Η ώρα του Γεδεών Δούκα

Η ώρα του Γεδεών Δούκα

Ο Αγαπητικός της Ελληνοπούλας

Επιτρέψατέ μου, ως αφετηρία της σημερινής μας εκπομπής, να αναφωνήσω το Ζήτω το Έθνος, Ζήτω η Ελλάς, Ζήτω η εθνική ημών παλιγγενεσία! Απέστειλα κατά τα ειωθότα συγχαρητήριο τηλεγράφημα προς την αυτού εξοχότητα τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, μαζί με μια σύνθεση ανθέων, αποτελούμενη από χίλιες οκτακόσιες είκοσι μία ορχιδέες. Ο Πρόεδρος παραβίασε το πρωτόκολλο ευχαριστώντας με τηλεφωνικώς, «κύριε Δούκα, δεν έχω λόγια». Μετά τα βρήκε τα λόγια και ευκαιρίας δοθείσης, μου υπενθύμισε την ιδιότητά μου ως επικεφαλής του Ελλάς 2021, «είμαι βέβαιος ότι έχετε ήδη επεξεργαστεί ορισμένες προκαταρκτικές προτάσεις για τους παλλαϊκούς εορτασμούς».

Η μαύρη αλήθεια, φίλοι ακροατές, είναι πως, λόγω των πολλών μου υποχρεώσεων, δεν έχω αφιερώσει ακόμη ουσιαστικό χρόνο σ’ αυτή την υπόθεση. Δεν μπορούσα όμως να αναφέρω κάτι τέτοιο στον Πρόεδρο. Όφειλα να πω κάτι. Τι όμως; Κοιτούσα εναγωνίως γύρω μου, ήταν ευτύχημα το ότι βρισκόμουν στο νεγκλιζέ σαλόνι καθότι ήταν αργία, και ώρες αναπαύσεως.

Ο διάκοσμος στο εν λόγω σαλόνι είναι πιο καθημερινός, καλαίσθητος μεν, αλλά σκοπίμως απηλλαγμένος από τη μεγαλοπρέπεια των άλλων δωματίων, ένα ιδιωτικό καταφύγιο μακριά από τα διάφορα καθήκοντα και τις επιταγές της εθιμοτυπίας. Εκεί υπάρχουν πιο προσωπικά αντικείμενα. Παλαιές ερωτικές επιστολές που δεν εστάλησαν ποτέ ή που εστάλησαν και κατόπιν ανακλήθηκαν, προσωπογραφίες μου από καλλιτέχνες του δρόμου, και αυτόγραφα σπουδαίων καλλιτεχνών μέσα σε κορνίζες από ελεφαντόδοντο και πλατίνα. Διαθέτω πάρα πολλά αυτόγραφα, φίλοι μου, γι’ αυτό θεσπίσαμε ένα πρόγραμμα εκ περιτροπής αναρτήσεως το οποίο εφαρμόζει με ευλάβεια η οικονόμος μου η δεσποινίς Ναυσικά Δημογέροντα.

Ενώ προσπαθώ να συγκροτήσω τη σκέψη μου και να απαντήσω στον Πρόεδρο πέφτει το μάτι μου σ’ ένα αγαπημένο αυτόγραφο… είναι η κυρία Ντενίση ως αυτοκράτειρα Θεοδώρα, «με απύθμενο σεβασμό και άπειρη εκτίμηση, Μιμή». Μετά τη Θεοδώρα η μεγάλη πρωταγωνίστρια υποδύθηκε με τεράστια επιτυχία την ένδοξη ναύαρχό μας Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Η απάντηση μού ήρθε αβίαστα.

Είπα στον Πρόεδρο πως σκέφτηκα το εναρκτήριο λάκτισμα των εορτασμών του 2021 να είναι θεατρικό. Θα γίνει ένας look-alike διαγωνισμός όπου θα βρούμε ό,τι πλησιέστερο εμφανισιακά υπάρχει στους πρωτοκλασάτους αγωνιστάς, ξέρετε Κολοκοτρώνης, Μαυρογένους, Κανάρης, Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης, Μπότσαρης, Κώστας Πρέκας… Κατόπιν θα συγκροτηθούν σε θίασο και υπό την καθοδήγηση και τη διδασκαλία της κυρίας Ντενίση- που ως γνωστόν διαθέτει δική της δραματική σχολή- θα παρουσιάσουν στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ένα δικό μου κωμειδύλλιο, τον «Αγαπητικό της Ελληνοπούλας».

Πρότεινα το έργο να παρουσιαστεί χειμώνα για να μην προκληθεί κάποια αναταραχή στο Φεστιβάλ της Επιδαύρου. Μετά την παράσταση θα αρχίσουν οι εκδηλώσεις που θα απλωθούν στον απανταχού Ελληνισμό∙ από την Αστόρια μέχρι το Τόκιο και από τη Λαπωνία μέχρι το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος. Ο Πρόεδρος έμεινε με το στόμα ανοιχτό, «για ακόμα μια φορά πείθομαι για την ορθότητα της απόφασής μου να χρίσω εσάς επικεφαλής του Ελλάς 2021, Κύριος οίδε τι άλλο θα σκεφτείτε». Είπαμε να συναντηθούμε κατ’ ιδίαν περί τα τέλη του έτους για ανασκόπηση της όλης προεργασίας.

Κλείνοντας το τηλέφωνο έμεινα να κοιτάζω το σαλόνι, τα ενθυμήματα, τα ζωγραφικά έργα που είναι κρεμασμένα στους τοίχους. Εστίασα στο ένα και μοναδικό παράθυρο που είναι κλειστό από τον Αύγουστο του 1958 όταν συναντηθήκαμε για τελευταία φορά. Εκείνη την έσχατη φορά, λίγες ώρες προτού φύγει στη Ρώμη για σπουδές, μου χάρισε την ακουαρέλα που είναι κρεμασμένη δεξιά του παραθύρου. Εικονίζει τον ωραιότερο δρόμο της πόλης, τη λεωφόρο Αθηνών, τα παλιά αρχοντικά, τη συστάδα με τους φοίνικες, τη θάλασσα και κάτω απ’ την υπογραφή με καλλιγραφικά γράμματα το «σε σένα που με έκανες να ερωτευτώ αυτό τον δρόμο». Ναι, αλλά εγώ ήθελα να είχες ερωτευτεί εμένα και όχι τον δρόμο. Τι να τον κάνει τον έρωτά σου ο δρόμος;

Ξεκρέμασα την ακουαρέλα. Πήγα στην κάμαρά μου και φόρεσα το φράκο μου. Ήμουν έτοιμος να μεταβώ πεζή στη λεωφόρο Αθηνών. Θα πήγαινα να καρφώσω το έργο σ’ ένα φοίνικα. Αυτό ήταν το σωστό. Στο δρόμο ανήκε το δώρο και όχι σε μένα. Ο δρόμος ήταν το αντικείμενο του έρωτος και όχι εγώ. Είχε φτάσει η ώρα να αποκατασταθεί η αδικία. Μετά θα επέστρεφα στην οικία μου, θα έπινα ένα ποτηράκι κόκκινο κρασί και θα πήγαινα για ύπνο με πρόθεση να μην ξυπνήσω ποτέ. Ούτε και τη Δευτέρα Παρουσία. Ένας αμαρτωλός λιγότερος στους τόσους, σκέφτηκα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *