Κάποια από τα ωραιότερα Σαββατοκύριακα στην Κύπρο δεν χρειάζονται ιδιαίτερο προγραμματισμό, αρκεί μόνο να διαλέξεις μια κατεύθυνση, να γεμίσεις το αυτοκίνητο με καλή παρέα και να αφήσεις τον δρόμο να σε οδηγήσει. Και παρότι το καλοκαίρι είθισται οι περισσότεροι να κατευθυνόμαστε προς τα παράλια, συνδυάζοντας τις εξορμήσεις μας με βουτιές στη θάλασσα, και φαγητό με μαγιό και άμμο στα πόδια, υπάρχουν και αυτοί (και δεν είναι λίγοι) που προτιμούν να οδηγούν προς την αντίθετη κατεύθυνση, και να έχουν θέα πεύκα, κέδρους και αμπελώνες.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι όλο και περισσότεροι επιλέγουν τα τελευταία χρόνια να εξερευνήσουν την κυπριακή ενδοχώρα μέσα από το κρασί. Όχι απαραίτητα επειδή είναι οινόφιλοι, αλλά γιατί οι οινικές διαδρομές είναι μια πολύ καλή αφορμή για να ανακαλύψεις χωριά που ίσως έχεις προσπεράσει δεκάδες φορές χωρίς να σταματήσεις, να γνωρίσεις τους ανθρώπους πίσω από κάθε οινοποιείο, να καθίσεις σε ένα τραπέζι με τοπικές γεύσεις και να δεις μια διαφορετική πλευρά της κυπριακής υπαίθρου.
Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, το κυπριακό κρασί διανύει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίοδο. Μικρότερα οινοποιεία, νέες γενιές παραγωγών, επενδύσεις στην ποιότητα και μια συνειδητή επιστροφή στις γηγενείς ποικιλίες, έχουν ανανεώσει την εικόνα του κυπριακού αμπελώνα, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε αμπελώνες, μικρές στάσεις και καλό φαγητό, ξεδιπλώνονται δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες διαδρομές του νησιού: μία πιο κλασσική, στα κρασοχώρια της Λεμεσού και μία πιο εναλλακτική, στην οινική ενδοχώρα της Πάφου.
Η Κλασσική: Στα κρασοχώρια της Λεμεσού
Αν υπάρχει μία περιοχή που έχει ταυτιστεί όσο καμία άλλη με το κυπριακό κρασί, αυτή είναι τα κρασοχώρια της Λεμεσού. Εδώ, η αμπελοκαλλιέργεια αποτελεί μέρος της καθημερινότητας εδώ και αιώνες και σχεδόν κάθε χωριό έχει τη δική του σχέση με το αμπέλι και την παραγωγή κρασιού.
Η διαδρομή ξεκινά από τον Άγιο Αμβρόσιο, όπου βρίσκεται το Οινοποιείο Ζαμπάρτας –ένα οινοποιείο που έχει αφήσει το δικό του αποτύπωμα στον κυπριακό αμπελώνα. Η οικογένεια Ζαμπάρτα συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνους που πίστεψαν από νωρίς στις δυνατότητες των γηγενών κυπριακών ποικιλιών και συνέβαλαν ουσιαστικά στην επαναφορά τους στο προσκήνιο. Το Μαραθεύτικο, το Ξυνιστέρι και άλλες κυπριακές ποικιλίες βρήκαν εδώ έναν από τους σημαντικότερους πρεσβευτές τους. Παράλληλα, η εμπειρία της γευσιγνωσίας είναι οργανωμένη με τρόπο που απευθύνεται τόσο στους γνώστες όσο και σε όσους απλώς θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα το κυπριακό κρασί.

Αφήνοντας πίσω τον Άγιο Αμβρόσιο, ο δρόμος αρχίζει να ανηφορίζει προς τα ορεινά χωριά της περιοχής. Πρώτη στάση το Βουνί, ένα από τα πιο όμορφα χωριά της επαρχίας. Χτισμένο αμφιθεατρικά στις πλαγιές του βουνού, με πέτρινα σπίτια, στενά δρομάκια και αυλές γεμάτες λουλούδια, προσφέρει την ευκαιρία για μια μικρή βόλτα, πριν από την επόμενη οινική στάση. Το Βουνί είναι επίσης ιδανικό σημείο για καφέ ή ένα πρώτο μικρό γαστρονομικό διάλειμμα. Εδώ ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται πόσο στενά συνδεδεμένο παραμένει το κρασί με την καθημερινότητα των κατοίκων. Στα καφενεία, στις ταβέρνες και στα μικρά παντοπωλεία, το κρασί εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της τοπικής κουλτούρας και όχι απλώς ένα τουριστικό προϊόν.

Η διαδρομή συνεχίζει προς το Πελέντρι, ένα από τα πιο γνωστά ορεινά χωριά της περιοχής, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει συνδέσει το όνομά του με μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες ιστορίες επιτυχίας του κυπριακού κρασιού. Εδώ βρίσκεται το Οινοποιείο Τσιάκκας, το οποίο από το 1988 επενδύει συστηματικά στην παραγωγή ποιοτικών κρασιών από αμπελώνες μεγάλου υψομέτρου. Η επιμονή στην ποιότητα και η αξιοποίηση τόσο γηγενών όσο και διεθνών ποικιλιών έχουν καταστήσει το οινοποιείο σημείο αναφοράς για τον κυπριακό αμπελώνα, ενώ η τοποθεσία του προσφέρει μοναδική θέα προς τις βουνοπλαγιές του Τροόδους.

Από το Πελέντρι, ο δρόμος οδηγεί προς το Κοιλάνι, ένα από τα σημαντικότερα αμπελουργικά χωριά της Κύπρου. Το χωριό διατηρεί έντονο τον παραδοσιακό του χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα φιλοξενεί ένα από τα πιο αναγνωρισμένα οινοποιεία της χώρας, το Οινοποιείο Βλασίδης. Ο Βλασίδης συγκαταλέγεται ανάμεσα στα οινοποιεία που συνέβαλαν καθοριστικά στη βελτίωση της εικόνας του κυπριακού κρασιού στις διεθνείς αγορές. Η φιλοσοφία του βασίζεται στην παραγωγή κρασιών με συνέπεια και σαφή ταυτότητα, ενώ οι εγκαταστάσεις του αποτελούν από μόνες τους λόγο επίσκεψης. Η γευσιγνωσία εδώ προσφέρει μια καλή εικόνα για το πόσο έχει εξελιχθεί η κυπριακή οινοποιία. Λίγα χιλιόμετρα αργότερα, η διαδρομή καταλήγει στο Όμοδος, έναν προορισμό που έχει συνδέσει το όνομά του με το κρασί όσο λίγα χωριά στην Κύπρο.

Πριν κατευθυνθείτε στην πλατεία για φαγητό, αξίζει μια στάση στο Οίνου Γη – Κτήμα Βασιλειάδης. Πρόκειται για ένα οικογενειακό οινοποιείο που αξιοποιεί σταφύλια από την ευρύτερη περιοχή των κρασοχωριών και αποτελεί μια ακόμη ευκαιρία να γνωρίσει κανείς διαφορετικές εκφράσεις των κυπριακών ποικιλιών μέσα από μια πιο προσωπική εμπειρία γευσιγνωσίας. Η ζωντανή πλατεία, τα παραδοσιακά καταστήματα και η διαχρονική γοητεία του Ομόδους το καθιστούν ιδανικό φινάλε για την εξόρμηση. Εκτός, από πολύ καλές επιλογές για φαγητό, το Όμοδος διαθέτει και μια πληθώρα προϊόντων που συνδέονται άμεσα με την αμπελουργική παράδοση της περιοχής, όπως ο παλουζές, τα κκιοφτέρκα και ο σουτζούκος, γεύσεις που συμπληρώνουν ιδανικά την εμπειρία μιας ημέρας αφιερωμένης στο κρασί.
Η εναλλακτική: Από τη Στρουμπί μέχρι τη Λετύμπου
Η δεύτερη διαδρομή μάς μεταφέρει στην επαρχία Πάφου. Εδώ το τοπίο είναι διαφορετικό. Οι αποστάσεις είναι μικρές, οι αμπελώνες εναλλάσσονται με καλλιέργειες και μικρά χωριά, ενώ η γαστρονομία παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο με το κρασί. Η αφετηρία βρίσκεται στο χωριό Στρουμπί, ένα χωριό που θεωρείται εδώ και δεκαετίες σημείο αναφοράς για την αμπελουργία της περιοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ διοργανώνεται και ένα από τα γνωστότερα φεστιβάλ κρασιού της επαρχίας Πάφου, τα «Διονύσια». Η πρώτη οινική στάση της διαδρομής βρίσκεται στον Κάθηκα. Εκεί συναντάμε το Οινοποιείο Βασιλικόν, ένα από τα πρώτα τοπικά οινοποιεία του νησιού, το οποίο από το 1993 διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανάδειξη της περιοχής Λαόνα – Ακάμα, ως οινικού προορισμού. Οι αμπελώνες του απλώνονται σε υψόμετρο 650-700 μέτρων και φιλοξενούν ένα ενδιαφέρον μίγμα γηγενών και διεθνών ποικιλιών, από Ξυνιστέρι, Μωροκανέλα, Μαραθεύτικο και Γιαννούδι μέχρι Cabernet Sauvignon και Syrah. Είναι από εκείνα τα οινοποιεία που βοηθούν τον επισκέπτη να κατανοήσει από την πρώτη κιόλας στάση γιατί η Πάφος θεωρείται σήμερα μία από τις πιο δυναμικές οινοπαραγωγικές περιοχές της Κύπρου.

Η διαδρομή συνεχίζει προς το Πολέμι, ένα χωριό που παραμένει στενά συνδεδεμένο με την αμπελουργική παράδοση της επαρχίας Πάφου. Οι αμπελώνες κυριαρχούν στο τοπίο και υπενθυμίζουν πως το κρασί εξακολουθεί να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και της τοπικής οικονομίας. Ανάμεσα στο Πολέμι και τη Στρουμπί βρίσκεται το Οινοποιείο Καμαντερένα, το οποίο ανήκει στη SODAP. Το σύγχρονο οινοποιείο Καμαντερένα, που λειτουργεί από το 1997 στην καρδιά των αμπελουργικών ζωνών της Πάφου, συνδυάζει την κληρονομιά του συνεταιρισμού με σύγχρονες οινοποιητικές πρακτικές και τεχνολογία αιχμής. Μέσα από σειρές όπως οι Island Vines και Mountain Vines, έχει καταφέρει να εδραιώσει τη φήμη του τόσο στην τοπική αγορά όσο και σε διεθνείς διαγωνισμούς, αποσπώντας διακρίσεις σε σταθερή βάση. Η επίσκεψη εδώ προσφέρει μια διαφορετική οπτική του κυπριακού κρασιού, αναδεικνύοντας τη δύναμη της συλλογικής προσπάθειας πίσω από έναν από τους σημαντικότερους αμπελουργικούς οργανισμούς του νησιού.

Από το Πολέμι, ο δρόμος οδηγεί προς τον Κάθηκα. Οι ταβέρνες και τα εστιατόρια της περιοχής έχουν συμβάλει σημαντικά στη φήμη του χωριού, καθιστώντας το έναν από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς για φαγητό στην επαρχία Πάφου. Ο Κάθηκας αποτελεί το ιδανικό σημείο για μεσημεριανό. Εδώ μπορεί κανείς να συνδυάσει τοπικά κρασιά με παραδοσιακούς μεζέδες, μανιτάρια της περιοχής, εποχικά προϊόντα και πιάτα που βασίζονται στην κυπριακή κουζίνα χωρίς περιττές παρεμβάσεις.
Λίγο αργότερα ακολουθεί μια στάση στο Οινοποιείο Τσαγκαρίδης. Το οινοποιείο ξεχωρίζει για τις βιολογικές καλλιέργειες και για τη σταθερή προσπάθεια ανάδειξης της ποιότητας του κυπριακού αμπελώνα. Τα κρασιά του έχουν αποκτήσει σημαντικές διακρίσεις, ενώ η φιλοσοφία του παραμένει στενά συνδεδεμένη με τον σεβασμό προς το περιβάλλον και τον τόπο παραγωγής.

Πριν ολοκληρωθεί η διαδρομή, αξίζει μια μικρή παράκαμψη προς τη Λετύμπου. Εκεί βρίσκεται το Οινοποιείο Μακαρούνας, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα της νέας γενιάς Κυπρίων οινοποιών. Ο Θεόδωρος Μακαρούνας επέλεξε να επενδύσει συνειδητά στις γηγενείς ποικιλίες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη Βασίλισσα, την Πρωμάρα, τη Μωροκανέλα και το Γιαννούδι. Η προσέγγιση του οινοποιείου αντικατοπτρίζει τη γενικότερη πορεία του κυπριακού κρασιού τα τελευταία χρόνια. Αντί να ακολουθήσει διεθνείς τάσεις, επέλεξε να επενδύσει σε ποικιλίες που αποτελούν μέρος της οινικής κληρονομιάς του τόπου. Το αποτέλεσμα είναι κρασιά με σαφή ταυτότητα και έντονο τοπικό χαρακτήρα. Αυτό άλλωστε είναι ίσως και το σημαντικότερο στοιχείο που συνδέει όλες τις στάσεις αυτών των δύο διαδρομών. Από το Ξυνιστέρι και το Μαραθεύτικο μέχρι τη Βασίλισσα, την Πρωμάρα, τη Μωροκανέλα και το Γιαννούδι, οι γηγενείς ποικιλίες βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της σύγχρονης κυπριακής οινοποιίας. Και είναι ακριβώς αυτές που δίνουν στο κυπριακό κρασί κάτι που δύσκολα μπορεί να αντιγράψει οποιαδήποτε άλλη χώρα: την αυθεντικότητα.

Οι δύο αυτές διαδρομές δεν απαιτούν ιδιαίτερο προγραμματισμό. Χρειάζονται μόνο καλή παρέα και λίγες ώρες στη διάθεσή σας. Τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνουν οι αμπελώνες, τα χωριά και οι άνθρωποι που συνεχίζουν να γράφουν το επόμενο κεφάλαιο της κυπριακής οινικής ιστορίας και παράδοσης.
Στάσεις για φαγητό
Στο Βουνί, ο Τάκης παραμένει μια από τις πιο σταθερές αξίες της περιοχής, γνωστός για τα κρασάτα χοιρινά παϊδάκια, τον τραχανά και τα παραδοσιακά κυριακάτικα πιάτα, ενώ η Ωραία Ελλάς προσφέρει μια πιο δημιουργική προσέγγιση της ελληνικής κουζίνας σε έναν ιδιαίτερα φροντισμένο χώρο. Στο κέντρο του χωριού, αξίζει επίσης μια στάση στο Lenia’s Tavern, όπου η Λένια σερβίρει μαμαδίστικες κυπριακές γεύσεις, περιποιημένους μεζέδες και κυπριακό brunch τα Σαββατοκύριακα, σε ένα χώρο που ταιριάζει απόλυτα με τον χαρακτήρα του χωριού.

Στο Πελέντρι, το Συμπόσιο ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη προσοχή που δίνει στο κρασί, διατηρώντας μια προσεγμένη συλλογή ετικετών σε ειδικά ψυγεία συντήρησης, με έμφαση κυρίως στα κρασιά της περιοχής. Όσο για το Όμοδος, η Αυλή του Θεμιστοκλή, οι Μαύρες Χήνες, και η κλασσική, πλέον, ταβέρνα «Σου Κυρ Γιάννη», συγκαταλέγονται στις πιο δημοφιλείς επιλογές για ένα χαλαρό μεσημεριανό, ολοκληρώνοντας ιδανικά μια ημέρα αφιερωμένη στο κρασί, τα χωριά και τις γεύσεις της κυπριακής υπαίθρου.

Ο Κάθηκας αποτελεί αναμφίβολα τη γαστρονομική καρδιά της διαδρομής. Για μια διαφορετική προσέγγιση, το The Farmyard Pan Asian Restaurant έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες γαστρονομικούς προορισμούς της περιοχής, συνδυάζοντας πανασιατικές γεύσεις με μια εντυπωσιακή λίστα κυπριακών και διεθνών κρασιών. Τα χειροποίητα dim sum, τα bao buns και τα platters-to-share αποτελούν ιδανική επιλογή για όσους θέλουν να ξεφύγουν από τα συνηθισμένα.

Για πιο παραδοσιακές γεύσεις, η ταβέρνα, το Πετραδάκι ξεχωρίζει για τα κρέατα σχάρας, τα κουπέπια και τις κυπριακές συνταγές που βασίζονται σε τοπικές πρώτες ύλες, ενώ To Στέκι του Παναή, στο κέντρο του χωριού, αποτελεί σταθερή επιλογή για όσους θέλουν να δοκιμάσουν αυθεντική κυπριακή κουζίνα σε χαλαρό περιβάλλον. Το Βικλάρι, με πανοραμική θέα του Ακάμα, αποτελεί μια στάση που δύσκολα ξεχνιέται. Χτισμένο στον δρόμο προς το Φαράγγι του Άβακα, θυμίζει περισσότερο εξοχικό καταφύγιο παρά εστιατόριο. Κάτω από την κληματαριά και μέσα σε έναν καταπράσινο κήπο, το μενού παραμένει εδώ και χρόνια συνειδητά λιτό: σούβλα χοιρινό ή κοτόπουλο, πατάτες, σαλάτα και παγωμένη μπίρα.


