Η Εντμέ Λεβέντη αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία της ζωή της

Η Εντμέ Λεβέντη αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία της ζωή της

Η Εντμέ Λεβέντη αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία της ζωή της
Φωτογραφία: Δημήτρης Βαττής

Όταν κλείνει τα μάτια αναρωτιέσαι πού να ταξιδεύει: χώνει ξανά τα πόδια της στην άμμο της Αμμοχώστου; Χορεύει στο σαλόνι του πρέσβη στη Νιγηρία αγκαλιά με τον Ντίνο Λεβέντη; Ξαναζεί το Μάη του ‘68 στο Παρίσι, οδηγεί το μικρό της Fiat στη Ρώμη, θαυμάζει τα μάρμαρα του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο; Η Εντμέ Λεβέντη ανοίγει την ψυχή της κι αφηγείται τη ζωή της όλη.

Της Τώνιας Σταυρινού

Ο γάμος έγινε στις 12 Δεκεμβρίου 1970. Η νύφη εμφανίστηκε με λευκή γούνα στο κεφάλι κι ένα νυφικό της διάσημης μοδίστρας Μίνα Φεσσά. Περπάτησε μέχρι τον Κωνσταντίνο Λεβέντη που έσκυψε και της ψιθύρισε με αυθεντική απορία στο αφτί: «μα τι φοράς;». Χαμογέλασαν συνωμοτικά, ξέροντας ότι δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τις στυλιστικές επιταγές των μαμάδων τους και μπήκαν στην Εκκλησία για το Μυστήριο. Για τους ίδιους δεν υπήρχε θέμα. Θα παντρεύονταν ακόμη και με μαγιό, στην αγαπημένη τους θάλασσα της Αμμοχώστου, φτάνει να ήταν μαζί, να κουβεντιάζουν ατέλειωτες ώρες για βιβλία, πολιτική, τέχνη, να διαφωνούν, να γελάνε… Εκείνη, κόρη του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γιώργου Βασιλειάδη και εκείνος ανιψιός του επιχειρηματία και ευεργέτη Αναστάσιου Λεβέντη, ήταν αναπόφευκτο ο γάμος τους να εξελιχθεί σε υπερπαραγωγή. «Τις φωτογραφίες του γάμου δεν τις έχω σε δημόσια θέα», λέει σήμερα σχεδόν απολογητικά που δεν τις έδωσε ούτε καν για την έκθεση «Νύφες» που εγκαινίασε η ίδια στο Λεβέντειο Μουσείο. «Η δική μου σχέση με τη μόδα ήταν ανύπαρκτη, επομένως την επιχείρηση νυφικό ανέλαβαν η μητέρα μου, που ως Ιταλίδα είχε ένα ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο γούστο και η πεθερά μου Αυγή Λεβέντη, μια υπέροχη γυναίκα με μοναδική φινέτσα». Απομακρύνει το βλέμμα από κοντά μου, το βγάζει από το παράθυρο και το ταξιδεύει πολλά χρόνια πίσω. «Βασικά θέλω να μου αφηγηθείται όλη σας τη ζωή», της λέω. Γελάει. Και σαν καλή στρατιωτίνα, εκπαιδευμένη σε δύσκολες αποστολές, ξεκινά την αφήγηση.

«Γεννήθηκα στην Πάφο το 1945. Ο πατέρας μου ήταν επαρχιακός δικαστής κι όταν διορίστηκε στην Αμμόχωστο μετακομίσαμε οικογενειακώς. Εκεί μεγάλωσα, με τους δυο αδελφούς μου, τον Παύλο και τον Γιάννη. Ήμαστε παιδιά της θάλασσας, με την αλμύρα συνέχεια στο σώμα. Το καλοκαίρι του 1959 όλη η ζωή μας ανατράπηκε. Τα δύο μου αδέλφια, 22 και 18 ετών, χάθηκαν στην ακτή του Κάβο Γκρέκο. Είχαμε ξεκινήσει από τη Λάρνακα για την Αμμόχωστο, ο πατέρας μου κι εγώ με μια ψαρόβαρκα και τα αδέλφια μου με ιστιοφόρο. Εμείς φτάσαμε πρώτοι, αλλά το δικό τους σκάφος παρουσίασε κάποια βλάβη και αναποδογυρίστηκε. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να τους αφήσει να επιστρέψουν μόνοι κι έτσι αποφάσισε να τους συνοδεύσει οδηγώντας κατά μήκος της ακτής. Σε κάποια φάση ο δρόμος δεν ήταν αρκετά κοντά στη θάλασσα και έχασε οπτική επαφή για λίγο. Είδε το κίτρινο πανί του ιστιοφόρου τους να εισέρχεται στην περιοχή Κάβο Γκρέκο και μετά χάθηκε. Όταν βρέθηκε ήταν γεμάτο νερά και τα αδέλφια μου δεν ήταν επάνω. Δεν τους βρήκαμε ποτέ νεκρούς. Το πρώτο που μπορεί να σκεφτεί κανείς είναι ότι πνίγηκαν. Μιλάμε όμως για εξαιρετικούς κολυμβητές. Κι αν πνίγονταν δεν θα τους βρίσκαμε; Οι δύτες έψαχναν μερόνυχτα και εμείς όλοι κοιμόμασταν σε υπνόσακους στην παραλία για 19 μέρες χτενίζοντας κάθε σπιθαμή. Εκ των υστέρων, μελετώντας κυβερνητικά έγγραφα των βρετανικών υπηρεσιών έμαθα ότι τότε γινόταν λαθρεμπόριο όπλων. Ίσως είδαν κάτι που δεν έπρεπε; Κάποιοι θέλησαν να τους κάνουν να σωπάσουν; Είναι όλα θεωρείες. Έδωσα πάντως αίμα στην τράπεζα DNA ώστε αν βρεθούν ποτέ να μπορέσουν να ταυτοποιηθούν. Η μάνα μου δεν μπόρεσε ποτέ να δεχθεί ότι πέθαναν. Ήλπιζε ότι βρίσκονταν κάπου φυλακισμένοι και δεν μπορούσαν να γυρίσουν. Τους περίμενε. Παραδέχθηκε για πρώτη φορά ότι είναι νεκροί τη μέρα που ξεψύχησε ο πατέρας μου. Του είπε «μην ανησυχείς Γιώργο μου, σε περιμένουν τα παιδιά μας».

«Τότε ήταν σπάνιο για τα κορίτσια να σπουδάζουν. Ο προορισμός μας ήταν ο γάμος. Ο πατέρας μου όμως ήταν πολύ προοδευτικός άνθρωπος και ήθελε κάτι περισσότερο για μένα. Δεν ήταν σίγουρος όμως αν η μητέρα μου θα άντεχε να φύγω από το σπίτι μετά το χαμό των αδελφών μου. Σκέφτηκε να με στείλει για ένα σύντομο course και να δούμε πώς θα το βιώσει. Παρακολούθησα γραμματειακές σπουδές για ένα χρόνο. στο Λονδίνο. Κι ακολούθησα πιστά τη συμβουλή του πατέρα μου: «δακτυλογραφία και στενογραφία μπορούσες να μάθεις και στην Κύπρο. Είσαι στο Λονδίνο. Μη χάσεις την ευκαιρία να πάρεις άλλου είδους μόρφωση από τα μουσεία, τα κτίρια, την παρατήρηση των ανθρώπων». Μετά τον ένα χρόνο, εξασφάλισα μία θέση στο Κέιμπριτζ για να σπουδάσω αγγλική φιλολογία. Με έπιασε όμως το επαναστατικό μου. Έγραψα λοιπόν στον πατέρα μου: «έχουμε κάνει τόσο αγώνα να διώξουμε τους Άγγλους από την Κύπρο κι εγώ θα κάτσω εδώ μαζί τους τέσσερα χρόνια;». Έχεις το ελεύθερο να σπουδάσεις όπου θέλεις και ό,τι θέλεις, μου απάντησε. Χρόνια αργότερα τον ρώτησα γιατί δεν επέμενε. Πώς μπορούσα να απορρίψω το Κέιμπριτζ! Ήμουν 19 χρόνων, αντιδραστική και συναισθηματική, ενώ εκείνος είχε καθαρότερη κρίση. Μου απάντησε πως ήξερε ότι δεν μπορούσε να με πείσει γι’ αυτό εγκατέλειψε την προσπάθεια. Όταν μία μάχη είναι χαμένη δεν πρέπει να την δίνεις, έλεγε, γιατί αναλώνεσαι σε μια αντιπαράθεση που υποσκάπτει τη σχέση σου. Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο πατέρας μου. Αφού λοιπόν απέρριψα την Αγγλία, ανέλαβε η μάνα μου. Όντας Ιταλίδα, με τρεις αδελφές στην πατρίδα, ονειρευόταν να βρω έναν καλό Ιταλό και να εγκατασταθώ στη Ρώμη. Βρέθηκα λοιπόν στο πανεπιστήμιο Σαπιέντζα να σπουδάζω πολιτικές επιστήμες. Ιταλικά ήξερα από το σπίτι. Όταν πέρασα τις πρώτες μου εξετάσεις, η μητέρα μου πρότεινε να πάω να μείνω με την ξαδέλφη της, την κυρία Λα Πιέρ, στο Παρίσι για να εξασκήσω και τα γαλλικά μου. Πέρασα υπέροχα με τη θεία στο Παρίσι, πλην όμως, μιλούσαμε όλη μέρα ιταλικά. Αυτό δεν το έμαθε ποτέ η μητέρα μου!».

«Εκείνος ο μήνας στο Παρίσι ήταν σημαδιακός. Σε μια δεξίωση του πρέσβη για τους Κύπριους φοιτητές γνώρισα τον Αναστάσιο Λεβέντη. Κουβεντιάσαμε αρκετή ώρα και φαίνεται πως με συμπάθησε. «Αυτή την κοπέλα θέλω να την γνωρίσει ο Ντίνος ο ανιψιός μου» είπε κι έδωσε «εντολή» σε θείες και ξαδέλφες να οργανώσουν συνάντηση στο εξοχικό της μέλλουσας πεθεράς μου στον Πρόδρομο. Το Σεπτέμβρη του 1968 λοιπόν, στον Πρόδρομο, γνώρισα τον Ντίνο Λεβέντη. Εγώ τότε ήμουν 23 χρόνων κι εκείνος 30. Όταν επέστρεψα στη μαμά μου και με ρώτησε πώς μου φάνηκε, της είπα «δυστυχώς μου άρεσε πολύ». Δεν είχα καμία πρόθεση τότε να ασχοληθώ με έρωτες και παντρειές. Επέστρεψα λοιπόν στη Ρώμη για να συνεχίσω τις σπουδές μου. Ήμουν πολύ απορροφημένη από την πολιτική και όλες τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις. Είχα ζήσει το Μάη του ‘68 και παρόλο που απέφευγα τις διαδηλώσεις γιατί ως ξένη υπήρχε ο κίνδυνος να με απελάσουν, έπαιρνα το μικρό μου Fiat και περίμενα στα στενά για να φυγαδεύσω τους συμφοιτητές μου όταν τους κυνηγούσε η Αστυνομία. Για να είμαι ειλικρινής όλα αυτά μου φαίνονταν λίγο παιδαριώδη μιας και στην ΕΟΚΑ τα αδέρφια μου κι εγώ είχαμε ζήσει αληθινές μάχες, είχαμε πετάξει πέτρες σε στρατιώτες, είχαμε κινδυνεύσει από αληθινά πυρά. Με τον Ντίνο πάντως συνεχίσαμε να αλληλογραφούμε και να βρισκόμαστε στην Κύπρο. Είχαμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα, συζητούσαμε με τις ώρες και νιώθαμε μια πληρότητα ο ένας στη συντροφιά του άλλου. Είχε τόσες γνώσεις που καταντούσε εκνευριστικό. Πώς λένε εκείνο το φυτό, ποια είναι η συγγραφέας του τάδε βιβλίου, ποιος ήταν ο ηγέτης της αντιπολίτευσης στην τάδε χώρα. Του έλεγα «δεν μπορεί να το ξέρεις κι αυτό, μπλοφάρεις». «Εξέτασέ με» απαντούσε. Και πάντα, μα πάντα, είχε δίκιο. Ήθελε να μαθαίνει τα πάντα σε βάθος, δεν του αρκούσε μια γενικότητα. Ήταν μια κινητή εγκυκλοπαίδεια. Ξέρετε, στη ζωή μας οι δυστυχίες έρχονται μεγάλες και σαρωτικές, σαν το τσουνάμι. Η ευτυχία, όμως έρχεται σαν το ροδόσταγμα. Είναι μία απόσταξη. Γι’ αυτό κι εμείς πρέπει να κρατάμε πάντα ένα δοχείο και να μαζεύουμε στιγμές. Εγώ έζησα 31 χρόνια με τον άντρα μου και οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα από αυτά που πήρα, θα μου αρκέσουν για άλλα τόσα χρόνια».

«Δεν έχω δουλέψει ποτέ μου για τα χρήματα. Έχω εργαστεί όμως πολύ σκληρά στη ζωή μου. Όταν παντρεύτηκα το σπίτι μας είχε πέντε άτομα προσωπικό: μάγειρες, οδηγούς, οικιακές βοηθούς. Ίσως είμαι η μόνη Ελληνίδα μάνα που δεν ξέρει να μαγειρεύει. Είπα ευχαριστώ Θεέ μου που μου έδωσες επιλογές και αποφάσισα ότι θα αφοσιωθώ σε άλλους σκοπούς. Ο πρώτος ήταν να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Τα έπαιρνα πάντα στο σχολείο, ακόμη και όταν ήμουν άρρωστη με 39 πυρετό. Τον οδηγό τον χρησιμοποιούσα μόνο για επίσημες συναντήσεις. Μου φαινόταν αδιανόητο να πάω στη φιλενάδα μου να πιω καφέ να νιώθω τον άλλο κάτω μες το αυτοκίνητο να με περιμένει. Τα ρούχα και τα ψώνια δεν με ενδιέφεραν ποτέ ιδιαίτερα, τουναντίον, με πιάνει πανικός στα καταστήματα, οπότε είχα αρκετό χρόνο να αφοσιωθώ σε άλλα πράγματα. Κι όπου δούλεψα έβαλα τον καλύτερό μου εαυτό. Πιστεύω πολύ στη δουλειά. Είναι κάτι που έμαθα από τον πατέρα μου. Να μη σταματάς να είσαι χρήσιμη. Είναι ευλογία για τον άνθρωπο να είναι χρήσιμος. Το πρώτο μεγάλο project που ανέλαβα ήταν η βιβλιοθήκη του ελληνικού σχολείου στο Hellenic College of London. Αγόρασα όλα τα βιβλία, ένα προς ένα, τα κουβάλησα, τα κατέγραψα, ξεσκόνισα τα ράφια, οργάνωσα τα παιδιά που θα ήταν βιβλιοθηκάριοι και κάθε Τετάρτη για πολλά χρόνια ήμουν εκεί. Ακολούθησαν πολλά άλλα projects γιατί σαν καλή προσκοπίνα είχα μάθει μια ζωή να ανταποκρίνομαι πάντα όπου μπορούσα να βοηθήσω. Μου ήταν αδύνατο να αρνηθώ οποιοδήποτε κάλεσμα γιατί έχω πάρει τόσα πολλά στη ζωή μου, που το θεωρούσα προσωπική υποχρέωση να δώσω πίσω».

«Στη Νιγηρία ζήσαμε εφτά υπέροχα χρόνια με τον Ντίνο. Ξέρετε ένα από τα πράγματα που εκτίμησα στον άντρα μου ήταν ότι σχετιζόταν με τους ντόπιους. Δεν ήταν κλεισμένος στα πρεσβευτικά σαλόνια. Οι άλλοι Ευρωπαίοι έκαναν παρέα μόνο μεταξύ τους. Τρώγανε το ένα βράδυ στον Εγγλέζο, το άλλο στον Γάλλο, το άλλο στον Βέλγο… Εμείς κάναμε παρέα με όλους. Είχαμε φίλους Νιγηριανούς καλλιτέχνες, ακαδημαϊκούς, γιατρούς. Αγοράσαμε πολλά έργα τέχνης Αφρικανών ζωγράφων, πηγαίναμε στο νιγηριανό θέατρο, σε κονσέρτα κι εγώ ήμουν γραμματέας των Φίλων του Μουσείου του Λάγος. Η τέχνη είχε πάντα κεντρική θέση στη ζωή μας. Ζούσαμε κι αναπνέαμε τον πολιτισμό όπου και αν βρισκόμασταν. Ο Ντίνος ανέλαβε πρέσβης της Κύπρου στην UNESCO μετά το θάνατο του Αναστάσιου Λεβέντη. Στη διάρκεια της θητείας του, ενέταξε τρεις αρχαιολογικούς χώρους στον κατάλογο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς: την Παλαίπαφο, τη Χοιροκοιτία και τις τοιχογραφίες εννέα εκκλησιών. Αργότερα, όταν πέθανε ο άντρας μου το 2002, ο Γλαύκος Κληρίδης διόρισε εμένα στη θέση του και πρόσθεσα τη δέκατη Εκκλησία στη λίστα, το Ναό του Χρυσοσώτηρος στο Παλαιχώρι. Υπηρέτησα για επτά χρόνια στην UNESCO και αποσύρθηκα όταν πια δυσκολευόμουν να πηγαίνω κάθε μήνα για δέκα μέρες στο Παρίσι. Υπηρέτησα και ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Βρετανικού μουσείου, από το 2004 μέχρι το 2008. Με ρωτάτε ποια είναι η γνώμη μου για τα γλυπτά του Παρθενώνα… Δεν ξέρω αν θα σας δυσαρεστήσω αλλά πιστεύω ότι εκεί που βρίσκονται είναι οι καλύτερες πρεσβευτές μας. Μεγάλωσα τρεις Έλληνες στο Λονδίνο και μπορούσα ανά πάσα στιγμή να σταθώ μπροστά στα μάρμαρα και να τους πω «κοιτάξτε, είμαστε σ’ ένα από τα σημαντικότερα μουσεία στον κόσμο και τα σπουδαιότερα εκθέματα είναι ελληνικά». Ο ελληνικός πολιτισμός είναι η βάση του ευρωπαϊκού. Το γεγονός ότι τα μάρμαρα βρίσκονται σε έναν εκθεσιακό χώρο από τον οποίο περνούν χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά θα έπρεπε να μας τιμά όχι να μας θυμώνει. Αν ζούσα το 1802 όταν τα έκλεψε ο Έλγιν θα έδινα και τη ζωή μου για να τα υπερασπιστώ. Όμως σήμερα με απασχολεί περισσότερο η κλοπή των θησαυρών μας από τους Τούρκους κι όχι η επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα».

«Αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στο σπίτι μου όταν μπαίνω σε μουσεία. Η έννοια του χρόνου εκμηδενίζεται εκεί, καταργούνται οι χιλιετίες και οι γεωγραφικές συντεταγμένες, έτσι κατά κάποιον τρόπο δεν υπάρχει πια θάνατος. Κι είναι σαν να βρίσκεται στη ζωή ο άντρας μου, λες και τον έχω δίπλα μου να περπατά. Ο Ντίνος λάτρευε τα μουσεία και έχει κάνει σπουδαία δουλειά μέσα από το Ίδρυμα Λεβέντη για την ανάδειξη των κυπριακών αρχαιοτήτων. Όλα ξεκίνησαν το 1987 όταν ο Βάσoς Καραγιώργης διευθυντής του τμήματος Αρχαιοτήτων τον προσκάλεσε να κατεβούν στο υπόγειο του Βρετανικού Μουσείου και να ψάξουν για κυπριακές αρχαιότητες. Οι συστηματικές ανασκαφές στην Κύπρο επί αποικιοκρατίας έφεραν στο φως πολλές αρχαιότητες. Το ένα τρίτο από αυτά που έβρισκαν όμως τα έπαιρναν μαζί τους. Όταν πήγε ο Ντίνος στο υπόγειο του Βρετανικού Μουσείου πιάστηκε η ψυχή του που τα είδε όλα εκεί στοιβαγμένα. Αποφάσισε να χρηματοδοτήσει τη δημιουργία μιας Κυπριακής Αίθουσας. Αυτή η ιδέα επεκτάθηκε σε όλα τα μεγάλα μουσεία. Δημιούργησε κυπριακή αίθουσα στο Μητροπολιτικό μουσείο Νέας Υόρκης, στην Οδησσό, στη Βιένη, στο Οντάριο και η τελευταία, το Μάιο του 2002, στην Κοπεγχάγη. Ήταν ήδη πολύ άρρωστος για να παραβρεθεί στα εγκαίνια. Πέθανε δυο μήνες μετά. Το Λούβρο δεν επέτρεψε τη δημιουργία αίθουσας έτσι υπάρχουν μόνο κάποιες προθήκες. Αυτά τα εκθέματα «μιλάνε» εκ μέρους μας για την ιστορία του κυπριακού ελληνισμού, για την κατοχή, τις λεηλασίες. Είναι οι πρεσβευτές του τόπου μας. Ξέρετε τι με στεναχωρεί; Να βλέπω όλο αυτό το ζήλο που έχουμε για να διεκδικήσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά που έχει κλαπεί από τους Τούρκους, αλλά τα μνημεία που έχουμε στις ελεύθερες περιοχές τα έχουμε πεταμένα. Τα μωσαϊκά της Κανακαριάς που είναι του 6ου αιώνα μ.Χ έγιναν διάσημα επειδή κλάπηκαν από τους εισβολείς. Τα μωσαϊκά της Αγγελόχτιστης λίγο έξω από το Κίτι που είναι επίσης του 6ου αιώνα, πόσοι πήγαμε να τα δούμε; Τις τοιχογραφημένες εκκλησίες που είναι στα βουνά μας; Αν δεν τιμάς αυτά που έχεις εδώ δίπλα σου, πώς θα διεκδικήσεις αυτά που είναι κλεμμένα;».

«Όταν έκλεισα τα 70 συνειδητοποίησα ότι το πιο πολύτιμο πράγμα που έχω είναι ο χρόνος. Αυτό που θέλω πια στη ζωή μου, όση απέμεινε, είναι να κάνω πράγματα που πιάνουν τόπο. Δεν θέλω ποτέ να μου τηλεφωνήσει κάποιο από τα παιδιά μου για να μου ζητήσει να πάρω το εγγόνι μου από το μάθημα κι εγώ να πω ότι «δυστυχώς, έχω συνεδρίαση με τον βασιλιά του Θιβέτ». Θέλω να είμαι παρούσα. Το τελευταίο μου πάθος είναι η αρχαιολογία. Έχω επισκεφθεί τα τελευταία χρόνια την αρχαία Μεσσήνη, την Ελεύθερνα στην Κρήτη, τις ανασκαφές στην Κέρο, έχω πάει στις Κυκλάδες, στη Σαντορίνη… Και διαβάζω ξανά τους αρχαίους Έλληνες, Όμηρο, Ιλιάδα. Μου αρέσουν πολύ περισσότερο εκείνοι οι Έλληνες από τους σημερινούς. Τότε μιλούσαν για αξίες. Δημιουργούσαν. Το άλλο που θέλω είναι να αρχειοθετήσω όλα όσα έχω από τους γονείς μου, γράμματα, φωτογραφίες, βιβλία, αναμνηστικά. Επίσης εξακολουθώ να γυμνάζομαι δύο φορές τη βδομάδα, ανελλιπώς. Είναι πολύ σημαντικό να κρατάμε την ισορροπία ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα. Τις στιγμές που το πνεύμα σου καταρρέει, όταν πέφτεις ψυχολογικά, τότε έρχεται το σώμα σου και σε ανεβάζει. Θα βγεις έξω, θα τρέξεις, θα κολυμπήσεις, θα χορέψεις, θα συνέλθεις. Κι όταν το σώμα σου ασθενεί και καθηλώνεσαι, τότε παίρνει τα ηνία το πνεύμα σου. Θα διαβάσεις βιβλία, ποίηση, φιλοσοφικά κείμενα, θα ακούσεις μουσική, θα κρατηθείς από αυτά μέχρι να γιατρευτείς. Είναι μια ζυγαριά που πρέπει να την κρατάμε πάντα σε ισορροπία, σώμα και πνεύμα. Κάτι που δεν αντέχω με τίποτα είναι την γκρίνια. Με σκοτώνει. Υπάρχουν τόσο όμορφα πράγματα. Είναι ένα φιλί από το εγγόνι σου. Είναι η φίλη που θα πάτε να δείτε ένα θέατρο, να πιείτε έναν καφέ, να γελάσετε με την ψυχή σας. Είναι πολλά μικρά πράγματα η ευτυχία. Το μόνο που ξέρουμε σίγουρα από τη μέρα που γεννιόμαστε είναι ότι θα πεθάνουμε. Ας το δεχτούμε και ας αρκεστούμε σ’ αυτά που έχουμε εδώ και τώρα. Καμιά φορά τη ζωή πρέπει να την παίρνουμε όπως έρχεται, όχι όπως την θέλουμε. Δεν είναι παραγγελία. «Να θέλεις αυτό που έχεις και όχι να περιμένεις αυτό που θέλεις» λέει μια παροιμία. Ο πατέρας μου έλεγε πάντα ότι στη ζωή χρειαζόμαστε μόνο τρία πράγματα: σωφροσύνη, μεγαλοψυχία και επιμέλεια. Σωφροσύνη θα πει λογική, να έχουμε το μυαλό μας σε εγρήγορση. Η μεγαλοψυχία, είναι η αγάπη για τον συνάνθρωπο, όπως μας το δίδαξε ο Χριστός. Και το τρίτο είναι η δουλειά. Σκληρή δουλειά και μέσα μας και έξω μας. Οι συμμαθήτριές μου δυσανασχετούν που λέω την ηλικία μου. Αυτό εγώ δεν μπορώ να το καταλάβω. Θέλω να το πω και να το φωνάξω: έζησα 71 χρόνια πλήρης από την αγάπη κι εμπειρίες».

Πηγή : Περιοδικό Omikron, τεύχος 250

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *