Ηλίας Μαμαλάκης: Νιώθω πλήρης στη ζωή μου!

Ηλίας Μαμαλάκης: Νιώθω πλήρης στη ζωή μου!

Ηλίας Μαμαλάκης: Νιώθω πλήρης στη ζωή μου!

Ο πιο αγαπητός μάγειρας της ελληνικής τηλεόρασης, φωτογραφίζεται μαζί με τη σύζυγό του, Ντορίτα, στο σπίτι τους, στην Αθήνα, και εξομολογείται τις αλλαγές που του έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια στη ζωή του, κρίνει τα reality παιχνίδια μαγειρικής και μιλά για την κυπριακή κουζίνα που αγαπά…

Από τον Αλέξανδρο Πρίφτη

Το γραφείο του βρίσκεται στην οδό Λεβίδου, στην Κηφισιά. Τη μέρα που συναντηθήκαμε δεν άνοιξε το air condition, αφού έξω είχε λίγη συννεφιά και το δροσερό αεράκι περνούσε μέσα από τα φύλλα της καστανιάς, κοντά στο παράθυρό του, και μας δρόσιζε. Φοράει τα οβάλ γυαλιά του και είναι μόνιμα σκυμμένος πάνω από ένα βιβλίο. Με εκείνη τη βελούδινη, αλλά βραχνιασμένη φωνή, γεμάτη γνώση κι εμπειρία, αλλά και με χιούμορ, ο Ηλίας Μαμαλάκης, μου εξηγεί πως ετοιμάζεται για ταξίδι. «Γι’ αυτό και οι βαλίτσες είναι έτσι στον διάδρομο. Μη με παρεξηγήσεις. Πάω στην Καλαμάτα λίγες ημέρες κι εγώ».

Ποιο ήταν το ωραιότερο καλοκαίρι της ζωής σας που θυμάστε;
Δεν είναι ένα, είναι πολλά. Πώς να ξεχωρίσω; Όταν ήμουν παιδί πηγαίναμε διακοπές κάθε καλοκαίρι στο χωρίο Αγία Γαλήνη, στο Ηράκλειο της Κρήτης. Έχω καταγωγή από εκεί. Δεν ήμουν ήσυχο παιδί, μου άρεσε πολύ το παιχνίδι. Ήμουν ένας μικρός «αλητάκος». Όλη την ημέρα έπαιρνα τους φίλους μου και κόβαμε βόλτες στους δρόμους, στα χωράφια, κόβαμε φρούτα από τα δέντρα και τρώγαμε. Πηγαίναμε στις παραλίες και βουτούσαμε από τα βράχια, για το ποιος θα πέσει από πιο ψηλά. Οι μανάδες μας τσίριζαν και φώναζαν «έλα έξω, είσαι στα βαθιά!» κι εμείς κάναμε ότι δεν τις ακούγαμε. Κι όλη την ημέρα, αγόρι μου, ήμουν έξω. Τότε, βέβαια, περνούσε ένα αυτοκίνητο ανά πέντε ώρες στους δρόμους, ήταν άλλες εποχές. Κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα. Πάνε πια αυτά…

Νοσταλγείτε τα παιδικά σας χρόνια;
Ε, βέβαια, πώς να μην τα νοσταλγώ; Βλέπω σήμερα τα παιδιά, που τη λέξη «πλατεία» δεν την ξέρουν. Όλα είναι με ένα κινητό κι ένα tablet στο χέρι. Καλή η τεχνολογία, δεν λέω, αλλά, βρε παιδί μου, βγες και λίγο έξω να παίξεις! Τότε, δεν υπήρχε φόβος να σε απαγάγουν, να σου κάνουν κακό – τώρα γίναμε ζούγκλα. Όμως, έχω ωραίες μνήμες.

Λένε ότι η γεύση είναι μνήμη. Η δική σας ωραιότερη γεύση, ποια ήταν;
Όντως, η γεύση είναι μνήμη, έτσι είναι. Η δική μου ωραιότερη γεύση, ήταν και είναι οι ντομάτες οι γεμιστές. Κάθε φορά που τις τρώω, γυρίζω στα παλιά. Πρώτη φορά τις έφαγα στα πέντε μου χρόνια. Αυτό θυμάμαι. Έχω την εικόνα της μάνα μου, που τις μαγείρευε. Η γεύση δεν μπορεί να καταγραφεί εύκολα. Βοηθάει η όσφρηση. Αν λείψει η μυρωδιά, τότε χάνει πολύ η γεύση. Εγώ έχω ακόμα στη μύτη μου τη μυρωδιά από τις γεμιστές ντομάτες. Και σήμερα τις λατρεύω, με όλες τις παραλλαγές τους. Με δυόσμο, με κουκουνάρι, με κορινθιακή σταφίδα.
Υπάρχει κάποιο φαγητό που δεν σας αρέσει και δεν τρώτε ποτέ;
Η ταχινόσουπα! (γελάει).

Είστε υπερήφανος για ό,τι έχετε καταφέρει μέχρι σήμερα;
Ναι, είμαι ταπεινά υπερήφανος. Δεν ήταν εύκολα τα πράγματα, αλλά όταν μπω σε ένα παιχνίδι, θα αφιερωθώ σε αυτό και θα παίξω σωστά. Δουλεύω πολύ, είμαι συνεπής στις ώρες μου, διαβάζω πολύ. Κουράστηκα πολύ στη ζωή μου, ιδιαίτερα στα τηλεοπτικά, για να βγει καλό το αποτέλεσμα.

Σας λείπει η τηλεόραση;
Ναι, μου λείπει αρκετά. Με την ευρεία έννοια. Αν δεν είχε αλλάξει η οικονομική κατάσταση, θα έκανα ακόμα πιο δύσκολα πράγματα από το «Μπουκιά και Συχώριο». Ήθελα να ασχοληθώ με την αρχαία ελληνική κουζίνα – μια εκπομπή μαγειρικής με ιστορικά στοιχεία. Πολύ ψάξιμο, πολλή δουλειά. Όποτε τα πρότεινα, μου τα απέρριπταν. Δεν ήταν εύκολα projects, γιατί ήταν ακριβά.

 

Γιατί δεν σας έχουμε δει ξανά σε κάποιο μαγειρικό reality;
Πού να ξέρω εγώ; Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν το casting, διαλέγουν άλλους και προχωράνε. Δεν έχουν γίνει και πάρα πολλά παιχνίδια. Μόνο το «Top Chef» έγινε, αυτό που ήμουν και εγώ στον ΑΝΤ1, το οποίο ήταν αποτυχία. Αυτό απέτυχε γιατί ήταν μόνο δύο φορές την εβδομάδα, ενώ το «MasterChef», απέναντί μας, έπαιζε κάθε μέρα. Αυτό κρατούσε τον κόσμο. Όπως και τα show του Μποτρίνι ήταν καλά. Όμως το «MasterChef», στην πορεία έγινε ακόμα καλύτερο, μου αρέσει.

Το παρακολουθείτε;
Ναι, όποτε έχω λίγο χρόνο και το πετύχω, θα το δω. Είναι μία καλή δουλειά – ειδικά αυτό που γίνεται στα master class. Το παιχνίδι αυτό χωρίζεται σε δύο κατηγορίες, στο reality και στο κουτσομπολιό των παιδιών και στα master classes. Εκεί, μαθαίνει και το κοινό και οι παίκτες. Σε κάποιο από τα μαθήματα αυτά, θα πήγαινα.

Πιστεύετε ότι τα παιδιά που λαμβάνουν μέρος στα μαγειρικά παιχνίδια, μπορούν να κάνουν καριέρα;
Αυτό δεν το ξέρω, γιατί η ζωή έχει αποδείξει ότι ποτέ κανείς δεν έκανε μεγαλειώδη καριέρα, εκτός πια κι αν είναι εξαιρετικά ταλαντούχοι. Δηλαδή, μπορούν να βρουν μία καλύτερη δουλειά, να πάρουν καλύτερα χρήματα από άλλον μάγειρα που δεν είναι τόσο γνωστός, αλλά κι αυτό θα κρατήσει μόνο αν ανταποκριθούν στις προσδοκίες και στις απαιτήσεις του εστιάτορα. Αν έχουν τα χρήματα και ανοίξουν δικά τους μαγαζιά, κάνουν κουζίνες, τότε μπορεί να προχωρήσουν ακόμα πιο πολύ. Αλλά αυτό δεν είναι εφικτό.

Η μόνη εξαίρεση μεγάλης καριέρας, είναι ο Άκης Πετρετζίκης. Έτσι δεν είναι;
Όχι, καριέρα μεγάλη κάνει και ο Αθηναγόρας Κωστάκος που ήταν σε εμάς, στο «Top Chef». Δεν είναι εύκολο να κάνεις καριέρα πια.

Αν ξεκινούσατε σήμερα την καριέρα σας, πιστεύετε ότι θα πετυχαίνατε το ίδιο;
Αν εγώ, αγόρι μου, ξεκινούσα σήμερα, θα γινόμουν μάγειρας-γεωπόνος. Θα είχα ένα κτήμα, θα έκανα καλλιέργειες από γηγενή ποικιλία σπόρων και θα έβγαζα τα δικά μου αγγουράκια, τις ντοματούλες, τα μαρουλάκια, τις μελιτζάνες μου. Όλα δικά μου. Και δίπλα ένα δικό μου, μικρό εστιατόριο, όπου θα μαγείρευα μόνο τα δικά μου. Ωραίες σαλάτες, γουρουνάκια στη σχάρα, μπριζολάκια, ρεβιθάδες, φακές. Θα έκανα ένα ελληνικό μενού, με εκλεκτή πρώτη ύλη. Αν με ρωτάς, δεν θα έμπαινα όμως σε κάποιο μαγειρικό παιχνίδι ή reality για να γίνω πιο γνωστός. Δεν μπορώ να γίνω πιο αναγνωρίσιμος από αυτό που ήδη είμαι. Αν έρθεις μία μέρα μαζί μου και πάμε μία βόλτα, θα καταλάβεις τι εννοώ. Το πώς κάνει ο κόσμος στον δρόμο…

Τι σας λένε;
Μου χαμογελούν, χαίρονται, κάποιες κυρίες θα με μαλώσουν επειδή αισθάνονται ότι βάζω περισσότερο αλατάκι στα φαγητά, θα ανταλλάξουμε συνταγές. Οι νέοι θα έρθουν να φωτογραφηθούν δίπλα μου. Με συγκινούν. Τις προάλλες, μία μάνα με πήρε τηλέφωνο να με ευχαριστήσει, επειδή ο γιος της πήρε τον δρόμο της μαγειρικής. Ήταν, λέει, «ρέμπελος», δεν έκανε τίποτα στη ζωή του, και με μερικές εκπομπές μου που είδε στην τηλεόραση, αποφάσισε να γίνει μάγειρας. Άκου τώρα… Κι ενώ ήταν «ρέμπελος», έγινε μάγειρας, πέτυχε και σήμερα είναι chef σε μεγάλο εστιατόριο. Μία άλλη κοπέλα με είχε πάρει και μου είχε ζητήσει κατευθύνσεις για τη ζαχαροπλαστική. Της έδωσα τα φώτα μου και, δύο χρόνια μετά, με πήρε να με ευχαριστήσει, επειδή είχε πια το δικό της ζαχαροπλαστείο στη Θεσσαλονίκη. Από την άλλη, μου μιλούν για την πολιτιστική προσφορά μου στην Ελλάδα, μέσα από τις εκπομπές μου. Έδειξα την Ελλάδα μας παντού. Σήμερα, δεν υπάρχουν αυτά.

Υπάρχει η εκπομπή της Δέσποινας Βανδή, το «My Greece». Την είδατε, σας άρεσε;
Ομολογώ ότι δεν την είδα πολύ. Μόνο μία εκπομπή είδα, λόγω του Βαγγέλη Δρίσκα που είναι παλιός και καλός μου φίλος. Δεν μπόρεσα να βγάλω συμπέρασμα. Νομίζω ότι ήθελε πιο πολύ δούλεμα και περισσότερη ανάλυση του πού βρίσκονται και τι κάνουν. Με την πείρα που απέκτησαν την περασμένη σεζόν, αν συνεχίσει η εκπομπή, θα είναι καλύτερη την επόμενη.

Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το ωραιότερο φαγητό της Κύπρου;
Ααα, στην Κύπρο έχετε πράγματα που τα κάνετε υπέροχα! Οι σούβλες σας είναι καταπληκτικές, τρελαίνομαι για τις σιεφταλιές σας, για τους χούμους, για τις ραβιόλες με το χαλούμι. Και έχω αδυναμία στις φλαούνες! Ξεχωρίζω ιδιαίτερα το γιαούρτι που κάνετε, αυτό με την πέτσα. Πολύ καλύτερο από της Ελλάδας, κλάσεις ανώτερο. Έχει γεύση και ισορροπία. Εκεί που δεν τα καταφέρνετε με τίποτα είναι στα ψάρια. Δεν τα κάνετε καλά, δεν το δουλεύουν καλά το ψάρι. Πρέπει να μάθουν από τους Έλληνες μάγειρες να δουλεύουν τα ψάρια.

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο φαγητό που φτιάξατε;
Μία φορά έκανα κάτι αραβικό. Μαγείρευα οκτώ ώρες, για να το φτιάξω αυτό στη Συρία. Σοτάραμε στο βούτυρο το μοσχάρι, το κοτόπουλο, τα κολοκυθάκια, μετά τα στήναμε στην κατσαρόλα, φτιάχναμε τα ρύζια. Άστα, μια ταλαιπωρία. Αφού έλεγα «ας φάω πια καλύτερα ένα σάντουιτς!».

Στο σπίτι μαγειρεύετε πιο συχνά εσείς ή η γυναίκα σας;
Με την Ντορίτα τρώμε συνήθως έξω, στα μαγαζιά μας. Και οι δύο μαγειρεύουμε, όμως, στο σπίτι. Αλλά όχι τρελά πράγματα, απλά: Μπριάμ, κοτόπουλο με μπάμιες, με το σκορδάκι του, το λαδάκι του, απ’ όλα! Με αγάπη ό,τι κάνουμε. Προτιμούμε κυρίως τα λαδερά.

Εσείς ή η σύζυγος μαγειρεύετε καλύτερα;
(σκέφτεται αρκετή ώρα) Νομίζω εγώ. Όχι ότι η Ντορίτα δεν μαγειρεύει καλά – και πολύ καλά μάλιστα. Εμένα, όμως, είναι το μεράκι μου αυτό!

Νιώθετε τυχερός που έχετε σήμερα αυτή την προσωπική ζωή;
Νιώθω πλήρης. Πέρασα πολλά, έζησα επίσης πολλά. Είναι περίπλοκη η ζωή μου. Έχασα ανθρώπους, έχω πονέσει πολύ, μπήκα πολλές φορές στα νοσοκομεία. Ξέρω από θάνατο και απώλεια. Δεν ήταν σπαρμένος ο βίος μου με ροδοπέταλα, ούτε με κόκκινα χαλιά. Πόνεσα, έκλαψα, γέλασα. Τελικά αισθάνθηκα πολλά. Η χειρότερή μου στιγμή ήταν ο θάνατος της πρώτης μου γυναίκας. Με τσάκισε. Ευτυχώς, έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά. Είχα και τους φίλους μου. Έφυγα και έναν μήνα στην Αυστραλία και, κάπως, το μυαλό ξεφεύγει από τον πόνο. Αλλά άστα αυτά παιδί μου, πάει, πέρασαν.

Αγαπηθήκατε περισσότερο στη ζωή σας ή αγαπήσατε;
Υπάρχουν αγάπες και αγάπες. Έχω το προνόμιο να με αγαπάει και ο κόσμος. Αυτό μου έτυχε στη ζωή μου. Πριν έρθω για τη συνέντευξή μας, στούκαρα ελαφρά με έναν κύριο. Κατεβαίνει μέσα στα νεύρα αυτός και ήρθε κοντά μου με επιθετικότητα. Όταν με είδε μου είπε: «Α, κύριε Μαμαλάκη!», γελώντας. Θέλω να πω, ότι ο κόσμος με σέβεται, με αγαπά. Με βλέπουν σαν δικό τους άνθρωπο. Μόνο ευγνώμων μπορώ να είμαι!

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 645

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *