Η γιαγιά μου η Ζήνα Κάνθερ

Η γιαγιά μου η Ζήνα Κάνθερ

Η γιαγιά μου η Ζήνα Κάνθερ
Φωτογραφία: Δημήτρης Βαττής

Τη θυμάται να κατεβαίνει από τη μεγάλη σκάλα, πάντα ευθυτενής με το πηγούνι ψηλά, τα μαλλιά πιασμένα σε έναν περίτεχνο κότσο, απαλά βαμμένα μάγουλα και ροζ κραγιόν… Μια πριγκίπισσα ντυμένη με ίσια παντελόνια και στολισμένη με την ομορφιά της αγάπης της για τους ανθρώπους. Τα δύο της εγγόνια περνούσαν μαζί της τα καλοκαίρια στο μεγάλο σπίτι, τρώγοντας παγωτό και γελώντας με τη φωνακλού γιαγιά τους. Η Μαρία Κάνθερ γράφει σε βιβλίο την ιστορία της γιαγιάς της και παράλληλα ένα τηλεοπτικό σενάριο για την πολυτάραχη ζωή της.

Από την Τώνια Σταυρινού

Μπαίνει στην καφετέρια με ένα μακρύ πράσινο φόρεμα και οι κόκκινες μπούκλες της είναι πιασμένες σε έναν χαλαρό κότσο… Είναι φανερό πως δεν έχει κληρονομήσει μόνο το επίθετο από τη γιαγιά της. Η Μαρία Κάνθερ έχει την ευγένεια και το ανάστημα μιας πριγκίπισσας, σκληραγωγημένης στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής. Κι αυτή τη στιγμή ετοιμάζεται να πάρει ένα μεγάλο ρίσκο αφηγούμενη την ιστορία της γιαγιάς της, μιας ιστορικής προσωπικότητας που άφησε εποχή. «Ναι το φοβάμαι», λέει με ειλικρίνεια. «Είναι δύσκολο εγχείρημα και μερικές φορές τα βράδια πριν κοιμηθώ, σκέφτομαι, τι πάω να κάνω; Από την άλλη δεν μπορούμε να ζούμε εκ του ασφαλούς. Το νιώθω λίγο ως ανάγκη, ως αποστολή, ως χρέος μου». Το βιβλίο κυκλοφορεί το φθινόπωρο, ενώ η τηλεοπτική σειρά θα βγει στο Σίγμα αρχές του επόμενου χρόνου. Έχει γράψει παιδικά βιβλία και θεατρικά έργα, μέχρι στιγμής αλλά τίποτα τόσο μεγάλο όσο μία βιογραφία ή ένα σενάριο. Εργάζεται ως μουσικός παραγωγός και τα τελευταία επτά είναι στο ράδιο Πρώτο. Στην ερώτηση «ποια ήταν πραγματικά η γιαγιά σου;» πετά τα χρυσά γοβάκια της παιδικής της ηλικίας και ξεκινά ξυπόλητη από την Τάλα της Πάφου, αρχές του 1930, για να περπατήσει πλάι σε μια γυναίκα που δεν άφησε ποτέ τη ζωή να την υποτάξει.


Όλη η υψηλή κοινωνία πέρασε από τα περίφημα πάρτι στο σπίτι της οικογένειας Κάνθερ.

 

«Πάντα μοσχοβολούσε αρώματα και ήταν χτενισμένη με τον ίδιο περίτεχνο κότσο, τον οποίο έφτιαχνε μόνη της μόλις ξυπνούσε πριν βγει από το δωμάτιο. Δεν την έχω δει ποτέ με λυτά μαλλιά. Δεν άφηνε κανέναν να μπαίνει στο υπνοδωμάτιό της. Ήταν το προσωπικό της άβατο. Το πρωί που κατέβαινε τη μεγάλη σκάλα για να πάρει πρωινό ήταν πάντα χτενισμένη και διακριτικά μακιγιαρισμένη. Δεν την είδαμε ποτέ ατημέλητη. Από τη γιαγιά μου έχω έναν υπέροχο καθρέφτη και την τουαλέτα που καθόταν και βαφόταν κάθε μέρα. Έχω κάποιες ρόμπες και φουστάνια της και την κάπα της, αυτή που φορούσε όταν της έδωσε ο Πάπας τον τίτλο της Πριγκίπισσας τιμώντας την για το φιλανθρωπικό της έργο».

«Δεν ήθελε να τη λέμε γιαγιά. Μας είχε ζητήσει να τη φωνάζουμε Ζηνούλα. Ακούγοντας το προσωπικό να την προσφωνεί ‘πριγκίπισσα’ αισθανόμουν δέος. Πάντα με ιντρίγκαρε η ιστορία της γιαγιάς μου και την είχα τρελάνει με τις ερωτήσεις μου. «Ζηνούλα, θα γίνω κι εγώ πριγκίπισσα όταν μεγαλώσω; Εσύ πώς έγινες; Πώς ήσουν μικρή;». Από αυτές τις αθώες παιδικές ερωτήσεις ξεδιπλώνοντας ιστορίες για τη ζωή της και μαζί με τις αφηγήσεις των ανθρώπων που την έζησαν, έγραψα σήμερα την ιστορία της. Γράφω με μεγάλη προσοχή, γιατί θέλω όλοι όσοι την γνώρισαν να δουν κάτι αντιπροσωπευτικό του ονόματoς και του έργου της. Και αν βλέπει κι εκείνη απ’ εκεί όπου βρίσκεται, θέλω να αισθανθεί περήφανη».


Φόρεμα Samantha Sung Tiffany. Παπούτσια Miu Miu, Kult.

«Εμείς ζούσαμε στην Αθήνα. Έτσι τη γιαγιά μου τη ζούσαμε τα καλοκαίρια. Μας έστελναν οι γονείς μας από το δημοτικό και μετά σε αυτό το πελώριο σπίτι που για μένα φάνταζε παλάτι. Μέναμε τουλάχιστον δυο μήνες κάθε χρονιά. Για να μην βαριόμαστε μας πήγαινε συνέχεια βόλτες. Είχε μανία με τον κινηματογράφο και μας ενοικίαζε βιντεοταινίες. Καθόμασταν τα απογεύματα και τις βλέπαμε. Απ’ αυτήν έχω μάθει όσα ξέρω για το παλιό σινεμά. Είχαμε όλοι μεγάλη αδυναμία στα παγωτά. Ήταν κι η ίδια πολύ γλυκατζού. Και μανιακή με την καθαριότητα! Μας έβαζε να βγάζουμε τα παπούτσια πριν μπούμε στο σπίτι και κρατούσε συνεχώς πατσαβουράκια και ξεσκόνιζε».


Φόρεμα και σκουλαρίκια Oscar De La Renta, Tiffany. Παπούτσια Gucci, Kult.

«Το πραγματικό της όνομα ήταν Θεογνωσία. Γεννήθηκε αρχές του 1930 στην Τάλα της Πάφου σε μια πολύ φτωχή οικογένεια. Ήταν η μικρότερη από έξι αδέρφια. Ο πατέρας της ήταν πολύ βίαιος. Χτυπούσε τη γυναίκα του κι ήταν ο φόβος κι ο τρόμος για τα παιδιά. Αγαπούσε πολύ το σχολείο, αλλά κατάφεραν να την στείλουν μόνο στην πρώτη τάξη. Έμαθε τα βασικά, γραφή και ανάγνωση. Η μητέρα και τα αδέρφια της δούλευαν και δεν υπήρχε κανείς να την προσέχει στο σπίτι. Έτσι η μητέρα της κάθε πρωί φεύγοντας για τη δουλειά, την έβαζε να καθίσει κάτω από ένα δέντρο στην πλατεία του χωριού και έφευγε. Ο καφετζής της έβαζε λίγο γάλα, ο μπακάλης της έφερνε κάτι να φάει. Έμαθε να επιβιώνει από πολύ μικρή».

«Γύρω στα 15 αναγκάστηκε να ξενιτευτεί στη Λεμεσό και έπιασε δουλειά σε μια κλινική. Εκεί ερωτεύτηκε τον παππού μου, τον Μιλτή και παρόλο που έμεινε έγκυος τον πατέρα μου, ο γάμος δεν έγινε ποτέ. Η οικογένεια του παππού μου δεν το επέτρεψε. Έτσι στα 16 της βρέθηκε εντελώς μόνη με ένα μωρό σε μια ξένη πόλη. Όταν περπατάς στο δρόμο και πιάνεις λοξές ματιές και ψιθύρους γύρω σου, έχεις μόνο δυο επιλογές: είτε να ενδώσεις στην απόγνωση είτε να πατήσεις τα πόδια και να σηκωθείς. Για την εποχή της ήταν αρκετά φεμινίστρια και ίσως το γεγονός ότι είχε ένα τόσο βίαιο πατέρα, να την έμαθε να μην βασίζεται στους άντρες. Να μην ψάχνει πουθενά για στήριγμα παρά μόνο στον εαυτό της».


Φόρεμα Badgley Mischka, Tiffany. Γυαλιά ηλίου Saint Laurent, Panaidis Eyewear Boutique.

«Η μητέρα της ήταν μια αφανής ηρωίδα. Στάθηκε ασπίδα για τα παιδιά της. Τους έδωσε αγάπη και στοργή. Ακόμη και όταν η κόρη της βρέθηκε με ένα εξώγαμο μωρό, τη στήριξε. Όταν γέρασε την έφερε στο σπίτι της στη Λευκωσία και τη φρόντιζε ως το τέλος. Και στο σενάριο της σειράς φαίνεται αυτή η ηρωική φιγούρα. Ειδικά στα πρώτα επεισόδια διαγράφεται μια προσωπικότητα ισάξια σε δύναμη με τη Ζήνα Κάνθερ. Ενώ υπομένει το ξύλο του άντρα της, σε κάποια φάση που κινδυνεύει το παιδί της, βλέπουμε ένα τέρας να βγαίνει από μέσα της. Δεν υπερασπίστηκε ποτέ τον εαυτό της, αλλά για τα παιδιά της ένα θηρίο ξεδιπλώθηκε από μέσα της. Τώρα που είμαι κι εγώ μαμά μπορώ να το καταλάβω αυτό. Νομίζω όλες μπορούμε να ταυτιστούμε».

«Της άρεσε πάντα ο χορός. Η δουλειά στο καμπαρέ ήταν ιδέα μιας φίλης της από την κλινική. Είχε πάντα το ανάστημα και τις ντελικάτες κινήσεις της χορεύτριας, το έβλεπες αυτό ακόμη και όταν είχε πια γεράσει. Ήταν πάντα καμαρωτή. Ψηλά το πηγούνι, έξω το στήθος, χαμόγελο. Κι είχε μια επιβλητική παρουσία. Αν έμπαινε τώρα εδώ που καθόμαστε στην καφετέρια, δεν υπήρχε περίπτωση να μην γυρίσουν όλοι και να καρφώσουν τα μάτια τους επάνω της. Μιλούσε δυνατά, ήταν υπερβολική σε όλα της, επιβλητική. Δεν υπήρχε περίπτωση να ζητήσει κάτι και να μην γίνει… Ήταν ο τρόπος της, το ύφος της, όλο το ταμπεραμέντο της. Είχε αυτό που λέμε εκτόπισμα. Στο καμπαρέ υιοθέτησε το όνομα Ζήνα».

«Ένα βράδυ, φεύγοντας από το καμπαρέ, βρήκε χτυπημένο στο δρόμο έναν άντρα που τον είχαν ληστέψει. Ήταν πεσμένος στη μέση του πουθενά, ανήμπορος να σηκωθεί. Χωρίς να τον γνωρίζει πήγε κοντά, τον περιέθαλψε, μιας και είχε και την εμπειρία της κλινικής και έφυγε. Δεν το ήξερε ακόμη αλλά εκείνη η πράξη θα άλλαζε όλη την υπόλοιπη ζωή της. Την επόμενη μέρα ο άντρας επέστρεψε και την έψαξε στο καμπαρέ για να την ευχαριστήσει. Ήταν ο Κάνθερ. Ερωτεύτηκαν και παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας, παντρεύτηκαν το 1952. Δίπλα του έγινε η Ζήνα Κάνθερ και η ζωή της πήρε την τροπή ενός παραμυθιού».

«Με τα εγγόνια της ήταν πάντα γλυκιά. Ακόμη και όταν τη βλέπαμε να θυμώνει με άλλους, δεν την παίρναμε στα σοβαρά. Θυμάμαι έμπαινε στην κουζίνα, άρπαζε ένα κουτάλι και έτρωγε από την κατσαρόλα. Το απολάμβανε πολύ αυτό. Της έλεγε η Ντοριάνα, η οικιακή βοηθός, «πριγκίπισσά μου καθίστε να σας σερβίρω» και εκείνη έβαζε τις φωνές: «δεν θέλω να κάτσω, θέλω να τρώω από την κατσαρόλα, αμάν πια!». Οι άλλοι πάγωναν με τα ξεσπάσματά της, αλλά εμένα θυμάμαι μου προκαλούσε γέλιο».

«Δεν άλλαξε μόνο το δικό της όνομα. Είχε τη συνήθεια να αλλάζει στους πάντες τα ονόματα. Το Ντοριάνα δεν ήταν το πραγματικό όνομα της οικιακής βοηθού. Ήταν αυτό που της έδωσε η γιαγιά μου. Είχε υιοθετήσει επίσης την κόρη της αδερφής της που την έλεγαν Αγάθη και της το άλλαξε σε Βερόνικα. Με το που σε έβλεπε αποφάσιζε ποιο όνομα σου ταιριάζει και σε ‘βάφτιζε’ επί τόπου. Είχε αυτή την τάση να φτιάχνει τον κόσμο όπως τον ήθελε. Να επινοεί την ίδια τη ζωή. Και όταν απέκτησε την εξουσία που δίνουν συνήθως τα χρήματα, είχε την ευχέρεια να το κάνει. Ήταν μια ανάγκη που είχε πάντα, να σκηνοθετεί κατά κάποιον τρόπο τη ζωή».


Φόρεμα Botondi Milano, σκουλαρίκια Oscar De La Renta, Tiffany

«Βοήθησε πάρα πολύ στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Στο υπόγειο του σπιτιού της έκρυβε τον ίδιο τον Γρίβα. Υπάρχουν μαρτυρίες από αγωνιστές της εποχής που θυμούνται ότι τα λεφτά από τη Ζήνα Κάνθερ έφταναν σε βαλίτσες για την ενίσχυση του αγώνα. Ήταν πάντα τόσο γενναιόδωρη με όποιον την είχε ανάγκη. Έκανε απίστευτες δωρεές. Και νομίζω αυτό την έκανε και τόσο αγαπητή. Ήταν επίσης πολύ φιλόξενη. Τα παλιά χρόνια στο σπίτι της είχανε γίνει θρυλικά πάρτι. Σήμερα αυτό το σπίτι καταρρέει, ήδη έχει πέσει μέρος της οροφής και είναι αδύνατο για την οικογένειά μας να το συντηρήσει. Δυστυχώς θα κατεδαφιστεί. Παρόλο που πέρασε αυτή η μυθική περιουσία από τα χέρια της Ζήνας Κάνθερ στο τέλος έμειναν μόνο χρέη. Για να καταλάβετε ο πατέρας μου ζει με ενοίκιο όπως κι εγώ».


Η γυναίκα που έζησε μια ζωή σαν παραμύθι αποσύρθηκε στο σπίτι της με λίγους αγαπημένους ανθρώπους  στο τέλος της ζωής της.

 

«Ψάχνοντας τη ζωή της τώρα για το βιβλίο ανακάλυψα και τις φιλίες της. Γιατί όλα τα καλοκαίρια που ήμουν στο σπίτι της δεν είχα δει να μπαίνει ποτέ κανένας. Είχε απομονωθεί. Πιστεύω πως ήταν συνειδητή απόφαση να αποσυρθεί. Ήξερε όλο τον κόσμο όταν βγαίναμε εκτός σπιτιού, τη χαιρετούσαν στο δρόμο, στα μαγαζιά, αλλά μέσα στο σπίτι δεν έμπαινε άνθρωπος. Έτσι παρόλο που άκουγα για τα περίφημα πάρτι της, την υψηλή κοινωνία και τους επώνυμους που μπαινόβγαιναν στα σαλόνια της, όσο την έζησα εγώ ήταν ένας μοναχικός άνθρωπος. Μόνο σε φωτογραφίες έχω δει την κοινωνική πλευρά της. Αυτό το σπίτι το έζησα κλειστό».

«Με τον πατέρα μου είχε θυελλώδη σχέση. Πάντα ήθελε να γίνεται το δικό της. Όταν τα θέλω του πατέρα μου ήταν διαφορετικά από τα δικά της, συγκρούονταν. Όταν ήταν καλά οι δυο τους περνούσαμε όλοι καλά. Όταν είχαν συγκρούσεις η πόρτα της έκλεινε και δεν την βλέπαμε καθόλου ούτε κι εμείς. Άνοιγε και έκλεινε την πόρτα της αναλόγως. Ξέρω ότι μπορούσε να γίνει πολύ δύσκολη. Στο δημοτικό ο πατέρας μου ήταν για κάποια χρόνια εσώκλειστος σε ιδιωτικό σχολείο στην Αθήνα. Ως μάνα σήμερα δεν μπορώ να το διανοηθώ. Εκείνη πίστευε ότι του προσφέρει ένα καλύτερο μέλλον. Εκείνος ξέρει ότι μεγάλωνε χωρίς τη μητέρα του. Δεν την κρίνω. Ούτε που τον άφηνε με τη μητέρα της και πήγαινε ταξίδια ανά τον κόσμο με τον Κάνθερ. Μερικές φορές έλειπαν για μήνες. Ξέρω πως ήταν δύσκολο για τον μπαμπά μου αλλά είχε το δικό της τρόπο σκέψης. Είχαν κι οι δυο τα δίκαιά τους».

«Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής της είχε Αλτσχάιμερ. Δεν επικοινωνούσε καθόλου. Είχαμε πια εγκατασταθεί οικογενειακώς στην Κύπρο και την επισκεπτόμασταν σχεδόν καθημερινά. Μεγάλο μέρος της ζωής της και της προσωπικότητάς της το γνώρισα μετά το θάνατό της. Περνώντας ώρες ψάχνοντας παλιά δημοσιεύματα, κάνοντας συνεντεύξεις με ανθρώπους που ζουν ακόμη στο χωριό της, μιλώντας με τους συγγενείς της. Ήταν μία πληθωρική γυναίκα. Αυτό μπορεί να την έκανε δυσάρεστη ορισμένες στιγμές, αλλά την έκανε επίσης μοναδική. Ήταν μια γυναίκα που μπορούσες μόνο να τη θαυμάζεις. Η Ζήνα Κάνθερ, η γιαγιά μου, ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από τις λέξεις που επιχειρούν να την περιγράψουν. Δεν χωρούσε σ’ αυτές».

Styling: Shona Muir

Πηγή : Περιοδικό Omikron, τεύχος 279

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *