Λευκή ζωή του

Λευκή ζωή του

Λευκή ζωή του
Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου

Μια μικρή ιστορία από τη γυάλινη μοναξιά μιας μεγαλούπολης που βλέπει τα ανθρώπινα θραύσματα σαν απορριμματοφόρα.

Κάθεται πολύ συχνά στα σκαλιά του σχολείου της Φανερωμένης, δίπλα από την προτομή της Ουρανίας Κοκκίνου – ηλικιακά επαρκής, ένας μόνος που δεν ανασκουμπώνεται για να αλλάξει μία ιδιοσυγκρασιακή επιλογή ετών, συμβιβασμένος με ό,τι πιστεύει πως του έτυχε (καλό, κακό, δεν έχει σημασία), και κάπως αναμένοντας αλλά χωρίς πολλές πολλές ελπίδες. Κάπνιζε. Μέσα σε μια απελπισία που του έφερνε ευχαρίστηση όπως κάτι λουλουδάκια που νόμιζες πως θα ανέδιδαν μυρωδιές μέσα απ’ το βάζο για βδομάδες, αλλά μαραίνονται τη μεθεπόμενη μέρα. «Η ζωή…», έλεγε στην παραζάλη του. «Η ζωή, τι;», είπα. Φιλοσόφησε -από αυτές τις εύκολες λέξεις που ντύθηκαν ωραίους μανδύες τελευταία μέσα από γκουρού των life coaching- και άναψε άλλο ένα τσιγάρο (απ’ τα «παράνομα», μελλοντικά «νόμιμα», συνήθως αχρείαστα – για κακομαθημένα και παραιτημένα παιδιά κυρίως, που δεν θέλουν να μεγαλώσουν στον πραγματικό κόσμο λύνοντας νηφάλια τα προβλήματά τους). Γνώρισα πολλούς τέτοιους σαν τον Simon – συνήθως σε εκφυλισμένη κατάσταση, εντελώς ξεγραμμένους, με βοήθεια από το κράτος που κατέληγαν τρύπα χωρίς πάτο. Γνώρισα, όμως, κι άλλους – παιδιά άρρωστα που προσπάθησαν -προσπάθησαν πολύ- μήπως προλάβουν την ολοκληρωτική κατάρρευση, αλλά πάντοτε η επαναφορά στην αιτία των προβλημάτων, στην πηγή, τους οδηγούσε στην τελική λύση απονενοημένα και πάντα με ακρίβεια λεπτού. Καθισμένος δίπλα από τον Simon χθες βράδυ, χθες βράδυ που ξανάκανε ζέστη μετά τις ξαφνικές βροχές της Λευκωσίας, θυμήθηκα τον Κωστή. Τον Κωστή μου. Τον αδιατάρακτο στην άκρη του πεζοδρομίου των αρχών της Γ’ Σεπτεμβρίου ξεγραμμένο στο «χάσιμό» του Κωστή.

Δεν είχε ακριβώς κατάθλιψη, δεν φώλιαζε ηδονικά σε λύπες, ούτε ποτέ νοσταλγούσε – μια φορά μόνο, ως ανάμνηση, μου ‘χε πει για μία πέργκολα στο εξοχικό του στους Αγίους Θεοδώρους που έπαιζε παιδάκι με τη γιαγιά πριν τον διώξουν οι γονείς του απ’ το σπίτι αφήνοντάς τον να μαραθεί ψυχικά σαν οδηγημένος από τη μοίρα του ήρωας του Tennessee Williams, κι έπειτα συνέχισε αδιατάρακτος τα χωρίς σωσίβιο μακροβούτια του χωρίς καμία άλλη αναφορά στα παλιά – λευκό χαρτί. Ο Κωστής, όμως, δεν ήταν σαν άλλους – ήταν γενναίος.

Τα τελευταία βράδια κοιμόταν στο δρόμο, επάνω σε χαρτοκιβώτια – ένα μαξιλάρι, ένα παλιό κασετοφωνάκι (που έπαιζε μόνο Παπακωνσταντίνου), μια Παναγίτσα (της γιαγιάς), μερικοί μαρκαδόροι και αναπτήρες πεταμένοι και χαρτιά λευκά, η μόνη περιουσία που του διασφάλιζε μία κουκκίδα γαλήνης σε μια πόλη που τον έκρυβε νόμιζε καλά, ξεμπροστιάζοντάς τον δημόσια. Όταν έβρεχε, πήγαινα στα μέρη του και τον έπαιρνα στο σπίτι. Κοιμόταν στο σαλονάκι – «όλη μέρα λείπω, κάνε ό,τι θες», του έλεγα. Κοιμόταν βαθιά και, χωρίς να αναφέρει πολλά, τα μάτια του εξιστορούσαν ένα ποτάμι στραβών στροφών κι ανεξάντλητων λαθών – λαθών, κυρίως, που οφείλονταν στο ότι δεν μπόρεσε ποτέ να κουμαντάρει την ευαισθησία του έναντι μεγαλόσωμων λύκων και με μεγάλα δόντια θηρίων. Με τον Κωστή -μικρός ακόμη- πείστηκα πως υπάρχει μοίρα, πως υπάρχουν τυχεροί και άτυχοι στη ζωή, πως δεν είναι όλα «επιλογές» – είτε χαμογελάς εξαρχής, είτε σηκώνεις μανίκια. Είναι σαν τα καιρικά φαινόμενα: Και ομπρέλα να πάρεις όταν βρέχει, εσύ ούτως ή άλλως θα βραχείς λιγάκι στα πόδια και στα χέρια.

«Κάνει μια ψύχρα που τρυπάει και αρρωσταίνει,
έξω η νύχτα με τραβάει απ’ τα μαλλιά.
Εσύ κοιμάσαι σε μια θάλασσα αφρισμένη,
κι εγώ βουλιάζω κάθε νύχτα στη στεριά.
Στη Λεωφόρο σε ζητώ και στη Βικτώρια
κι από το στέκι μας περνάω το παλιό,
ξέρεις καλά πως πια δεν έχω περιθώρια,
ξέρω καλά πως θα σαλτάρω αν δεν σε βρω».

Ο Κωστής πέθανε ένα πρωινό του Ιουνίου, έξω από τη «Διάβαση». Σ’ ένα μικρό κουτί οι νοσοκόμοι βρήκαν τρεις αριθμούς τηλεφώνων – πέτυχαν το δικό μου. Είπα ότι είμαι συγγενής – είναι από τις περιπτώσεις που δεν δίνεις διαπιστευτήρια όταν προτεραιότητα είναι να υπάρξει απαλλαγή από ένα «ανώνυμο» πτώμα και πείθεσαι από οποιοδήποτε λευκό ψέμα. Η μαμά του δυσκολεύτηκε στο όνομά του – ύστερα είπε «α, ναι, ο Κωστάκης μου», αλλά ήταν σαν να μη νοσταλγούσε τίποτα, σαν να ήδη πέθαναν όλα εδώ και χρόνια (πρόσωπα, αφή, χάδια κι αναμνήσεις, γύρω από έναν κήπο με μία πέργκολα που θα ‘χε πια κατεδαφιστεί). Στη λιτή κηδεία, στο Γ’ Νεκροταφείο της Νίκαιας, κανείς δεν ήρθε. Ο παπάς ράντισε, έριξε μέσα στο λάκκο μερικά κόλλυβα, λίγο λάδι, έσπασε κι ένα άσπρο πιάτο «για το έθιμο» – «να γίνουν όλα κανονικά», είπε. Παρηγορήθηκα λιγάκι όταν έβαλα πάνω από το χώμα τον μικρό ξύλινο σταυρό: «Ετών 23». Χαμογέλασα στη χαρά του που θα ξανασυναντούσε τη γιαγιά του ανακουφισμένος – άγγελος με άγγελο γονατισμένοι: «Όλα ήρεμα πια, Κωστή. Τώρα παίζε όσο θες, Κωστάκη…». Ή, κάπως έτσι. Στην πάνλευκη πια ζωή του.

Πηγή : Φιλgood, τεύχος 229.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *