Κωνσταντίνου και Ελένης ανήμερα

Κωνσταντίνου και Ελένης ανήμερα

«…“Χωρίς συμβιβασμούς η ζωή είναι ζούγκλα, φίλε”, είπε, κι έφυγε. Όταν ο Στράτος έμεινε μόνος, έβγαλε το μπλοκάκι με τις σημειώσεις του για την υπόθεση Αδριανού.  “Επιμύθιο: Κάθε συμβιβασμός κι ένας μικρός θάνατος”, έγραφε…» («Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός, σελ. 190).

Τη Δευτέρα γιόρταζε ο κύριος Ντίνος. Τον πήρα για να του ευχηθώ. Ντριν ντριν. Δεύτερη προσπάθεια. Το άφησα να χτυπά μέχρι που βγήκε τηλεφωνητής. Απόγευμα. Πάλι. Ντριν ντριν ντριν ντριιιιιν! Απάντησε η κυρία Ελένη που τον προσέχει, πιστό σκυλί και τίμιο – «χρόνια πολλά και σ’ εσάς», «ευχαριστώ», «μπορώ να μιλήσω με τον κύριο Χριστιανόπουλο;», «ναι, βέβαια. Κύριε Ντίνο, αυτός ο δημοσιογράφος είναι».

Ο ιδανικός προορισμός του ανθρώπου είναι να πεθάνει χωρίς να έχει υποχρέωση σε κανέναν – μόνος του και βοηθούμενος μονάχα από τον εαυτό του. Αλλιώς, αρχίζουν τα ζόρια. Να μην είναι φόρτωμα σε ξένους. Αυτό. Ούτε καν σε γνωστούς που είναι πιο ξένοι κι απ’ τους ξένους.

«Κύριε Ντίνο, εσείς θα μας θάψετε όλους!». «Τι είναι αυτά που του λέτε;», πετάχτηκε η συνεορτάζουσα, τραβώντας του από τα χέρια το κινητό. «Γελάει πάντως, κύριε Γιάννη!». «Βάλτε του το ακουστικό κολλημένο στο αφτί του, σας παρακαλώ». «Τι θα του πείτε;». «Κάτι από αυτά που του αρέσουν». Λίγο έτρεμα. Τα γηρατειά του με συνθλίβουν. Κλαίω για εκείνον. Όπως κλαίω και για μένα. Το απήγγειλα απέξω:

«Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά,
καλύτερη κι απ᾿ ό,τι λαχταρούσα,
τώρα που μου ‘ρθαν όλα όπως τα ‘θελα
κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου,
νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει».

Κρατήσαμε για μισό λεπτό σιωπή – για τους απεγνωσμένους. Κι ύστερα είπα: «Να ‘χετε όλες τις καλές ευχές του κόσμου! Και να θυμάστε τους στρατιώτες που ποζάρουν Τσαρουχικά επάνω απ’ το κεφάλι σας εκεί που τώρα κάθεστε – κοντά στο παράθυρο». Τον φαντάστηκα να χαμογελά. Αχ, κύριε Ντίνο… «Ας είναι κι οι μισές ευχές», είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο.

Στις ιστορίες του κυρίου Ντίνου, αυτές που λέγαμε μπροστά από δύο ποτήρια φρέσκια λεμονάδα (και που δεν θα δημοσιοποιηθούν ποτέ), θα μπορούσε να πρωταγωνιστεί ο Ούγγρος Γιάνος – αυτός είναι ο κεντρικός στις ανεπούλωτες από μαχαίρι πληγές ήρωας στο νέο βιβλίο του Σταύρου Χριστοδούλου «Τη Μέρα που Πάγωσε ο Ποταμός» (επίτηδες, υποθέτω, όχι «το ποτάμι» που είναι ουδέτερο και άφυλο), που αιωρείται επικίνδυνα ανάμεσα στον ερωτισμό και στη συναλλαγή, στην αγάπη που δεν ξεπέτρωσε τις καρδιές γιατί αυτές ήταν ήδη ξεπαστρεμένες από γεννησιμιού τους. Πιστός στο αξίωμα που λέει πως δεν υφίσταται ανθρώπινη σχέση χωρίς παραλογισμό και παράνοια – ενθάδε κείται κάθε συναισθηματική ακρότητα, αφού οι άνθρωποι στο τέλος κάνουμε πάντα αυτό που πρέπει δολοφονώντας ακαριαία ό,τι περιφέρεται άσκοπα. Ας μην είμαστε αφελείς, μεγάλα παιδιά γίναμε πια.

Θα μπορούσε να ‘ναι κι έτσι: Σε κάθε ισότιμη σχέση υπάρχει πάντοτε το αφεντικό και ο δούλος – κάποιος αποφασίζει, κάποιος εκτελεί. Οι ρόλοι είναι διακριτοί από τα πρώτα λεπτά – φαίνεται πού πάει το πράγμα. Ο κύριος Ντίνος, κάποτε, αφηγούμενος ένα νόστιμο περιστατικό μού φώτισε μία ακόμη σκιά: Ο δούλος εξουσιάζει το ίδιο αποτελεσματικά με τον αφέντη του, όπως οι εταίρες, επάνω σε ένα κρεβάτι, άλλαζαν αναπόδραστα τον ρου της ιστορίας. Το ίδιο και ο βαθιά συντετριμμένος από παντού ήρωας στο βιβλίο του Σταύρου που δανείζεται το ξένο αίμα στο πλούσιο σπίτι του Κολωνακίου μήπως γίνει ο κυρίαρχος μιας παιδικής ανάμνησης ενός πατέρα που δεν διαπέρασε ποτέ κάποιο στενό διάδρομο της Βουδαπέστης και δεν κατάφερε να τιθασεύσει – είλωτάς της ταυτόχρονα.

Οι σοβαροί άνθρωποι, αυτοί που συνήθως βάζουν τα τουβλάκια στη σωστή τους σειρά και όχι άλλ’ αντ’ άλλων επηρεασμένοι από τα χρώματα -με ξένα κόλλυβα δεν γίνεται κηδεία- ξέρουν πως έπειτα από έξι μήνες πάθους -και πολύ λέμε- συμβαίνει το γνωστό ποιητικά πεζό που περιγράφει έξοχα ο Τσακίρογλου: Κάθε μονογαμική σχέση που αναπτύσσεται σε ορθολογιστικό περιβάλλον είναι καταδικασμένη σε ναυάγιο, με την ίδια λογική που η πολυγαμία δεν έχει πάντοτε συνάφεια με την ερωτική κοινοκτημοσύνη. Ευτυχισμένοι έρωτες; Χα! Ε, κύριε Ντίνο;

Στη φωτογραφία ποζάρει ο Ντέμης. Είναι ένα Παζολινικό λαϊκό αγόρι του μεροκάματου που δουλεύει στα αλουμίνια, στο χωριό Κοκκινοτριμιθιά – του είπα να βάλει τα δάχτυλά του επάνω στο εξώφυλλο του βιβλίου και να με κοιτάξει. Κλικ. «Τον ξέρεις αυτόν που το έγραψε;». «Απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη». «Καλό είναι;». «Ναι, πάρτο αν θες. Η φάτσα σου έχει κάτι απ’ τους πρωταγωνιστές». Άναψε τσιγάρο και με ρώτησε ποια είναι η Πόλα της αφιέρωσης. Ωχ! Με ξάφνιασε. Πάλι.

Εν κατακλείδι. Σελίδα 237: «Να φεύγεις! Και να μην γυρνάς ποτέ το κεφάλι σου πίσω!». Καιρός είναι…

Info: Το βιβλίο του Σταύρου Χριστοδούλου «Tη Μέρα που Πάγωσε ο Ποταμός», μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *