Λόγια Σαββάτου

Λόγια Σαββάτου

Μικρές κουβέντες για κάποια πράγματα που δεν ειπώθηκαν προφορικά. 

Μικρό 19χρονο αγόρι από την Αθήνα,
Ήταν πολύ ωραία που βρεθήκαμε χθες, στην Απόλλωνος, κοντά στη Λήδρας, στο ξενοδοχείο με την πέτρα τη σκαλιστή, τη μικρή πισίνα, τις σημαίες -ελληνική και κυπριακή- τα ρωσικά που ακούγονταν στη reception και στο bar απόηχος πελατών και προσωπικού, δίπλα από το στέκι των φαντάρων που οδηγεί σε μια μικρή στοά, πλάι σε εκδιδόμενες ξανθές που δείχνουν μικρότερες, πολύ μικρότερες – πόδια μεγάλα, χείλη κατακόκκινα, κατακόκκινες φούστες, φτηνοπράγματα λίγο προβλέψιμα από τους κινέζικους πάγκους της Ονασαγόρου. Καπνίζοντας μου είπες για την «ηρεμία» της Λευκωσίας, πόσο σε βόλεψε στο να κρυφτείς από τη βαβούρα της μεγάλης σου πόλης, της πόλης που σε μεγάλωσε αλλά ευχαρίστως θα πρόδιδες για μια σταλιά ησυχίας το βράδυ όπου όλα είναι νεκρωμένα – παιδί πράγμα, παιδί ανυπόμονο στις εναλλαγές. Πως η δράση στο Σύνταγμα και στην Ομόνοια έγινε πολύπλοκη και θλιβερή είπες -«για ποια ανάπτυξη λέει ο Τσίπρας;»- πως η έξαψη περιορίζεται σε μερικά στέκια Σύρων και Ιρακινών, στη Λιοσίων και στην Αχαρνών, εκεί που ξεκινάνε οι γειτονιές των αραπάδων, που περπατάς και μοιάζεις με ούφο ανάμεσα σε πολυώροφους πύργους της Βαβέλ που μπερδεύουν γλώσσες, φιλίες, φιλιά, εικόνες, κελεμπίες και δάκρυα.

Μικρό 19χρονο αγόρι από την Αθήνα,
Ανομολόγητες οι κρυφές πτυχές της Λευκωσίας – είναι μια πόλη παράφορη, αφανέρωτη στη δυσκαμψία της και στους διαφορετικούς (σαν άλλη πάστα, σαν άλλη καταγωγή και αναφορά) από τους παράλιους κατοίκους του νησιού -τους έξω καρδιά και θορυβώδεις στην ακατέργαστη ανάπτυξη που φέρνει τρέλα και συντρίβει το πρωτόλειο που χάνεται πλάι σε μόλους- μιας Λευκωσίας που ανακαλύπτεται με υψηλά ψυχικά μπραφ, εκεί που συνήθως δεν περπατά κανείς τα βράδια απ’ το φόβο του απίθανου, μη γίνει παραλληλόγραμμο το ορθογώνιο, στις παρυφές του Πεδιαίου, σε κάτι δρομάκια που θέλει κόπο να τα «δεις», στα αδιέξοδα συνήθως, σ’ αυτό το μοίρασμα το παλιό που αλλάζει τα τετραγωνικά και τη λογική τους ραγδαία. Λες πως είναι ωραία στο παλιό Δημαρχείο όσο που να σουρουπώνει. Πως υπάρχει ένα φως αόρατο που διαχωρίζει τα παλιά σπίτια από τα νέα, τις γλάστρες από το γκαζόν – πως όλα είναι φυσικά, γαλήνια, μελαγχολικά αλλά τίμια. Λες πως εδώ είναι δημιουργικά – πως βλέπεις σαν ποτήρι μισογεμάτο το νέο μίσος του facebook που λες «εξαίρεση». Πως όλα είναι πιθανά και χωματένια. Ενστικτώδη και ερωτικά… Άχνα δεν έβγαλα. Η ρομαντικότητα δεν σηκώνει βαριές ανάσες και χαστούκισμα επί τόπου.

Μικρό 19χρονο αγόρι από την Αθήνα,
Δυστυχώς, η θλίψη της Λευκωσίας είναι για λίγους. Για όσους αντέχουν -ή έχουν συνηθίσει- όσους νοσταλγούν κι απέφυγαν το αφρόντιστο ή φρόντισαν να μην το «παρακολουθούν» και εν μέρει να ζουν στο παράλληλο υπνοβατώντας ή περιμένοντας λίγη δροσιά από την αναμονή της εξόδου του Αυγούστου και των μεγάλων βουτιών (μέσα-έξω). Είναι για κάτι ποιητές που επιμένουν να ακούνε σε χτύπους, σε μεγάλες αυλές με ούζο και τυράκια σφηνωμένα σε οδοντογλυφίδες, τους κισσούς να σκεπάζουν αγιόκλημα ταπεινώνοντας το εφικτό, το πεζό, την άλγεβρα που δεν βγάζει πάντα το ορθό, το αποτέλεσμα που είναι επουράνιο και θεόσταλτο. «Κύριε Πασιαρδή, καλησπέρα». «Καλησπέρα». «Μια φωτογραφία μόνο». «Μα πώς! Έτσι; Εδώ;». «Εδώ». Κλικ. «Άλλο ένα». «Φτάνει».

«Πάνω στο φα, πάνω στο πκιείν, εκάμασιν ζιννάπι
τζι’ είπασιν εχ χάννει ποττέ μέ χάννετ’ η αγάπη
μαν’ εσκεφτήκαν τους καμούς τζι’ ούλλα τα βάσανά της
πώς ό,τι κάμεις τζι’ ό,τι πεις θέλει τα νάδ δικά της».
(Μιχ. Πασιαρδή, «Τα τετράστιχα», εκδ. Αιγαίον).

Μικρό 19χρονο αγόρι από την Αθήνα,
Ξαναγύρνα στη δράση και στη μεγάλη πόλη. Τώρα που καίγεται η σάρκα και το μόνο που σε σώζει είναι η φιλολογία του έρωτα που -θα το καταλάβεις κλαίγοντας, κάποτε- ποτέ δεν ζει για πάντα. Ξαναγύρνα. Κι όταν πια ταπεινός στραφείς μετά τα μπιτ των ανοιχτών μπαρ που θα σε κουράσουν, τα μπιτ απ’ τα οποία καθαρός πια αν βγεις θα αποστρέφεις στα 30 σου, αδιατάρακτος, έλα πάλι να περπατήσουμε μαζί την Τρικούπη. Θα είναι ό,τι πιο λοξό θα έχει απομείνει από τη διάλυση των δίπλα οδών – με λάσπη, κουρελιασμένο, αλλά κάπως ελαφρύ μέλλον στη βαρβαρότητα που κουβαλούν τα κάτω τσιμέντα από όσους παραγκωνισμένους της ζωής τα έχουν τσαλαπατήσει. Συμβαίνει να ‘χει ακόμα φως στις κελαηδιστές γειτονιές, προστατευμένες καλά, κατά κάποιο τρόπο, απ’ τους παρείσακτους. Συμβαίνει εκεί να χαμηλώνουν την έντασή τους οι δαίμονες της πόλης. Συμβαίνει σ’ αυτό που τώρα υποτιμούν οι ντόπιοι, να φυτρώνει το νέο κάλλος.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *