Η ιστορία πίσω από τον δίσκο «Η μπαλάντα του ταξιδιώτη»

Η ιστορία πίσω από τον δίσκο «Η μπαλάντα του ταξιδιώτη»

«The forty -four and eight one, the group of magic number». Αυτό ήταν το ιδιαίτερο όνομα της πρώτης μπάντας ενός τραγουδοποιού που έμελλε να στιγματίσει την ελληνική μουσική των δεκαετιών 80’ και 90’: του Διονύση Τσακνή. Η δεύτερη του μπάντα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ανώτατη Βιομηχανική Σχολή Περαιώς και είχε το όνομα «Καταλύτες». Στα τέλη του 1980, ο Τσακνής απολύθηκε από τον στρατό κι επέστρεψε στην Καρδίτσα, όπου άνοιξε το δικό του στέκι, το «Καφωδείο». Μέσα από το στέκι αυτό ήταν που γεννήθηκαν και τα πρώτα του τραγούδια.

Μετά από παρότρυνση ενός μουσικόφιλου θαμώνα του μαγαζιού, με το όνομα Βαγγέλης Αλεξανδρής, ο Τσακνής μάζεψε τα κομμάτια του και τα ηχογράφησε. Μάλιστα, ο Αλεξανδρής –επιχειρηματίας στο επάγγελμα– κάλυψε όλα τα έξοδα της παραγωγής. Μέσα από το βιβλίο του «Απέναντι στο χρόνο» (Ιανός, 2006), ο Τσακνής θυμάται: «Βρεθήκαμε στη Θεσσαλονίκη με τους φίλους του «Καφωδείου», αλλά η πρώτη μας απόπειρα, στο studio του συνθέτη Άκη Γεροντάκη, δεν απέφερε τα αναμενόμενα. Χρειάστηκε να καταφύγω στις παλιές φιλίες και γνωριμίες. Ο Νίκος Τουλιάτος, φίλος απ’ τα παλιά, επιστράτευσε τον Βαγγέλη Πατεράκη, τον Κώστα Στρατηγόπουλο και τον Βασίλη Δερτιλή και, με τη σύμπραξη του Βαγγέλη Τάντου, ολοκληρώσαμε στο φιλόξενο studio του Άκη τις βάσεις των τραγουδιών. Η ηχογράφηση τέλειωσε στην Αθήνα, στο studio του Κώστα Στρατηγόπουλου με ηχολήπτη τον ίδιο. Ακούγοντας τη φωνή μου στις πρόχειρες ηχογραφήσεις, τρόμαζα. Δε μου άρεσα καθόλου. Τελικά και παρά τις αντίθετες γνώμες των φίλων μουσικών, άρχισα να αναζητάω μια γυναικεία φωνή για όλα τα τραγούδια, πλην ενός, που τραγούδησα, τελικά, ο ίδιος. Η νεαρή τότε τραγουδίστρια (αργότερα έγινε τηλεπαρουσιάστρια) Δάφνη Μπόκοτα, με την οποία δεν θυμάμαι καν ποιος μας γνώρισε, ανέλαβε να ερμηνεύσει το υλικό. Τα πήγαμε μια χαρά.

Όταν όλα είχαν τελειώσει, ήρθε η ώρα της κασέτας και της γύρας. Εννοώ την ακρόαση του υλικού από τις κραταιές τότε δισκογραφικές εταιρείες, από τις οποίες έφαγα στην πλάτη αμέτρητες πόρτες, όπως πολύ αργότερα έγραφα τις «Ρωγμές» του «Αλήτη καιρού».
Αξίζει μόνο να σημειωθεί, ότι όταν πια είχα καθιερωθεί στο χώρο, κάποιος παραγωγός, που είχε τότε απορρίψει συλλήβδην τα τραγούδια, μου ζήτησε να γράψω ένα τραγούδι για το δίσκο κάποιου τραγουδιστή. Του πήγα μια παλιά μελωδία, απ’ αυτές που είχε ακούσει και απορρίψει. Τη βρήκε αριστουργηματική. Ουδέν σχόλιον. Ο μόνος που έδειξε ενδιαφέρον ήταν ο συγχωρεμένος Τάσος Φαληρέας, που μαζί με τον αδελφό του Γρηγόρη πήραν υπό την προστασία τους το υλικό μας και το διέθεταν αποκλειστικά απ’ το θρυλικό Pop Eleven της Ηροδότου. Είχα στα χέρια μου τους 2.000 δίσκους απ’ το εργοστάσιο της Fabel στις 28 Δεκεμβρίου του 1982 και λίγες μέρες μετά, «Η μπαλάντα του ταξιδιώτη» ταξίδευε.

Μπορεί να πουλήθηκαν γύρω στα 1.000 κομμάτια, όσο για τα υπόλοιπα γύρισαν στον παραγωγό μου, που τα διέθετε μαζί με βιντεοκασέτες στο νέο κατάστημα. Μια φωτιά ή μια πλημμύρα, δε θυμάμαι ακριβώς, κατέστρεψε ό,τι είχε απομείνει, μαζί με τις μήτρες των ηχογραφήσεων.

Έμαθα πως σήμερα πουλιέται ως συλλεκτικός δίσκος, σε πολύ τσουχτερή τιμή, αλλά, παρά τις παραινέσεις αρκετών φίλων για επανέκδοση, είμαι ανένδοτος. Τείνω να καταλήξω πως τα πρωτόλεια ίσως δεν πρέπει να δημοσιοποιούνται».

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *