Λουκιανός Κηλαηδόνης: Ένας παράφορα rock’n’roll τύπος

Λουκιανός Κηλαηδόνης: Ένας παράφορα rock’n’roll τύπος

Λουκιανός Κηλαηδόνης: Ένας παράφορα rock’n’roll τύπος

Μπορεί να μην όρισε και να μη σφράγισε με τη μουσική και τα τραγούδια του μια ολόκληρη εποχή, όμως, ο αείμνηστος τραγουδοποιός κατάφερε να την περιγράψει, να τη σχολιάσει, ακόμη και να την κοροϊδέψει εύστοχα, εύστροφα και με σπάνια ενάργεια. Όπως μόνο οι στον πυρήνα τους ευαίσθητοι άνθρωποι μπορούν.

Του Κώστα Μπουρούση

Στα 90s’, πολύ πριν η περιοχή του Μεταξουργείου «νομιμοποιηθεί» ως νέος, εναλλακτικός πόλος διασκέδασης των Αθηναίων, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης δημιούργησε μαζί με την αγαπημένη του σύζυγο Άννα Βαγενά ένα θέατρο, ένα καλλιτεχνικό καταφύγιο, στο οποίο έδωσαν το όνομα της παραγνωρισμένης αθηναϊκής γειτονιάς. Εκεί περνούσε τις μέρες και τις νύχτες του τα τελευταία χρόνια. Χωμένος στη δική του «χωματερή των αναμνήσεων», όπως την ονόμαζε, ανάμεσα σε δίσκους, σημειώματα, φωτογραφίες, κασέτες, τον υπολογιστή και το πιάνο του. Κι έναν πορτοκαλί καναπέ. Εκεί εξακολουθούσε να σκαρώνει τους σκοπούς του, καπνίζοντας αρειμανίως, παρά τις παραινέσεις των γιατρών να «απογαλακτιστεί» από τη βλαπτική συνήθεια. Στην πραγματικότητα δεν τον ενδιέφερε πόσο θα ζήσει. «Θα ζήσω όσο πάει», έλεγε με περίσσιο coolness σε συνέντευξή του πίσω στα 90s, όταν για πρώτη φορά είχε αντιμετωπίσει πρόβλημα με την καρδιά του. Από την καρδιά του πήγαζε κι ο ξεχωριστός μουσικός κόσμος του, ο γεμάτος καθημερινότητα, αστικές νευρώσεις και φυσικά rock’n’roll. Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης δεν παρασύρθηκε ποτέ από τάσεις ή μόδες -ούτε στη μουσική, ούτε στο στιλ, ούτε στην εμφάνισή του. Δεν έκανε μουσικές και συναυλίες, επειδή έπρεπε, αλλά γιατί το ήθελε. «Δεν είμαι κάνα ψώνιο να έχω ανάγκη να εμφανίζομαι», απάντησε πριν από τρία χρόνια όταν δημοσιογράφος τον ρώτησε γιατί αποφάσισε να πάψει τα live του στο πατάρι του θεάτρου «Μεταξουργείο».

Η Κυψέλη του ‘50 ήταν μια μικρογραφία της Αμερικής που ζούσε στη φρενίτιδα του rock’n’roll. Έτσι, τουλάχιστον, φάνταζε στα μάτια του αείμνηστου τραγουδοποιού. Το σχολείο δεν τον ενδιέφερε ποτέ. Του άρεσαν τα κορίτσια, τα σφαιριστήρια, η μουσική και ο χορός. Ήταν δεινός χορευτής – το περηφανευόταν κιόλας. Σε συνεντεύξεις του συνήθιζε να αναπολεί εκείνα τα χρόνια. Όπως τις μέρες που με την παρέα του κατέβαιναν από την Κυψέλη στον Πειραιά, όποτε έφτανε ο αμερικανικός στόλος, για να αγοράσουν μπλου-τζιν παντελόνια, τσιγάρα και βινύλια. Για την Κυψέλη είχε πει πως θα πολεμούσε κιόλας αν χρειαζόταν. Το πιάνο το έμαθε χάρη σε μια καθηγήτρια φίλη της οικογένειάς του. Εκείνη έβαλε την ιδέα στη μητέρα του να ωθήσει τον ίδιο και τον μεγαλύτερο αδελφό του στη μουσική παιδεία. Τελικά, η δασκάλα του πιάνου δεν μπόρεσε να αντέξει και τους δύο φασαριόζους αδελφούς κι έτσι επέλεξαν να συνεχίζει τα μαθήματα ο Λουκιανός. «Γύρω στα 14 περίπου, γράφω τα πρώτα μου κομματάκια τα οποία είναι σκέτα πιανιστικά, με πολύ έντονες επιρροές και λίγο από κλασική και λίγο από τα αμερικάνικα της εποχής του ’50. Εγώ γεννημένος το ’43 έζησα πολύ έντονα την δεκαετία του ’50, δηλαδή, όλη την ιστορία των πάρτι και του rock’n’roll».

Στην αρχιτεκτονική σχολή μπήκε με τα χίλια ζόρια. Χρειάστηκε να δώσει τρεις φορές εξετάσεις, να μπαρκάρει στο μεσοδιάστημα ως μούτσος στα καράβια για βραχύ διάστημα μερικών μηνών, για να καταφέρει να βρεθεί τελικά στα ακαδημαϊκά έδρανα στη Θεσσαλονίκη. «Στη Θεσσαλονίκη σε ένα μικρό διαμερισματάκι, δεν έχω πιάνο, αρχίζω να παίζω λίγο κιθάρα, αλλά είχα ανάγκη να εκφραστώ. Βρίσκω στο τέλος ένα πιάνο στη ΧΑΝΘ και έπαιζα εκεί, επίσης πήγαινα για κάποιες ώρες στο Ντο-Ρε, απέναντι από τον πύργο, σε ένα κλασικό καφέ και στο υπόγειό του είχε ένα πιανάκι και έπαιζα για εμένα, γιατί ένιωθα την ανάγκη να παίζω. Εκεί, αρχίζω και γράφω κάτι πρώτα τραγουδάκια», είχε αφηγηθεί. Αφού τελείωσε με μεταγραφή στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο τις σπουδές του, προσπάθησε να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία του. Δεν το άντεχε. Προτίμησε να πάρει απαλλαγή στράτευσης. Λίγο καιρό μετά, με τη μεσολάβηση του Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον οποίο γνώρισε τυχαία μέσω μιας φίλης του, κυκλοφόρησε τον πρώτο δίσκο του στην Κολούμπια. Τα «Μικροαστικά». «Το 1973 ένα μήνα πριν το Πολυτεχνείο κυκλοφορεί ο δίσκος σε κόκκινο βινύλιο. Σε κόκκινο βγήκε. Εντελώς δηλαδή “μπαμ” μέσα στη χούντα. Κόψανε μερικά στη λογοκρισία αλλά κι αυτά που βγήκανε ήταν αρκετά. Τα Χριστούγεννα που ακολούθησαν το Πολυτεχνείο, που ήταν παγωμάρα και νέκρα η Αθήνα, αυτός ο δίσκος πούλησε πάρα πολλά. Τα “Μικροαστικά” μού άνοιξαν έναν δρόμο, επειδή δεν το πίστευαν ότι μπορεί να πάει καλά, ώστε να μπορώ να προτείνω δουλειές που δεν τις καταλαβαίνανε αλλά λέγανε: “για να το λέει αυτός να το κάνει”. Κι αυτό με βοήθησε σε όλη μου την πορεία», περιέγραφε σε παλιότερη συνέντευξή του.

Αναμφίβολα, κορυφαία στιγμή αυτής της πορείας ήταν το περίφημο πάρτι στην πλαζ της Βουλιαγμένης στις 25 Ιουλίου του 1983, μια ζεστή καλοκαιρινή νύχτα με πανσέληνο. Οραματίστηκε αυτή τη διονυσιακή βραδιά που σήκωσε την Αθήνα στο πόδι ένα χειμωνιάτικο βράδυ, όταν σκέφτηκε πως το αμφιθεατρικό σχήμα της παραλίας έμοιαζε με εκείνο των θεάτρων. Η σκηνή στήθηκε μέσα στη θάλασσα, το ρεύμα περνούσε με υποθαλάσσιο καλώδιο, οι καλύτεροι οπερατέρ της ΕΡΤ ήταν ετοιμοπόλεμοι να κινηματογραφήσουν μια συναυλία που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα εξελισσόταν σε θρυλική, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά, ο Βαγγέλης Γερμανός, ο Γιώργος Νταλάρας, η Αφροδίτη Μάνου έφταναν επί σκηνής με τα ταχύπλοα. Τη συναυλία που αναμετέδιδε ζωντανά ο Γιάννης Πετρίδης στο κρατικό ραδιόφωνο παρακολούθησαν χιλιάδες Αθηναίοι – άλλοι λένε 50.000, άλλοι τους υπολογίζουν ακόμη και στις 100.000. «Πάντα για τα πάρτι μου έψαχνα το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας ή το απέραντο γρασίδι αυτών των κήπων, πάντα ήθελα να φαίνονται όλα χαλαρά και απρόβλεπτα για να αισθάνονται όλοι σαν το σπίτι τους, όση δουλειά κι αν κρυβόταν από πίσω», δήλωνε τότε ο ίδιος.

Δίπλα του και τότε και έως το τέλος είχε τη σύντροφο της ζωής του, την ηθοποιό Άννα Βαγενά. Γνωρίστηκαν το 1972, απέκτησαν δύο κόρες, τη Γιασεμή και τη Μαρία, και πορεύτηκαν μαζί για 45 χρόνια. Εκείνη φύσει και θέσει αισιόδοξη έμεινε κοντά του έως την τελευταία του πνοή, φροντίζοντας να περιβάλει τον ύστατο αποχαιρετισμό του συντρόφου της με μια σχεδόν ιερή ιδιωτικότητα. Άλλωστε, αν για τους θαυμαστές και τους ακροατές του στις 7 Φεβρουαρίου έφυγε ο αγαπημένος τους τραγουδοποιός, για εκείνην έφυγε το πιο ωραίο αγόρι. Έτσι τον έβλεπε, όπως πρόσφατα είχε πει σε συνέντευξή της: «Στον Λουκιανό θαυμάζω πάρα πολλά στοιχεία που έχει εξαιρετικά. Είναι πάρα πολύ έξυπνος. Είναι στοχαστής, έχει έναν βαθύ νου και όσο μεγαλώνει ακόμα περισσότερο. Βεβαίως, όταν τον γνώρισα ήταν πάρα πολύ όμορφος και γι’ αυτό τον ερωτεύτηκα και με χιούμορ, και με ταλέντο και με προσωπικότητα. Ήταν το ωραιότερο αγόρι της Αθήνας, να μην πω της Ελλάδας, εκείνη την εποχή».

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 533

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *