Ο θυμός είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα συναισθήματα, όχι μόνο για τα παιδιά, αλλά και για τους γονείς. Πολλές φορές, ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώσαμε και είδαμε τους ενήλικες γύρω μας να εκφράζουν τον θυμό τους, επηρεάζει τον τρόπο που αντιδρούμε σήμερα απέναντι στα δικά μας παιδιά. Αν ως παιδιά βλέπαμε τους γονείς μας να ξεσπούν εύκολα ή, αντίθετα, να αποσύρονται και να σιωπούν όταν θύμωναν, είναι πιθανό ο παιδικός θυμός να μας φέρνει αμηχανία, φόβο ή ένταση.
Συχνά λέμε στα παιδιά ότι μπορούν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, αλλά στην πράξη δυσκολευόμαστε όταν αυτό το συναίσθημα είναι ο θυμός. Κι όμως, αν τον αντιμετωπίσουμε ως ένα φυσιολογικό ανθρώπινο συναίσθημα, μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να τον αναγνωρίζουν, να τον αποδέχονται και σταδιακά να τον εκφράζουν χωρίς να πληγώνουν τον εαυτό τους ή τους άλλους.
1. Ο παιδικός εγκέφαλος δεν είναι ακόμη έτοιμος να “χειριστεί” τον θυμό
Ένα μικρό παιδί μπορεί να νιώσει ένα δυνατό συναίσθημα ξαφνικά, όμως δεν έχει ακόμη την εγκεφαλική ωριμότητα για να το ελέγξει. Γι’ αυτό και ένα τρίχρονο παιδί, για παράδειγμα, δεν μπορεί πάντα να πει ήρεμα: «Είμαι θυμωμένο γιατί δεν πήρα αυτό που ήθελα». Για τον εγκέφαλό του, αυτή η διαδικασία είναι αρκετά σύνθετη.
Για να εκφράσει ένα παιδί τον θυμό του με λόγια, πρέπει πρώτα να καταλάβει τι αισθάνεται, να σταματήσει την παρόρμηση, να βρει τις σωστές λέξεις και να περιγράψει μια πολύ έντονη εσωτερική εμπειρία. Και, ας είμαστε ειλικρινείς, αυτό είναι δύσκολο ακόμη και για πολλούς ενήλικες.
Γι’ αυτό, πριν περιμένουμε από ένα παιδί να «μιλήσει όμορφα» την ώρα που θυμώνει, χρειάζεται να το βοηθήσουμε να αναγνωρίζει τι συμβαίνει στο σώμα του: την ένταση, την ταχυκαρδία, τη γρήγορη αναπνοή, την ανάγκη να φωνάξει ή να χτυπήσει.
2. Η συναισθηματική ρύθμιση χτίζεται σταδιακά
Στην παιδική ανάπτυξη υπάρχει μια σημαντική έννοια: η σταδιακή υποστήριξη. Με απλά λόγια, οι γονείς βοηθούν το παιδί να χτίσει δεξιότητες ανάλογα με την ηλικία και την ετοιμότητά του. Δεν ζητάμε από ένα μικρό παιδί να περάσει από το ξέσπασμα στην τέλεια λεκτική έκφραση από τη μια μέρα στην άλλη.
Αντίθετα, το πρώτο βήμα είναι να το βοηθήσουμε να εκφράζει τον θυμό του με ασφαλή τρόπο. Αντί να χτυπά, μπορεί να κάνει μια γκριμάτσα, να μουγκρίσει, να πατήσει δυνατά το πόδι του στο πάτωμα ή να πει «είμαι θυμωμένος». Μπορεί αυτό να μη μοιάζει πάντα «κοινωνικά τέλειο», αλλά είναι ένα σημαντικό στάδιο ανάμεσα στο καταστροφικό ξέσπασμα και στην ώριμη έκφραση.
Ο στόχος, ειδικά στις μικρές ηλικίες, δεν είναι η τέλεια συμπεριφορά. Είναι να μάθει το παιδί να ηρεμεί το σώμα του και να καταλαβαίνει ότι ο θυμός δεν είναι κάτι απαγορευμένο.
3. Το παιδί χρειάζεται πρώτα να ηρεμήσει μαζί μας
Όταν ένα παιδί θυμώνει, μπαίνει σε κατάσταση έντονης εγρήγορσης. Η καρδιά του μπορεί να χτυπά πιο γρήγορα, το σώμα του να ζεσταίνεται, οι μύες να σφίγγονται και η αναπνοή του να γίνεται πιο έντονη. Εκείνη τη στιγμή δεν χρειάζεται κήρυγμα. Χρειάζεται έναν ήρεμο ενήλικα δίπλα του. Η ρύθμιση, δηλαδή το να βοηθά ο γονιός το παιδί να ηρεμήσει μέσα από τη δική του ψυχραιμία, είναι καθοριστική. Ένα άγγιγμα, μια αγκαλιά, το να καθίσει το παιδί στην αγκαλιά μας ή το να του πούμε ήρεμα «νιώθεις την καρδιά σου που χτυπά δυνατά;» μπορεί να το βοηθήσει να περάσει από την ένταση στην ηρεμία. Για να συμβεί αυτό, όμως, χρειάζεται πρώτα ο γονιός να προσπαθήσει να παραμείνει ήρεμος. Δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά είναι ένα από τα πιο δυνατά μαθήματα που μπορεί να πάρει ένα παιδί: ότι τα μεγάλα συναισθήματα μπορούν να περάσουν χωρίς να γίνουν καταστροφικά.
4. Ο θυμός επιτρέπεται, όχι όμως όλες οι συμπεριφορές
Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που μπορούμε να μάθουμε σε ένα παιδί είναι ότι όλα τα συναισθήματα είναι αποδεκτά, αλλά όχι όλες οι συμπεριφορές. Μπορεί να είναι θυμωμένο, αλλά δεν μπορεί να χτυπά, να δαγκώνει ή να πετά αντικείμενα. Μια φράση όπως «είναι εντάξει να είσαι θυμωμένος, αλλά δεν είναι εντάξει να με χτυπάς» βάζει όριο χωρίς να ακυρώνει το συναίσθημα. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το «μη θυμώνεις» ή «δεν έγινε και τίποτα», φράσεις που συχνά κάνουν το παιδί να νιώθει ότι δεν το καταλαβαίνουν.
Αντί να προσπαθήσουμε να το πείσουμε ότι δεν πρέπει να θυμώνει, μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτό που νιώθει: «Θύμωσες γιατί δεν πήρες αυτό που ήθελες. Το καταλαβαίνω, είναι δύσκολο». Η αναγνώριση δεν σημαίνει ότι υποχωρούμε στο αίτημά του. Σημαίνει ότι του δείχνουμε πως μπορούμε να αντέξουμε το συναίσθημά του χωρίς να φοβηθούμε ή να το απορρίψουμε.
5. Η συζήτηση έρχεται αφού περάσει η ένταση
Την ώρα του θυμού, το παιδί δεν είναι σε θέση να κάνει λογική ανάλυση. Αφού ηρεμήσει, τότε μπορούμε να μιλήσουμε μαζί του για το τι συνέβη, τι το θύμωσε, πώς το ένιωσε στο σώμα του και τι το βοήθησε να ηρεμήσει. Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί αρχίζει σιγά σιγά να αποκτά αυτογνωσία. Μαθαίνει ότι ο θυμός έρχεται, κορυφώνεται και μετά περνά. Όπως μια δυνατή καταιγίδα που κάποια στιγμή τελειώνει.

