Η επιτυχία σε μεζούρα

Η επιτυχία σε μεζούρα

Η σημασία του να αγωνίζεσαι χωρίς πλεονέκτημα, χωρίς έχειν των υπολοίπων. 

Τα παιδιά απ’ την ομάδα πόλο της Μέσα Γειτονιάς, αυτά που βλέπετε στη φωτογραφία -παιδιά κατά βάση όχι προνομιούχα, αλλά με γυαλιστερά πτερύγια και κολλημένα όνειρα στις πλάτες που ξέρουν, εκ φύσεως, πόσο σημαντικά είναι για το θολό μέλλον στη νεόπλουτη πόλη που ζουν-, έχουν εμπειρικά φτιάξει έναν ιδιότυπο ιδεατό μικρόκοσμο, απελευθερώνοντας τους εαυτούς τους από οτιδήποτε ξένο και «ξένο». Είναι αθλητές. Παλαιού τύπου. Κι όλοι οι αθλητές -τουλάχιστον εκείνοι που μου έκαναν την τιμή να πιουν ένα καφέ μαζί μου, όπως ο Λευτέρης Πετρούνιας ή ο Νίκος Κακλαμανάκης, υψηλής στόφας και φωτός- είναι σαν να είναι «φτιαγμένοι» από της ίδιας πάστας ακριβό ύφασμα ιδιοσυγκρασίας που, όμοιό του, είτε δεν υπάρχει πια, είτε βγαίνει απ’ το «εργοστάσιο» μία στο τόσο – εκείνο που αναδύεται μονοκοπανιάς και μετά σπάει το καλούπι, γι’ αυτό και πρώτο. Είναι, αν θέλετε, «ταξινομημένοι» αυτοί οι άνθρωποι (απ’ τους άγραφους κανόνες του αθλητισμού; Από γεννησιμιού τους; Από ένα επουράνιο DNA;) να προσανατολίζονται, αυστηρά και μόνο, αποκλειστικά σε ό,τι έχει να κάνει με το ταλέντο τους, μέσα σ’ ένα στενό, στενότατο, κύκλο ανθρώπων που τους περιβάλλει από ένα περίκλειστο κλοιό προστασίας, απαλλαγμένους απ’ τα γύρω γύρω περιττά και δημιουργώντας τους τις ασφαλείς εκείνες προϋποθέσεις για να πράττουν το αυτονόητο – που πια θεωρείται «προτέρημα»: Να κοιτάνε τη δουλειά τους.

Ο Μίλαν Τραΐκοβιτς, για παράδειγμα, εκείνος για τον οποίο μερικοί sportscasters, το πρωί της Δευτέρας, προσπαθούσαν να βάλουν στη μεζούρα μετά το χρυσό μετάλλιό του στα 60 μέτρα με εμπόδια, στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα κλειστού στίβου που διεξήχθη στη Γλασκώβη -τι άλλο πια!-, πόσο «Κύπριος» και πόσο «Σέρβος» είναι (προφανώς γιατί το «αίμα» είναι «αίμα» και δεν προδίδεται από μία μικρή σημαιούλα στο πέτο, καθώς άνοιγε τα χέρια του πανηγυρίζοντας την εθνική νίκη), είναι οι ίδιοι που, χωρίς δισταγμό, «υιοθετούν», ως επιτεύγματα προερχόμενα από τον Μεγαλέξανδρο και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, επιτυχίες άλλων «διεθνών», όπως ο Λάνθιμος, ο Τσιτσιπάς ή ο Αντετοκούμπο, που είτε επέλεξαν να ζουν στο εξωτερικό και να μην έχουν καμία σχέση με την Ελλάδα -σιωπηλά πληγωμένοι, μάλλον, πίσω από τα γκρο πλαν της δημιουργικής καθημερινότητάς τους- είτε δεν γεννήθηκαν στην Ελλάδα, αλλά τυχαία βρέθηκαν στην Αθήνα να πουλάνε ψεύτικα cds στους δρόμους, είτε προτίμησαν να προπονούνται αυτοεξόριστοι σε ξένες χώρες και να μην ξέρουν τη Βανδή και τα μπουζούκια των «μια ζωή την έχουμε». Υπήρχε ένα σπάσιμο εκείνο το πρωινό στη φωνή και στις ανακοινώσεις, στο συνδυασμό των λέξεων «χρυσό», «Σέρβος», «Κύπριος» – κατανοητό, βεβαίως, και «δημοκρατικό», όπως όλα πια. Αν και ο νικητής αυτός θα έπρεπε διπλά να θαυμάζεται (στην ίδια ευθεία, αν και με άλλες αναφορές, με τα παιδιά της Μέσα Γειτονιάς που, μη έχοντας την οικονομική δυνατότητα άλλων σωματείων, συνδυάζουν αριστοτεχνικά μαθήματα, δουλειές, και απογευματινές προπονήσεις, Σάββατα, Κυριακές και Καθαρές Δευτέρες), ο αθλητής αυτός που στα εννέα του χρόνια, στους βομβαρδισμούς της χώρας του, ήρθε εδώ «που είναι φιλόξενα», και ξεκίνησε ν’ ανεβαίνει κλαδί κλαδί στο ψηλότερο δέντρο, πιο εγχώριος κι απ’ τους κακομαθημένους εγχώριους μέσα στην παγκοσμιότητά του, η πλάστιγγα γέρνει στη σιωπή ή στις με ερωτηματικό (καταλαβαίνετε πώς) αναρτήσεις. Τι επαχθές, τι φθονερό, να αναζητάς πάντα δικαιολογίες για να μειώσεις τη νίκη ή να μην την αναγνωρίζεις -στο βαθμό που θα γινόταν, ίσως, σε άλλες περιπτώσεις- βρίσκοντας φτηνές δικαιολογίες – φανερές ακόμη και απ’ το ψεύτικο ηχόχρωμα, καθώς λέγονται τα «συγχαρητήρια».

Τι κάνει, τελικά, «επιτυχημένους» τους επιτυχημένους; Αυτό που τους κινητοποιεί – μια απόρριψη, ένα «όχι», ένα «δεν γίνεται», ένα υποτιμητικό βλέμμα, μια αναπηρία ή μια έλλειψη. Σαν τους αθλητές. Ή σαν την Πίτσα Γαλάζη αυτού του τεύχους που, μισή ακίνητη πια, μου έδωσε να διαβάσω φεύγοντας απ’ το σπίτι της, στη Λεμεσό, γραμμένα στο χέρι, σε χαρτιά Α4, χωρίς μουντζούρες, φροντισμένα και ακέραια, μερικά από τα τελευταία αδημοσίευτα ποιήματά της. Έκπληκτος, της είπα πως είναι καλύτερα από όσα -βραβευμένα της- είχα διαβάσει ώς τότε – το εννοούσα! Αν αναλωνόταν στα tea time και σε βόλτες, στον μόλο, πλάι απ’ την ωραία θάλασσα, προφανώς και οι λέξεις θα πετιούνταν σαν βότσαλα ήδη χαραγμένα, αχαρτογράφητες και εφησυχασμένες στις κρατικές απονομές και στα «μπράβο» της Ακαδημίας Αθηνών που προηγήθηκαν. Τυχερή, πολύ τυχερή – κι αν δεν το ξέρει, της το γράφω.

Στη μέχρι στιγμής βαθμολογία, στο πρωτάθλημα πόλο των ανδρών, ο ΑΠΟΕΛ προηγείται βαθμολογικά. Κραταιός και «δοκιμασμένος», σε όποιο άθλημα καταρτίστηκε σε βάθος χρόνου, από τεχνοκράτες και έμπειρους, μεθοδικά. Αλλά εγώ θέλω να πιστεύω στο θαύμα – σ’ αυτό που συνέβη και πέρσι. Στο απρόσμενο. Σ’ αυτά τα παιδιά που αγωνίζονται, όπως αγωνίζονται, γιατί έχουν μια άλλου είδους φρενίτιδα, ένα άλλο είδους μέτρο στο τι είναι κορυφή…

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *