Η πόλη που δεν έχει άνοιξη

Η πόλη που δεν έχει άνοιξη

alexandra

Περνώντας το ποτάμι, η εθνική τσιμέντο σιγολιώνει σαν ξεφτισμένο γκρι. Κάτω απ’ τη γέφυρα μια μάνα με ένα μονίμως κοιμισμένο παιδί, με σαγιονάρες και κάλτσες χρωματιστές. «Γιατί όλο κοιμάται;». «Περνάμε ώρες εδώ. Δεν έχω δουλειά, ούτε πού να το αφήσω. Φοβάμαι κιόλας. Το θέλω μαζί μου». Δεν είναι πολύ πιστευτή. Ένας ηλικιωμένος, με μπαστούνι με ασημένια λαβή, αρχοντικό μουστάκι και κοστούμι ξεθωριασμένο που σίγουρα θα γνώρισε καλύτερες εποχές, λες και βγήκε απ’ τον «Καιρό των Τσιγγάνων», κοιτά απ’ την απέναντι ήπειρο της εθνικής. Πλησιάζει τη γυναίκα σε λίγο και της μιλά στ’ αφτί. Το μωρό, ανάμεσα από μαρσαρίσματα, δυνατές μουσικές ηλεκτρικών μπουζουκιών της περαστικής πρωινής καψούρας, σειρήνες περιπολικών, μηχανές θορυβώδεις, συνεχίζει να κοιμάται.

Στην κάτω μεριά της Ομόνοιας. Ταμπέλες με εξωτικές γραμματοσειρές. Κουρέματα – βαφές με 5 ευρώ. Καφενεία. Μπαχάρια στον αέρα. Πάνω απ’ το Εθνικό Θέατρο, με την αρχοντικά ευρωπαϊκή του αρχιτεκτονική μοναχικότητα, μέρα μεσημέρι, ένας άνδρας, κάθεται στις φτέρνες του, σφίγγει λάστιχο και μπήγει ένεση στη φλέβα. Όλοι συνεχίζουν τον δρόμο τους. Κανείς δεν βρίσκει το θέαμα παράξενο…

Προς το Κολωνάκι κάπου κάπου βλέπεις καλοντυμένους κύριους με γυαλιά, μυτερά καφέ μάλλον χειροποίητα παπούτσια και μπεζ στενά παντελόνια που είναι της μόδας. Μια Ελλάδα πίσω. Φόντο τα μαγαζιά με τις μεγάλες φίρμες και τις παράλογες τιμές που σου φέρνουν πια γέλια σαν χαζό ανέκδοτο. Οι κομψοί περαστικοί περνούν ανάμεσα από άστεγους. Στις κόγχες των κτηρίων, κουβέρτες, μπόγοι, διακοσμητικά να ομορφαίνουν το τσιμέντο, και σώματα αφημένα στον ύπνο, ή στην άρνηση της μέρας, με κλειστά μάτια να αποφεύγουν το κοίταγμα. Πριν έχω δει τη ζωγραφιά στον τοίχο. Ένας άνδρας σ’ αυτοκίνητο με γυαλιά και μια γυναίκα που του μοιάζει δίπλα του. Αγέλαστοι και σιωπηλοί σε μπλε, κόκκινο και λευκό. Από πάνω γράφει ο τοίχος με μεγάλα γράμματα που πέφτουν προς την άσφαλτο λες και αυτοκτονώντας στις επόμενες ρόδες που θα φρενάρουν απότομα αυτοακυρώνονται: «…διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν εκείνους που εκπέσανε από έρωτα…». Γύρω όλοι πεπτωκότες από ζωή τρέχουν να προλάβουν κάτι, σε κυνήγι με τον χρόνο που, έχοντας θυμώσει με την πόλη, την ασχημαίνει ρίχνοντάς της θαμπάδα, γκρι και καφέ λασπωμένο.

Ο νεαρός οδηγός του ταξί λέει πως θέλει να φύγει για Καναδά. Η μέρα τον περιγελάει με έναν φλεβαριάτικο ήλιο να έχει μεταμφιέσει την εποχή όλη σε Μάη. «Εδώ; Τι εδώ; Τίποτα». Τίποτα… Στο δημοσιογραφικό ταμείο λένε «αν δουλεύεις απ’ το 1984, σύνταξη μειωμένη σε 7 χρόνια. Και κανονική στα 65 σου επειδή είσαι εσύ, αλλιώς στα 67». Στο δικηγορικό γραφείο, εξαντλημένοι απ’ τη δίμηνη απεργία, ψάχνουν τον νόμο να δουν τι γίνεται με τα χρεοκοπημένα νοικοκυριά και την προστασία της πρώτης κατοικίας. Πάλι κυνήγι, ασθματικό, λες και τα πνευμόνια θα αιμορραγήσουν σαν το κόκκινο του επόμενου, αργού φαναριού. Ανάμεσα απ’ τα κτήρια φαίνεται κομμάτι κομμάτι η Ακρόπολη. Τι κοιτάς; Ούτε τα μνημεία συγχωρούν εκείνους που εκπέσανε από έρωτα για αυτά; Στην καρδιά σε κλείνουν, σε κάδρο, να σε θυμούνται στα χιόνια του Καναδά, αγέρωχη, πανέμορφη, σνομπ μου αγαπημένη. Κοίτα από ‘κει ψηλά: και τα «ροζ» στούντιο στην οδό Λένορμαν ενοικιάζονται ως επιχείρηση. Πότε λερώθηκε τόσο η μέρα;…

Ο Παλαμάς, κατάλευκος, κρατά το κεφάλι του, βαρύ ανάμεσα στα δύο του χέρια. Μαρμάρινη περισυλλογή που μοιάζει με ημικρανική απελπισία. Κάτω κι αυτός απ’ τον Παρνασσό της αποθέωσης. Πάνω απ’ την άσφαλτό μας. Πεπτωκώς ποιητής και αυτός, στο μέγεθός μας. «…διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν εκείνους που εκπέσανε από έρωτα…», σπουδαίε Μεσολογγίτη, αλλά τι λέω. Εσύ το ξέρεις… Πάλι κάτω απ’ την Ομόνοια, εκείνος ο τεράστιος τοίχος έχει τα χέρια του Θεού να προσεύχονται προς τους ανθρώπους. Ο άνδρας, που πριν τρυπιότανε μπροστά μας, τώρα λιπόθυμος στην άκρη του ωκεανού των αυτοκινήτων. Ένα μεγάλο λευκό πούπουλο, μάλλον από περιστέρι, έχει καθίσει στα λερωμένα του μαλλιά. Από το απέναντι πεζοδρόμιο, ρωτάω: «από περιστέρι είναι αλήθεια ή οι άγγελοι πριονίζουν τα φτερά τους»…

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *