Η «κόρη του κομμουνιστή»

Η «κόρη του κομμουνιστή»

Η «κόρη του κομμουνιστή»
Φωτογραφία: Αρχείο Γιάννη Χατζηγεωργίου

Μικρά περιστατικά για ένα κορίτσι που μεγάλωσε σαν όλα τ’ άλλα. 

Ήτανε ένα πρωινό ζεστό, λίγο πριν από τις καλοκαιρινές εξετάσεις, γεμάτο από απαγγελίες και στίχους από τετράδια εκτυπωμένα και φωτοτυπημένα στα sos -λίγο Σεφέρη, λίγο Ελύτη, πιο λίγο Ρίτσο, λιγότερο Βρεττάκο- στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου, κοντά σε κάτι λυόμενα του Κύκκου Β’ (πρώην «θηλέων» της άτεγκτης Κοκκίνου). Η θεολόγος, σ’ ένα «δύσκολο» για εκείνην μάθημα που αφορούσε τις αιρέσεις, είπε πριν ξεκινήσουμε, ώρα 7:45, να κάνουμε την προσευχή «για να συγκεντρωθούμε». Είδε πως εκείνη έλειπε – πρώτο θρανίο αριστερά φάτσα στον πίνακα, κολλημένη στον τοίχο, μόνη της καθόταν η διπλανή της, η Μ.Γ. «Ποιος θα την πει σήμερα;». Ο τάδε. Η Χριστίνα έκανε πρόβα – ή είπε πως έκανε πρόβα, μαθαίνοντας σε κάποιο καμαράκι λόγια ρόλου και προαλείφοντας το αβέβαιο καλλιτεχνικό επαγγελματικό της μέλλον που ακόμη ήταν θολό στα ζητούμενά της. Η καθηγήτρια των θρησκευτικών τής το χρώσταγε – το πέταξε αόριστα σ’ εμάς: «Άντε, να κάνουμε την προσευχή, έτσι που μείναμε σήμερα οι χριστιανοί μεταξύ μας σαν στις κατακόμβες!».

Δεκαπέντε ετών παιδιά, ποιος άραγε να ήξερε τι σήμαινε Μαρξ ή Λένιν, όπια (ποιου λαού;) και αθεΐες σαν σύμβολο αδιάβλητης πίστεως υπέρ αγνώστων θεών – ίσως μόνο κάποιοι μυημένοι, προφανώς κι αυτοί ελάχιστοι. «Πάτερ ημών / ο εν τοις ουρανοίς / αγιασθήτω…». Αποτύπωσα εκείνη την πρόταση στο μυαλό μου και την επανέφερα στα είκοσί μου – φοιτητές πια στη Νομική Αθηνών, με τη Χριστίνα πάλι, τη Χριστίνα την πάντα αρχηγό και μαχητική, την πρώτη σε πορείες, διεκδικήσεις και δικαιώματα, τη Χριστίνα που με είχε πάντα «δικό της», θαυμαστής της σίγουρα κι ας την ταρακουνούσα ώρες–ώρες με κάτι απολιτίκ αόριστα. «Ρε σύντροφε, να ξέρεις πως όποιος κολακεύει, ξέρει και να συκοφαντεί», θυμάμαι να μου ‘χε πει για άλλους – προφητικά, για «αυλές». Κι έτσι όπως κάποτε εκείνη η καθηγήτρια είχε πετάξει με τις λέξεις το βρόμικο σκουλήκι, εκείνον τον σερνάμενο γυμνοσάλιαγκα που αιωρείται στο πάτωμα με την υπόνοια, της το ‘πα ένα απόγευμα που ήρθε στο σπίτι μου για να μιλήσουμε για την «Προοδευτική»: «Είσαι άθεη, τελικά;». Ήταν μαζί με έναν πρωτοετή – κοιτάχτηκαν αμέσως, εκείνος «ψάρωσε», τα μάτια της ουρανοί κατακόκκινοι σαν σε θεατρικό της Αναγνωστάκη: «Τι λαλείς, γιε μου; Εγύρισεν η βίδα;». Το περιστατικό, το παλιό περιστατικό, του σχολικού υπέρ πίστεως ερωτηματικού, δεν το ‘μαθε ποτέ – θα το διαβάσει τώρα, πρώτη φορά.

Η «κόρη του Χριστόφια» δεν ήταν ποτέ ένα «καλομαθημένο» με τα πάντα έτοιμα στα πόδια του παιδί – ούτε αναζήτησε την «εύνοια» πέρα από τις κανονικότητες που επέβαλλε η θέση του μπαμπά της ως «ένας σαν όλους τους άλλους εργαζόμενους», στην λαϊκότητα και στην τιμιότητα ενός «περίεργου» για την Κύπρο –τέλη 90s– δόγματος του ίσου μεταξύ ίσων που έφερε τότε ο Γενικός Γραμματέας. «Χθες καθαρίζαμε όλη τη μέρα το σπίτι με την μάμα και την Μαριάννα, ξεπατώθηκα», διαμαρτυρήθηκε μια άλλη Δευτέρα. Στο σχολείο των ευνοούμενων η ερώτηση της συμμαθήτριάς μας ήταν δικαιολογημένη: «Μα, δεν έχετε καθαρίστρια;». «Γιατί να έχουμε καθαρίστρια;». Ή «ο παπάς σου σε αφήνει να γίνεις ηθοποιός;». «Γιατί να μην με αφήνει;». «Ωραία η Μόσχα, μου έλεγε η γιαγιά μου…». «Ωραία, ναι, αλλά δεν έχω πάει ποτέ!». Τα δύσκολα έρχονταν όταν θα έπρεπε να μιλήσει (εκτός σχολικών αιθουσών) για τους Τουρκοκύπριους και το 1963, για την ΕΟΚΑ και τον Γρίβα – συζητήσεις που αποφεύγονταν μέσα στο κλασικό τμήμα του Γ1, νωπά ακόμη τα τραύματα, ύπουλες οι πληγές στ’ απαλό αεράκι. Αλλά σε άλλα τμήματα… «Αυτά δεν λέγονται παραέξω, γιατί είναι και περίεργες οι εποχές. Φτάσαμε να ντρεπόμαστε όσοι αγωνιστήκαμε, να φοβόμαστε να μιλήσουμε μην μας πουν κάποιες “πραξικοπηματίες!”», έλεγε κάποιος φιλόλογος (βοηθός διευθυντή) σε τμήμα του εμπορικού – να το «σκουλήκι» που πάλι σέρνεται. Ούτε αυτό –φυσικά– το έμαθε ποτέ η Χριστίνα – σαν ένα πέπλο «προστασίας» να υπήρχε πάντα γύρω της για να μην στριμωχτεί ένα ανήλικο ακόμη κορίτσι σε απολογισμό για γεγονότα στα οποία –αν και αγέννητη–, οι άλλοι τη θεωρούσαν «μπροστάρισσα».

Η Χριστίνα μοιάζει πολύ στον μπαμπά της – επίτηδες ο ενεστώτας. Την «κυριεύει». «Κατοικεί» στη σκέψη της, στον τρόπο που μιλάει, στο «ρ» που εκφέρεται από τα χείλη της και που γινόταν πάντα ακόμη πιο έντονο και παχύ στο στόμα όταν εκνευριζόταν για κάτι που έθιγε την Αριστερά – πιο συχνά, όσο ήμασταν φοιτητές, όσο κάποιοι την ονόμαζαν «προδότρια» και «πουλημένη», όσο το «Τουρκόσπορη» λεγόταν σαν μίασμα και όνειδος, αν και όχι μπροστά της. Η Χριστίνα είναι ο Δημήτρης. Ίδια φτιαξιά. Ύστερα από τόσες αφισοκολλήσεις, διαδηλώσεις και πανό, κάποτε τη ρώτησα αν θα «κληρονομούσε» μετέπειτα και το κόμμα – «όλα τα προσόντα τα ‘χεις!», πάλι τσιγκλώντας την. Είχε το ίδιο ύφος, όπως εκείνο το απόγευμα, στη μικρή μου γκαρσονιέρα, σα να τ’ άκουγε πρώτη φορά: «Και τι είναι τα κόμματα, ρε; Τσιφλίκια;» – σωστά είχε «διαβάσει» νωρίς τις «οδηγίες χρήσεως» ενός μπαμπά, του οποίου αξιώθηκε την ευλογία.

Πηγή : Φιλgood, τεύχος 230.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *