκηνή. Ήδη έχω κάτι στο μυαλό μου.

Επιμέλεια: Χρήστος Αλεξανδρόπουλος
Μακιγιάζ – χτένισμα: Δημήτρης Δημητρούλης (D Tales)
Συνεργασία styling: Δήμητρα Σπυροπούλου


Ευχαριστούμε το  «Interni», Κηφισιάς 190, Χαλάνδρι, τηλ. 210 6775080, για την ευγενική φιλοξενία.

Πηγή : Περιοδικό Hello, τεύχος 50

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *