Μαριάντα Πιερίδη: Φωτογραφίζεται μαζί με τον γιο της και τον σύζυγό της, Δημήτρη (εικόνες)

Μαριάντα Πιερίδη: Φωτογραφίζεται μαζί με τον γιο της και τον σύζυγό της, Δημήτρη (εικόνες)

Μαριάντα Πιερίδη: Φωτογραφίζεται μαζί με τον γιο της και τον σύζυγό της, Δημήτρη (εικόνες)
Φωτογραφία: Ιωάννα Ρουφοπούλου

Με αφορμή το νέο γαστριμαρικό project του διεθνούς φήμης chef, το «Fuga», αποκαλύπτουν πως του ενώνει το φαγητό και ένας μεγάλος έρωτας, μιλούν για την αφοσίωση στην οικογένειά τους, την οποία επιθυμούν να μεγαλώσουν και για τα όνειρά τους για το μέλλον.

Της Μελίνας Κολιτσοπούλου

Παρατηρώντας τη Μαριάντα Πιερίδη και τον Δημήτρη Κατριβέση είναι εύκολο να καταλάβεις σε πόσο μεγάλο βαθμό συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, με αβίαστη φυσικότητα. Οι λέξεις «αγάπη» και «σεβασμός» διακρίνονται στα βλέμματα που ανταλλάσσουν στον υπέροχο εξωτερικό χώρο του εστιατορίου «Fuga», το νέο project του διεθνούς φήμης chef. Εκεί μας μίλησαν για τη σχέση τους, την οικογένεια που έχουν δημιουργήσει και επιθυμούν να μεγαλώσουν, τις κοινές αποφάσεις και τα όνειρά τους, ενώ μας αποκάλυψαν ποιος είναι ο chef στην κουζίνα του σπιτιού τους!

Συναντιόμαστε εδώ, στo «Fuga», όπου πλέον το μενού έχει την υπογραφή σας. Πώς προέκυψε η συνεργασία;
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΤΡΙΒΕΣΗΣ: Όλα τα όμορφα πράγματα γίνονται όταν πρέπει. Είχαμε μια ωραία πρωινή συνάντηση με τον Απόστολο Τραστέλη, ώριμοι πλέον και οι δύο, καθώς έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν σε άλλο εστιατόριο, και αποφασίσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας σ’ αυτό τον υπέροχο χώρο. Είναι από τα ξεχωριστά εστιατόρια της Αθήνας. Από το 2010 που επέστρεψα στην Ελλάδα σκεφτόμουν πως θα ήθελα να το αναλάβω. Οπότε, ξεκινήσαμε το project. Η ιδέα είναι να το φτάσουμε όσο πιο ψηλά γίνεται, να είναι ευρέως γνωστό, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό.

Με τι μενού;
Δ.Κ.: Το μενού έχει επιρροές από τη ζωή, τα ταξίδια και τις αγαπημένες μου κουζίνες – την ασιατική, τη λατινοαμερικάνικη και τη μεσογειακή. Θα έχουμε, λοιπόν, σεβίτσε, αγουατσίλε, τάκος, ντιμ σαμ, μπάος, γιαπωνέζικες παρασκευές… Όλα τα ενώνει η φιλοσοφία μου πως όλες οι γιαγιάδες στον κόσμο μαγειρεύουν το ίδιο. Πρόκειται για κοινές συνταγές των χωρών που προανέφερα, σε μοντέρνα εκδοχή.

Παράλληλα «τρέχετε» πολλά ακόμα projects.
Δ.Κ.: Έχω αρκετή δουλειά, είναι αλήθεια. Στο Μεξικό με το «Mistura» στο «Hotel Esencia», στο Παρίσι με το αργεντίνικο κρεατάδικο, το θρυλικό εδώ και 25 χρόνια «Anahi», στο Μόντε Κάρλο με το «La Pantera Negra» και στην Κρήτη, εδώ και τρία χρόνια, με το «αδελφό» «Mistura» στο «Elounda Beach». Ετοιμάζουμε και το μπιστρό «Pantera Negra» στην Αθήνα. Πιστεύω ότι σε 6-8 μήνες θα είναι έτοιμο. Ο «μαύρος πάνθηρας» υπήρχε για ένα χρόνο στην Πλάκα ως pop-up και αποδείχτηκε πολύ όμορφο project. Τώρα θα είμαστε σε νέο, μεγαλύτερο χώρο, πάντα στο κέντρο.

Η τηλεόραση πόσο σας αφορά;
Δ.Κ.: Συνήθως οι τηλεοπτικές εκπομπές μαγειρικής περιλαμβάνουν διαφήμιση προϊόντων, αλλά εξαρτάται από το τι πρέπει να διαφημίσεις. Τι να πάω να κάνω στην τηλεόραση; Εξαρτάται τι εννοείς.

Τον κριτή, ίσως; Σε μια εκπομπή σαν το «Master Chef»;
Δ.Κ.: Τα παιδιά που έχουν επιλέξει ως κριτές στο «Master Chef» κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους. Δεν μπορούν όλοι να τα κάνουν όλα. Ο καθένας επιλέγει το δρόμο, το προφίλ και την καριέρα του. Δε βλέπω το λόγο για τον οποίο όλοι οι chef πρέπει να γίνουμε κριτές στο «Master Chef» ή να κάνουμε πρωϊνό ή να πάρουμε εκπομπή στην τηλεόραση. Αν παρουσιαστεί ένα project που μ’ ενδιαφέρει, θα το κάνω. Να προσπαθήσω να κάνω τηλεόραση επειδή κάνουν άλλοι είκοσι, όχι.

Η σχέση σας πόσο έχει καθοριστεί από τη μαγειρική;
Δ.Κ.: Από εκεί ξεκίνησε, απ’ αυτό κρατιέται και εκεί θα τελειώσει!
ΜΑΡΙΑΝΤΑ ΠΙΕΡΙΔΗ: Μ’ ένα μαγικό τρόπο θεωρώ πως, ειδικά τους Έλληνες, μας ενώνει το φαγητό. Κυρίως το οικογενειακό τραπέζι. Θέλω ο γιος μου όταν μεγαλώσει να λέει: «Πάω στη μάνα μου να φάω». Όσο για το πώς μας ενώνει με τον Δημήτρη, είμαι μια από τις μεγαλύτερες φαν του φαγητού! Σε οποιαδήποτε χώρα κι αν βρεθώ, θέλω να φάω από την καλύτερη καντίνα μέχρι το εστιατόριο με αστέρια Michelin. Όταν, λοιπόν, έμαθα πως ήρθε στην Ελλάδα ο Δημήτρης, γνωρίζοντας ότι δούλευε στο καλύτερο εστιατόριο του πλανήτη, στο «El Bulli», με τον Φεράν Αντριά, κανόνισα με φίλους που κάνουμε food tourism να πάμε. Τυχαία εκείνο το βράδυ ήταν πίσω από την μπάρα, καθώς υπήρχε ανοιχτή κουζίνα, και γνωριστήκαμε. Ήταν να γίνει, νομίζω. Νιώσαμε πως υπήρχε χημεία μεταξύ μας.
Δ.Κ.: Την είδα και κατάλαβα αμεσως ότι είναι ο άνθρωπος που θέλω να έχω δίπλα μου για πάντα. Δεν εξηγείται, απλά το ένιωσα!

Και να ’στε τώρα, τέσσερα χρόνια μετά, εκ των οποίων ενάμισι χρόνο παντρεμένοι.
Μ.Π.: Δεν τα πάω καλά με τις ημερομηνίες. Πολλές φορές ξεχνάμε πως είμαστε παντρεμένοι. Ζούμε την καθημερινότητά μας.

Είστε το επίσημο «δεξί χέρι» του συζύγου σας;
Δ.Κ.: Ακριβώς αυτό!
Μ.Π.: Έγινε χωρίς να το καταλάβουμε. Ο Δημήτρης κινείται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Δεν μπορεί εύκολα να τον ακολουθήσει κάποιος. Εγώ τους γνωρίζω πολύ καλά και μπορώ να «τρέχω» πολλά πράγματα δίπλα του. Το σίγουρο είναι πως κανείς απολύτως δεν μπορεί να τον ακολουθήσει στην κουζίνα!

Λάμπουν τα μάτια σας όταν μιλάτε για εκείνον.
Μ.Π.: Τον έχω δει να δουλεύει εδώ και στο εξωτερικό. Έχω δει πόσο τον αγαπούν στην Ισπανία –του έχουν λατρεία, του ζητούν να υπογράψει τα βιβλία του– και στην Ιαπωνία. Δε γίνεται ν’ αγαπάς το φαγητό και να μη θαυμάζεις έναν chef σαν τον Δημήτρη. Για μένα είναι σταρ σ’ αυτό που κάνει.

Στο σπίτι σας ποιος μαγειρεύει;
Μ.Π.: Ο Δημήτρης δουλεύει πάρα πολλές ώρες. Μαγειρεύω εγώ, αλλά όχι διαφορετικά λόγω του Δημήτρη. Εδώ και χρόνια μαγειρεύω υγιεινά. Είναι θέμα υγείας να προσφέρεις στον οργανισμό σου, στο παιδί σου, στον άντρα σου όλες τις βιταμίνες που χρειάζεται. Στο σπίτι δεν υπάρχει ούτε κόκκος ζάχαρη, ούτε υποκατάστατό της. Υπάρχει μέλι στο πρωινό, στο γλυκό θα βάλω χουρμά, στο φαγητό λάχανο και καρότο. Παίρνουμε ζάχαρη από τα φρούτα και τα λαχανικά. Χρησιμοποιώ ελάχιστη γλουτένη και λακτόζη.

Πώς βρίσκετε τη μαγειρική της Μαριάντας;
Δ.Κ.: Πιο υγιεινή, πεθαίνεις! Sugar free, gluten free, fat free, όλα free. Δεν την αλλάζω με τίποτα!

Εσείς, εξακολουθείτε να απολαμβάνετε τη μαγειρική;
Δ.Κ.: Φυσικά, είναι το ηρεμιστικό μου. Πώς κάποιος άλλος θα διαβάσει ή θα ακούσει μουσική για να χαλαρώσει; Εγώ μαγειρεύω!

Είστε σκληρός στην κουζίνα;
Δ.Κ.: Είμαι αυστηρός. Μπαίνω μέσα και ψάχνω την τελειότητα.

Όταν βγαίνετε για φαγητό, το απολαμβάνετε ή το αντιμετωπίζετε με τη ματιά του ειδικού;
Δ.Κ.: Δεν μπαίνω σ’ αυτό το τριπάκι. Βγαίνουμε επιλεκτικά για να απολαύσουμε, όχι να κριτικάρουμε. Έχουν αποτυχίες και επιτυχίες οι επιλογές μας. Τις αποτυχίες δεν τις επαναλαμβάνουμε. Εκεί που είχαμε επιτυχία, επιστρέφουμε συχνά.

Μια δική σας αποτυχία πώς τη διαχειρίζεστε;
Δ.Κ.: Προσπαθούμε να μη συμβεί. Η δουλειά μας είναι δύσκολη. Περιλαμβάνει λεπτομέρειες, από το κουκούτσι του καρπουζιού μέχρι το αν η μπουκιά του πελάτη είναι μεγάλη ή μικρή. Επίσης, όλοι πια έχουν άποψη πάνω στη μαγειρική, οπότε είμαστε μονίμως εκτεθειμένοι. Όλοι, μέσα κι έξω από την κουζίνα, δουλεύουμε σκληρά για να μη γίνονται λάθη και βάζουμε δικλείδες ασφαλείας για να μη φτάσει το λάθος στον πελάτη. Πρώτο μέλημα είναι να περάσει καλά ο πελάτης, από την αίθουσα και το μπαρ μέχρι την κουζίνα. Και, φυσικά, πρέπει να νιώθουν καλά οι εργαζόμενοι. Εστιάζω πολύ σ’ αυτό και στο να είναι σωστά καταρτισμένοι οι συνεργάτες μου. Ο χαρούμενος υπάλληλος κάνει χαρούμενο τον πελάτη. Πρέπει να πάρει σωστά τις πληροφορίες που θα περάσει στην κουζίνα – αν υπάρχουν αλλεργίες, κάποιο συστατικό που δεν αρέσει… Ειδικά αν μιλάμε για concept restaurant και όχι για χώρο εστίασης, όπου πηγαίνεις απλά για να γεμίσεις την κοιλιά σου γρήγορα και φτηνά. Στο concept πρέπει να ταιριάξει και ο πελάτης. Αν εγώ πουλάω σούσι και ο πελάτης θέλει παϊδάκια και αντί να πάει στα Βλάχικα έρθει σε μένα, δε θα περάσει καλά ούτε αυτός ούτε εγώ.

Έχετε μετανιώσει που επιστρέψατε στην Ελλάδα;
Δ.Κ.: Κοιτάζω πάντα μπροστά. Δε μετανιώνω για κάτι. Όταν ήρθα στην για διακοπές Ελλάδα, το 2010, αποφάσισα να μείνω, γιατί ήξερα πως αν δεν το έκανα τότε, δε θα το έκανα ποτέ. Θα συνέχιζα να είμαι ένας ταξιδιώτης. Όχι πως δεν είμαι τώρα, απλά έχω βάση εδώ. Και για να το τοποθετήσουμε σωστά, συνεχίζω να δουλεύω στο εξωτερικό, απλά πλέον έχω επιχειρηματική δραστηριότητα και στην Ελλάδα. Δεν έχει αλλάξει κάτι στη ζωή μου, πέρα από την έδρα. Ήταν στη Βαρκελώνη, τώρα είναι στην Αθήνα. Στο μέλλον μπορεί να είναι στο Λονδίνο. Υπάρχουν προτάσεις και από τις ΗΠΑ και τη Σιγκαπούρη. Αλλά τώρα είμαι 100% στο «Fuga».

Ο Έλληνας έχει αλλάξει γευσιγνωστικά;
Δ.Κ.: Νομίζω πως ναι. Η πληροφορία πια είναι διαθέσιμη σε δευτερόλεπτα. Στην εξοικείωση με τις γεύσεις, όμως, θέλουμε δουλειά. Επίσης, υπάρχουν πολλά μαγαζιά που είναι «στο περίπου» αυτό που λένε, οπότε και η αντίληψη του κόσμου είναι «στο περίπου». Βάλε στην εξίσωση και την πληροφορία που έρχεται από τα social media και το ίντερνετ γενικά και έχουμε άλλη εικόνα. Έχουν γίνει βήματα, δεν υπάρχει αμφιβολία. Υπάρχει κόσμος μοντέρνος, που βγαίνει. Και η Αθήνα έχει πληθώρα επιλογών. Δεν υπάρχει κουζίνα ή concept που να λείπει.

Θέλετε να μεγαλώσετε την οικογένειά σας;
Μ.Π.: Ναι, αλλά χωρίς πίεση. Είναι βασική αρχή μας να υπάρχει ηρεμία και χιούμορ στο σπίτι, αυτό περνάμε και στο παιδί. Χωρίς φωνές και άγχος. Δε σκέφτομαι πότε θα έρθει ένα ακόμα παιδί, αλλά είμαστε ανοιχτοί. Λατρεύουμε και οι δύο τα παιδιά και θα μου επιτρέψετε να βάλω το δικό μου στην κορυφή!
Δ.Κ.: Το θέμα είναι, όχι αν θέλουμε οι δυο μας, αλλά αν θέλουμε οι τρεις μας. Και θέλουμε και οι τρεις. Όταν είναι να έρθει, θα έρθει.

Ποια είναι η σχέση σας με το γιο της Μαριάντας, τον Νικόλα;
Δ.Κ.: Καταρχήν φίλοι και έπειτα πατέρας και γιος. Μέσα από την αγάπη χτίζουμε μια στέρεη σχέση.

Ο Νικόλας ουσιαστικά μεγαλώνει με δύο μπαμπάδες, αφού ήταν μόλις λίγων μηνών όταν ξεκίνησε η σχέση σας με τον νυν σύζυγό σας.
Μ.Π.: Με τον πατέρα του Νικόλα χωρίσαμε αμέσως μετά τη γέννησή του, οπότε υπάρχει μεγάλη αγάπη μεταξύ του μικρού και του Δημήτρη. Σαν να μην είναι ο πατριός του, αλλά ο πατέρας του. Ο Δημήτρης θέλει το καλύτερο για εκείνον, θέλει να του προσφέρει όσα εφόδια μπορεί, ώστε να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Δε θα μπορούσε να με βρει πιο σύμφωνη. Εγώ ήθελα να σπουδάσω στο Μπέρκλεϊ, αλλά οι γονείς μου δεν είχαν τη δυνατότητα. Ο Νικόλας θα την έχει. Όχι για το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, αλλά γι’ αυτό που θα θελήσει ο ίδιος. Γι’ αυτό αγωνιζόμαστε και οι δύο.

Το τραγούδι σάς λείπει;
Μ.Π.: Δεν προλαβαίνει να μου λείψει. Μακάρι να είχαμε λίγες ώρες παραπάνω να βλεπόμαστε και να ξεκουραζόμαστε.

Ήταν συνειδητή απόφαση να αποχωρήσετε από τον καλλιτεχνικό χώρο;
Μ.Π.: Συνειδητή και κοινή. Ή θα έχουμε οικογένεια ή καριέρες. Για μένα η οικογένεια ήταν πάντα πάνω από τη δουλειά. Πριν δημιουργήσω τη δική μου, αν μου έθετες δίλημμα μεταξύ των γονιών και της δουλειάς, τους γονείς μου θα επέλεγα. Και είναι σίγουρο πως αν συνέχιζα να δουλεύω νύχτα, δε θα είχα τον άντρα μου και κάποιος άλλος θα μεγάλωνε το παιδί μου.
Δ.Κ.: Αυτή η απόφαση ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο. Διαλέξαμε την οικογένειά μας και να μεγαλώσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον Νικόλα. Για την ώρα κέρδισε η μαμά! Στο μέλλον θα ήθελα να τη δω σε κάποιο ιδιαίτερο χώρο, με την μπάντα της, να τραγουδάει τα τραγούδια που αγαπάει. Λατρεύω τη φωνή της όταν ροκάρει και όταν λέει μπαλάντες!
Μ.Π.: Θα ήταν μαγικό αν κάποια στιγμή γινόταν κάτι τέτοιο, να πω με ηρεμία τα τραγούδια που θέλω, χωρίς πίεση. Πάντως, δε νομίζω πως αυτή τη στιγμή έχω τον τρόπο ή το χρόνο να ασχοληθώ με τη μουσική. Ακόμα και μαθήματα σε παιδάκια, που είναι κάτι που θα μου άρεσε, λόγω της αγάπης μου στα παιδιά και των σπουδών μου, δεν προλαβαίνω να κάνω. Τα μεσημέρια είμαι πάντα στο σπίτι όταν γυρίζει ο Νικόλας. Θα παίξουμε, θα έρθουν οι φίλοι του, θα πάμε στις δραστηριότητές του, γιατί κάνει τανκ σου ντο και σερφ. Ο περισσότερος χρόνος, όμως, είναι αφιερωμένος στο παιχνίδι, το πιο σημαντικό στην ηλικία του. Και η παιδική χαρά είναι σχεδόν σε ημερήσιο πρόγραμμα. Έχουμε κάνει γκρουπ μαμάδων! Δεν υπάρχει η έννοια της γειτονιάς πλέον, οι παιδικές χαρές μας έχουν απομείνει. Και από το να είναι στο σπίτι με ένα τάμπλετ, προτιμώ να παίζει κυνηγητό με παιδάκια στην παιδική χαρά.

Του τραγουδάτε;
Μ.Π.: Όχι. Ακούμε μουσική, θα τραγουδήσουμε παιδικά τραγουδάκια, αυτά. Για να είμαι ειλικρινής, και το λέω τώρα, γιατί όταν μεγαλώσει δε θα το λέω, δε θα ήθελα ν’ ασχοληθεί με τη μουσική. Κι αν το επιθυμήσει, θα προτιμήσω να τον στείλω για σπουδές στο εξωτερικό.

Γιατί;
Μ.Κ.: Γιατί είμαστε μια χώρα 10 εκατομμυρίων και κανείς δεν μπορεί πραγματικά να λάμψει.

Σας νιώθω πικραμένη.
Μ.Π.: Καθόλου. Απλά, υπάρχει ταβάνι στην Ελλάδα. Τον αγαπάω το χώρο μου, αλλά είναι περιορισμένος. Άλλο να θέλει ν’ ασχοληθεί ο Νικόλας σαν χόμπι. Αν θέλει να το κάνει σοβαρά, πρέπει να σπουδάσει. Δεν είμαι υπέρ του «ξύπνησα μια μέρα και έγινα τραγουδιστής». Και δε θέλω να αποκτήσει τέτοια νοοτροπία ο γιος μου.

Είστε λίγο πολίτες του κόσμου, με βάση την Αθήνα και ταξίδια παντού. Τα περασμένα Χριστούγεννα ήσασταν με μαγιό στο Μεξικό.
Μ.Π.: Ήταν τα ωραιότερα Χριστούγεννα της ζωής μου, παρότι ο Δημήτρης δούλευε.

Πέρα από το φαγητό, σας ενώνουν και τα ταξίδια προφανώς.
Μ.Π.: Και τους τρεις, οικογενειακά. Τώρα που θα ξεκινήσει ο Νικόλας γαλλόφωνο σχολείο, προγραμματίζουμε ένα ταξίδι στην Ντίσνεϊλαντ, στο Παρίσι. Μας αρέσει να βάζουμε πρόγραμμα στα ταξίδια, και εκεί που η δουλειά δεν είναι τόσο απαιτητική είναι μαζί μας και ο Νικόλας. Θέλουμε να πάμε στην Ιαπωνία.

Σας ενώνουν και τα τατουάζ;
Μ.Π.: Από σύμπτωση. Αλλά ακόμα κι αν δε μ’ άρεσαν, δε θα με «χαλούσαν» αυτά που έχει ο Δημήτρης. Πάντα μ’ άρεσε να καταγράφω πάνω μου ημερομηνίες και γεγονότα που με έχουν στιγματίσει, θετικά ή αρνητικά. Το ίδιο και ο Δημήτρης. Είναι κοινή η φιλοσοφία μας.

Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνησή σας από τον Νικόλα;
Μ.Π.: Δεν είναι μία. Όλα είναι Νικόλας. Το μυαλό μου πλημμυρίζει από στιγμιότυπα. Από τη στιγμή που ήρθε στον κόσμο είναι το μεγαλύτερο δώρο μου. Τον λατρεύω!
Δ.Κ.: Μικρά πράγματα, από το να του δείχνω πώς να σφυρίζει ή να κάνουμε τούμπες. Πιο έντονα μου έχει μείνει όταν του μάθαινα να κολυμπάει.

Από την προηγούμενη σχέση σας χωρίσατε μετά τη γέννα. Φοβηθήκατε καθόλου;
Μ.Π.: Ούτε στιγμή. Η οικογένειά μου είναι στήριγμά μου, αλλά κι εγώ είμαι αυτάρκης. Δε χρειάζομαι κάποιον για να λειτουργήσω. Δε δημιουργώ εξαρτήσεις.

Η πιο έντονη ανάμνηση από τη σχέση σας με τον Δημήτρη;
Μ.Π.: Όταν με ρώτησε τι άρωμα φοράω και στην επόμενη συνάντησή μας έφτιαξε ένα γλυκό με τα συστατικά του! Το πρώτο μας ταξίδι στην Ισπανία – σε κάθε ταξίδι δημιουργεί μια έντονη ανάμνηση. Το πρώτο ταξίδι που κάναμε οι τρεις μας και το πρόσφατο στο Μεξικό, από τις πιο όμορφες εμπειρίες μου.
Δ.Κ.: Το ταξίδι στο Μεξικό έχει χαραχτεί έντονα και στον Νικόλα. Ήθελε να μείνουμε εκεί για πάντα!

Τι ονειρεύεστε για το μέλλον;
Δ.Κ.: Να μεγαλώσει η οικογένειά μας. Και να βρισκόμαστε μαζί χαρούμενοι σε κάποιο νησί, απολαμβάνοντας τη ζωή ανέμελοι!
Μ.Π.: Τα πάντα! Κυρίως να μπορεί να έχει τα πάντα ο Νικόλας. Να είμαστε υγιείς και χαρούμενοι. Αν υπάρχει υγεία και χαρά, οι άνθρωποι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα.

Τι αγαπάτε ο ένας στον άλλον;
Δ.Κ.: Το χαμόγελό της κάθε πρωί. Ξυπνάει πάντα με χαμόγελο κι αυτό μου φτιάχνει τη μέρα. Το ίδιο και στο τέλος της ημέρας. Μπορεί ενδιάμεσα να μιλήσουμε με ένταση, να προκύψουν χίλια-δυο, η αρχή και το τέλος της μέρας μας όμως έχουν χαμόγελο.
Μ.Π.: Εγώ αγαπώ το μυαλό, το χιούμορ και την αγκαλιά του.

Επιμέλεια: Χρήστος Αλξανδρόπουλος
Μακιγιάζ-χτένισμα: Κωνσταντίνα Μιχοπάνου
Ευχαριστούμε το εστιατόριο «Fuga», Βασ. Σοφίας & Κόκκαλη 1, Μέγαρο Μουσικής, τηλ.  210 7242979, www.fugarestaurant.gr για την ευγενική φιλοξενία. 

Πηγή : Περιοδικό Hello!, τ. 170

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *