«La casa de Papel»: Ο «εθισμός» μιας ληστείας

«La casa de Papel»: Ο «εθισμός» μιας ληστείας

«La casa de Papel»: Ο «εθισμός» μιας ληστείας

Οκτώ απατεώνες, ένας κοφτερός εγκέφαλος, μια τέλεια ληστεία, με λεία 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Γιατί το «La Casa de Papel» έγινε η πιο εθιστική σειρά του Netflix;

Από την Κάλλια Καστάνη

Ένα trailer γίνεται viral και πυροδοτεί φρενίτιδα στοιχημάτων, λίγες ώρες μετά την προβολή του. Οι διεθνείς της Ισπανίας, φωτογραφίζονται στο Νομισματοκοπείο με μάσκες Salvador Dali. Και ένα τραγούδι των Ιταλών παρτιζάνων – ύμνος της ευρωπαϊκής αριστεράς, χορεύεται σε dance-remix, στο καλοκαιριάτικο Nammos, στη Μύκονο. Όλες οι παραπάνω μικρές παραδοξότητες, είναι συμπτώματα του «πυρετού» που λέγεται «La Casa de Papel», της πιο εθιστικής σειράς του Netflix (και επί του παρόντος, της Nο 1, πιο δημοφιλούς, μη-αγγλόφωνης σειράς στην ιστορία της πλατφόρμας), που κάνει το «παγκόσμιο χωριό» να τρέμει. Και να θέλει κι άλλο.

Το «La Casa de Papel» (αγγλικός τίτλος, «Μoney Heist» ή «Η τέλεια ληστεία»), είναι μια ισπανική τηλεοπτική σειρά (σ.σ. συνολικά 15 επεισόδια 60-80 λεπτών, κατανεμημένα σε δύο κύκλους) που αρχικά προβλήθηκε το 2017, στο κανάλι Αntena 3. Έκανε μέτρια επιτυχία. Στο τέλος του 2017, Netflix αγόρασε τη σειρά, τη μοντάρισε εκ νέου, σε μικρότερα, πιο σφιχτά επεισόδια, διάρκειας 50 λεπτών και την πρόβαλε σε δύο κύκλους, 13 και 9 επεισοδίων αντίστοιχα. Η νέα, παγκόσμια διανομή, εκτόξευσε την επιτυχία του «La Casa de Papel», δημιουργώντας ένα απίθανο trend και ένα μαζικό «μπουμ» δημοφιλίας σε όλο τον πλανήτη. Ξαφνικά, όλοι μιλούσαν γι’ αυτό. Τόσο, που, τελικά, τον Απρίλιο του 2018 το Netflix ανακοίνωσε ότι ετοιμάζεται και ένας τρίτος, νέος κύκλος, ο οποίος θα προβληθεί πιθανότατα στα τέλη του ’19 ή μέσα στο 2020.

Το story του «La Casa de Papel» (που στα ισπανικά θα πει «σπίτι από χαρτί»), είναι απλό: ένας ευφυής, αινιγματικός τύπος ονόματι El Professor προσεγγίζει οκτώ σεσημασμένους κακοποιούς -έξι άνδρες και δύο γυναίκες, άγνωστους μεταξύ τους με ξεχωριστά «ταλέντα» στις κλοπές και στην παρανομία- τους μυεί στο ανήκουστο σχέδιό του και τους εκπαιδεύει μεθοδικά για μήνες, μέχρι να έρθει η ώρα να φέρουν εις πέρα το «κόλπο»: να καταλάβουν το Βασιλικό Νομισματοκοπείο της Ισπανίας – όχι για να το ληστέψουν, αλλά για να τυπώσουν καινούρια χαρτονομίσματα ύψους 2,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, και κατόπιν να διαφύγουν, δια θαλάσσης, στα διεθνή ύδατα. Για να πετύχουν τον σκοπό τους θα πρέπει να κρατήσουν ομήρους 67 πολίτες -ανάμεσά τους και πολλούς ανήλικους μαθητές- για 11 ημέρες, έτσι ώστε να κερδίσουν χρόνο, καθυστερώντας την επέμβαση της αστυνομίας. Αλλά όσο ο El Professor, ο οποίος δεν συμμετέχει στην επιχείρηση, κινεί μαεστρικά τα νήματα έξω από το «Σπίτι του Χαρτιού» (και μπλέκει ένα παιχνίδι, έρωτα και παραπλάνησης με την επικεφαλής αστυνομικό της διαπραγμάτευσης), μέσα στο Νομισματοκοπείο, η Τοkyo, ο Berlin, ο Rio, η Νairobi, ο Denver, ο Moscow, ο Oslo και ο Εlsinki (σ.σ. τα «κωδικά» ονόματα των οκτώ που εκτελούν την αποστολή, για λόγους μυστικότητας) – συγκρούονται μεταξύ τους, με τους ομήρους, με τις επιδιώξεις και τους «δαίμονές» τους. Και τα πράγματα περιπλέκονται…

ΓΙΑΤΙ ΤΟ «LA CASA DE PAPEL» ΕΓΙΝΕ ΜΑΝΙΑ
Τα περισσότερα heist series ή heist films (ταινίες ή σειρές που επικεντρώνονται γύρω από μια ληστεία), εξελίσσονται βάσει ενός τυπικού 3 act-plot, της περίφημης «πλοκής σε 3 πράξεις»: η προετοιμασία, η ληστεία, η διαφυγή. Καταργώντας τη γραμμική αφήγηση, το «La Casa de Papel» ξεκινάει από τη μέση, την καρδιά της δράσης, και -παραλείποντας, σχεδόν την τρίτη φάση- ανατρέχει στην αρχή, μέσα από τα διαρκή flashbacks. Παρόλα αυτά, καταφέρνει το αδιανόητο: να κρατάει το ενδιαφέρον του θεατή, αμείωτο, επί 22 επεισόδια! Τι είναι αυτό που το κάνει τόσο εθιστικό;
Πρώτον η ίδια η ιστορία. Το heist. Απλό και ιδιοφυές στη σύλληψή του, πολύπλοκο όμως στην υλοποίησή του, καθώς η πραγματικότητα και, κυρίως, οι χαρακτήρες και οι σχέσεις που δημιουργούν -ο αστάθμητος παράγοντας Χ κάθε «τέλειου σχεδίου»- παρεμβαίνουν διαρκώς, ανατρέποντας, διορθώνοντας, αλλάζοντας, καταστρέφοντας. Ανά πάσα στιγμή, τα πράγματα μπορεί να πάνε στραβά. Και μερικές φορές πάνε.
Δεύτερον ο ρυθμός της αφήγησης είναι καταιγιστικός, οι εξελίξεις διαρκείς. Υπάρχουν πολλά sub-plots, πράγμα που σημαίνει πως σημαντικά γεγονότα συμβαίνουν ταυτόχρονα, ενώ παντού καραδοκούν εκπλήξεις. Και κάθε επεισόδιο τελειώνει με ένα αγωνιώδες cliffhanger.
Η κινηματογράφηση, η σκηνοθεσία είναι εξαιρετικές, η μουσική το ίδιο (σ.σ. το «Bella ciao», που είναι το εμβληματικό τραγούδι της ιστορίας, όπως και το τραγούδι των τίτλων «My life is going on», που τραγουδάει η Ισπανίδα Cecilia Κrull, είναι ήδη μεγάλα ευρωπαϊκά hits) όπως και η χρωματική παλέτας της σειράς – λίγο σκοτεινή, ώχρα, κίτρινο, μαύρο, με το κόκκινο να κυριαρχεί στις στολές. Όμως, το μεγαλύτερο «ατού» της είναι οι έντονοι χαρακτήρες της, που κινούνται στο «γκρίζο»: δεν υπάρχουν πραγματικά «καλοί» ή «κακοί» ήρωες, όλοι κινούνται σε ολόκληρη την ηθική κλίμακα. Ο «αθώος» τραπεζίτης αποδεικνύεται πονηρός και ανήθικος, ο ληστής ερωτεύεται και είναι έτοιμος για πράξεις αυτοθυσίας, η φοβισμένη γραμματέας, στο τέλος παίρνει το όπλο. Ο θεατής ταυτίζεται, διαδοχικά με όλους – στην πραγματικότητα, την περισσότερη ώρα, δεν ξέρεις με ποιανού το μέρος είσαι. Και κάτι ακόμα: σε αντίθεση με τις περισσότερες heist series, όπου όλοι οι πρωταγωνιστές είναι άντρες, στο «La Casa de Papel» υπάρχει ισορροπία ανάμεσα σε αντρικούς και γυναικείους χαρακτήρες. Kι αυτό, σύμφωνα με τους δημιουργούς της σειράς, τον σκηνοθέτη Αlex Pina και τη σεναριογράφο Εsther Martínez Lobato, έγινε επειδή θεματικά «φαίνεται πως υπάρχει παντού μια έκρηξη από γυναικείες ιστορίες».

Οι ίδιοι οι ηθοποιοί, βεβαίως, οι άντρες και γυναίκες που «φόρεσαν» τους ήρωες, υπήρξαν ένα τεράστιο asset στην προώθηση της σειράς- φαινόμενο. Η σέξι Τοkyo -Ursula Corbero, o αθλητικός Μiguel Herran με το γλυπτό κορμί (Rio), ο Alvaro Morte (ο μυστηριώδης El Professor), o Denver ή αλλιώς Jaime Lorente με το χαρακτηριστικό του γέλιο, η -μόλις 22 χρονών- κολασμένα όμορφη Μaria Pedraza (Alison Parker) σχεδόν άγνωστοι όλοι μέχρι χθες, είδαν ξαφνικά τον αριθμό των followers τους στα κοινωνικά δίκτυα να εκτοξεύεται.

Κι έπειτα, στο φινάλε υπάρχει, ίσως και μια ιστορία, κάτω από την ιστορία: το χρήμα. Αν και η ιδέα μιας εισβολής στο Νομισματοκοπείο, φαντάζει εξόχως δελεαστική, στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, που μαστίζονται από μια άγρια οικονομική κρίση, υπάρχει ένα παγκόσμιο ρίγος, ένα δέος, μια κοινή, κρυφή ηδονή, στο να παρακολουθείς 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ να τυπώνονται και να στοιβάζονται σε χοντρά πακέτα. Και μια έκπληξη, όταν συνειδητοποιεί κανείς πως ακόμα και αυτή η έσχατη πράξη αντίστασης κόντρα στο κραταιό, άδικο τραπεζικό σύστημα (o bella ciao, bella ciao..), αφορά απλώς ένα χαρτί. Διότι το «Σπίτι του Χαρτιού» μοιράζει χαρτιά. Ποθητά, λαχταριστά κι ωστόσο φτηνά κι απόλυτα αναλώσιμα μπροστά στις άλλες αξίες του στόρι: την πίστη, την αφοσίωση, την αυτοθυσία, την καλοσύνη, την πατρική αγάπη, την ανθρωπιά, την πραγματική γενναιοδωρία και, βεβαίως, τον έρωτα που θριαμβεύει στο τέλος…

 

 

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 622

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *