MasterChef – Η παλαιάς κοπής γοητεία του Πάνου Ιωαννίδη

MasterChef – Η παλαιάς κοπής γοητεία του Πάνου Ιωαννίδη

MasterChef – Η παλαιάς κοπής γοητεία του Πάνου Ιωαννίδη

Έχει το σεξ απίλ του Bradley Cooper στο φιλμ «Burnt», την ευγενή αλητεία του αείμνηστου Anthony Bourdain και την αυτοκυριαρχία που ξεχωρίζει τους άνδρες από τα αγόρια. Ο ωραίος της τρόικας του «Master Chef» είναι πολλά περισσότερα από την εικόνα του.

Από τον Κώστα Μπουρούση

Αν κάτι διδάσκει τους μαθητές του στις σχολές γαστρονομίας ο Πάνος Ιωαννίδης, αυτό είναι να αναρωτηθούν πριν από όλα εάν συγκαταλέγουν τον εαυτό τους στη φιλοπερίεργη κάστα των food lovers. Εάν, δηλαδή, αγαπούν αρκετά την τροφή και τη γαστρονομία, ώστε να μπορέσουν να την υπηρετήσουν όχι απλώς ως επαρκείς και καταρτισμένοι επαγγελματίες αλλά σαν ακάματοι ρέκτες των τάσεων, των τεχνικών, πρώτα απ’ όλα της γεύσης. Κι αυτό δεν είναι απόσταγμα κάποιας επινοημένης φιλοσοφίας του έμπειρου σεφ, αλλά αλήθεια βγαλμένη από την ίδια τη ζωή του. Από εκείνο το μεσημέρι των παιδικών χρόνων του, όταν εκείνος ήταν μόλις εννιά ετών. Τότε που εκμεταλλευόμενος τη σιέστα της γιαγιάς του, μπήκε στην κουζίνα του πατρικού σπιτιού του και αποφάσισε λίγο από μίμηση κι άλλο τόσο από μια ακατανόητη τότε ανάγκη για πειραματισμό να φτιάξει ένα μυδοπίλαφο. Το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρα απογοητευτικό. Όμως, μικρή σημασία είχε. Ο Ιωαννίδης είχε ζήσει μια στιγμή επιφοίτησης, αφού από τότε κατάλαβε ότι οι γεύσεις και τα αρώματα δεν ήταν απλώς ένα παιδικό παιχνίδι για να περνά την ώρα του. Επρόκειτο για ένα αναμενόμενο συμπέρασμα για ένα παιδί που μεγάλωνε με δυο Πολίτισσες γιαγιάδες -δηλαδή εκ προοιμίου περίφημες μαγείρισσες- με έναν προπάππο σεφ στη γαλλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης και με έναν παππού ιδιοκτήτη φημισμένου εστιατορίου στην Πόλη. Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς τις οικογενειακές μαζώξεις, τα κυριακάτικα τραπέζια, τις γιορτές και τις αργίες βγαλμένες από σεκάνς της ταινίας «Πολίτικη Κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη. Θα έπεφτε διάνα, αφού και ο ίδιος ο καταξιωμένος σεφ έτσι ανακαλεί σήμερα τις παιδικές μνήμες του. Εκείνες που τον διαμόρφωσαν και τον καθοδηγούν ακόμα και σήμερα ως ακούραστο θηρευτή της γεύσης.

Μολονότι το παρουσιαστικό του στα εφηβικά και στα νεανικά χρόνια με τα μακριά σγουρά μαλλιά και την παχιά μεταλλική καδένα στον λαιμό του δεν έδινε τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως την εικόνα ενός ανθρώπου που σκάμπαζε πολλά από μαγειρική, η αλήθεια είναι ότι τότε ο Ιωαννίδης καλλιέργησε τη μάλλον έμφυτη τάση του. Όχι επειδή έβλεπε έναν ασφαλή δρόμο για την επαγγελματική αποκατάστασή του, αλλά αρχικά τουλάχιστον από ανάγκη. Και οι δύο γονείς του δούλευαν, οπότε συχνά ήταν εκείνος που έπρεπε να ετοιμάσει το καθημερινό φαγητό για την οικογένεια. Οι γονείς του υπήρξαν, μάλλον, υπέρ το δέον φιλελεύθεροι για τα ντόπια πρότυπα. Σε μια εποχή που όλοι φαντασιώνονταν για τα φιντάνια τους την καριέρα του δικηγόρου, του γιατρού ή έστω του δημοσίου υπαλλήλου, οι δικοί του δεν είχαν την παραμικρή αντίρρηση ο γιος τους να σπουδάσει μάγειρας, ένα επάγγελμα καθόλου ευγενές και φωτογενές για την εποχή. Το βάπτισμα του πυρός το πήρε στη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων στη Θεσσαλονίκη. Ήταν η περίοδος που αντιλήφθηκε πια και συνειδητά ότι η γαστρονομία θα ήταν το μονοπάτι που θα ιχνηλατούσε. Μέχρι τότε σκεφτόταν ακόμα και το ενδεχόμενο να καταπιαστεί με την υποκριτική. Άλλωστε συμμετείχε σε μια ερασιτεχνική ομάδα -προφανώς έπαιξε ρόλο η ενασχόληση της μητέρας του με το θέατρο- και η απόδοσή του τον έκανε να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να φοιτήσει σε κάποια δραματική σχολή. Τελικά, τον έχασε το θέαμα, τον κέρδισε η γαστρονομία. Ο Ιωαννίδης που έχει παραδεχτεί σε συνεντεύξεις του ότι εργάζεται από 16 ετών έκανε διάφορες δουλειές κατά καιρούς. Τον σερβιτόρο, το μοντέλο, μέχρι και τον μικροπωλητή κοσμημάτων στην Πάρο. Αλλά, αυτά ήταν περασμένα και εν πολλοίς ξεχασμένα όταν αποφάσισε να φύγει από την Ελλάδα και ως πτυχιούχος πια μάγειρας να αναζητήσει την τύχη του στην Ιταλία. Επέλεξε το Μιλάνο ως ορμητήριο για να κυνηγήσει το όνειρό του. Στις αποσκευές του είχε μόνο τα απαραίτητα. Κυρίως, δεν είχε ούτε λέξη ιταλικών. Τα έμαθε κι αυτά βιωματικά, αφού δεν είχε άλλον τρόπο να συνεννοηθεί με τους συναδέλφους του στις μπριγάδες όπου ξεκίνησε να δουλεύει. Σε ένα μπλοκάκι σημείωνε με το μολύβι του καθετί.

Για τρεις μήνες μετοίκησε στην Ιταλία, τελικά έμεινε τέσσερα κοσμογονικά σε εμπειρίες και εικόνες χρόνια. Δεν ήταν εύκολα, ούτε ρόδινα, ούτε βγαλμένα από σενάριο κινηματογραφικής ταινίας με happy end. Ειδικά για το ξεκίνημά του σε εστιατόρια ξενοδοχείων μάτωσε. Αλλά δεν «έσπασε» ποτέ, όπως έχει αφηγηθεί ανάγλυφα στις συνεντεύξεις του. «Έφευγα από τη δουλειά με κλάματα από τα νεύρα μου. Ωστόσο, δεν το έβαλα ποτέ κάτω, ούτε τελικά τα παράτησα, όσο κοντά κι αν έφτασα γιατί, τελικά, ο καθένας προσπαθούσε να ξεσπάσει πάνω μου τα όποια κόμπλεξ είχε ή δεν είχε. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι πρέπει να υπακούς τις εντολές του σεφ σου, ανεξαρτήτως αν έχεις αντίθετη άποψη. Εκείνος έχει όλη την ευθύνη και η πειθαρχία είναι το παν στην κουζίνα. Επειδή, λοιπόν, μου έχουν φερθεί πολύ άσχημα και πέρασα δύσκολα, δεν το κάνω σήμερα που ηγούμαι εγώ σε μία κουζίνα. Αν δεν μου κάνει κάποιος διακόπτω τη συνεργασία μαζί του. Bullying, όμως, δεν θα κάνω ποτέ». Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη επαλήθευση της κοσμοθεωρίας του από την τηλεοπτική παρουσία του ως κριτής στο «Master Chef».

Ο Ιωαννίδης, ακόμα και σε ένα μέσο όπως η τηλεόραση όπου εύκολα μπορεί κανείς να παρασυρθεί ή να παρεξηγηθεί ή να στραβοπατήσει, καταφέρνει να επιβάλλει το δικό του στιλ. Και να αποκρυσταλλώνεται όπως είναι και στη ζωή του: μετρημένος, λιγομίλητος, κομψός. Και ο τελευταίος επιθετικός προσδιορισμός δεν έχει να κάνει τόσο με το παρουσιαστικό του όσο με τη στάση του. Άλλωστε, ο χαρακτηρισμός sex symbol που με το στανιό τού φόρεσαν τα περιοδικά δεν είναι κάτι που τον ενδιαφέρει ή τον απασχολεί ιδιαίτερα, όπως έχει επανειλημμένα δηλώσει: «Δεν αποποιούμαι κάτι, ούτε είπα ότι είμαι δύσμορφος, απλώς θεωρώ ότι είναι λίγο θέμα τηλεόρασης. Υπάρχει όμορφος κόσμος εκεί έξω και ομορφότερος εμφανισιακά από εμένα. Ωστόσο, οι ταμπέλες και η εμφάνιση δεν είναι η ουσία, έχω πίσω μου μια πορεία 25 δύσκολων χρόνων για να πετύχω στη δουλειά μου – με πολλές θυσίες και χωρίς ουσιαστική βοήθεια από τρίτους ή ιδιαίτερη τύχη για να φτάσω ως εδώ. Το να είναι κεντρικό θέμα προς συζήτηση η εμφάνιση, η θελκτικότητα και η όποια τέλος πάντων γοητεία μου -αναφέρω όσα κατά καιρούς έχουν γραφτεί- και όχι η πείρα μου ως σεφ ή τα όνειρα και σχέδιά μου ως επαγγελματίας του χώρου είναι σίγουρα ευχάριστο και με τιμά ως ένα σημείο, αλλά είναι ήσσονος σημασίας γιατί η δουλειά μου δεν έχει να κάνει απολύτως τίποτα με αυτό».

Η αλήθεια είναι ότι ο -και τηλεοπτικά αναγνωρίσιμος πια- σεφ έχει δουλέψει σκληρά για να προσδιορίζεται από ένα εφήμερο πέρασμα από την τηλεόραση. Επιστρέφοντας από την Ιταλία, σχεδόν από τύχη, ξεκίνησε να εργάζεται ως executive chef στην πρεσβεία της Δανίας στην Αθήνα. Λέει ότι γύρισε ελέω νοσταλγίας, ότι είχε επιθυμήσει το ελληνικό φως. Η πρόταση που είχε δεχτεί τότε να αναλάβει ένα εστιατόριο συνέπιπτε περίφημα με την επιθυμία του για επιστροφή στα πάτρια εδάφη. Τελικά, όμως, η εν λόγω δουλειά δεν έγινε ποτέ. Κάθε εμπόδιο για καλό. Ταλαιπωρήθηκε για ένα διάστημα ως μάγειρας σε ξενοδοχείο των Αθηνών, σκέφτηκε ακόμα και να αφήσει τη γαστρονομία για την κομμωτική. Όμως, μια τυχαία συνάντηση τού έδειξε τον δρόμο για το πόστο στη δανέζικη πρεσβεία αλλά και για το private chefing ως παράλληλη απασχόληση. Ήταν μια επιλογή ζωής, ένας κύκλος που ολοκληρώθηκε έπειτα από 15 γόνιμα χρόνια. Κι ενώ ο ίδιος εργαζόταν πια ως επικεφαλής του τμήματος έρευνας και ανάπτυξης σε εταιρία τροφίμων, ήρθε η πρόταση για το «Master Chef» και η ανάδειξή του εν μία νυκτί σε εθνικό εργένη. Με την τηλεόραση είχε φλερτάρει ξανά για ένα φεγγάρι, όταν έκανε ένα βραχύ και αθόρυβο πέρασμα από το reality «Top Chef» ως διαγωνιζόμενος. Τότε, είχε προτιμήσει να αποχωρήσει και να εστιάσει στη δουλειά του στην αληθινή ζωή. Όταν επέστρεψε στα τηλεοπτικά εγκόσμια, είχε πια μια στέρεη άποψη για τον ρόλο και τον λόγο των γαστρονομικών εκπομπών: «Το φαγητό είναι ένα “αντικείμενο” που ενδιαφέρει όλους, είναι κουλτούρα, είναι ευχαρίστηση, είναι διασκέδαση και σίγουρα ανάγκη. Όλος ο κόσμος τρώει και θέλει να τρώει καλά και φυσικά όλοι έχουν άποψη γι’ αυτό, επαγγελματίες και μη. Η προβολή μέσω της τηλεόρασης έχει πολλά καλά, γιατί ο κόσμος μαθαίνει και ενημερώνεται για food trends και τεχνικές, αλλά και αρκετά αρνητικά, όταν οι «πρεσβευτές» αυτών δεν είναι παρά μη σωστά καταρτισμένα, ημιμαθή άτομα που προωθούν λανθασμένες πληροφορίες στο ευρύ κοινό», έχει πει σχετικά με την απόφασή του να ενδώσει στις σειρήνες της τηλεόρασης. Πάντως, ακόμα και τώρα που η μετοχή του βρίσκεται σε σταθερό limit up ο ίδιος επιμένει να μεταλαμπαδεύει μαγειρική γνώση και όχι να πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Το επιβεβαιώνει και μέσω του καναλιού που έχει δημιουργήσει στο YouTube.

Γι’ αυτό και μάλλον επειδή εκείνο που τον απασχολεί κυρίως είναι η δουλειά του και όχι ο ναρκισσισμός του επιμένει να μη νιώθει καθόλου ροκ σταρ, όπως θέλει τους σεφ το νεόκοπο κλισέ. Αντιθέτως, δηλώνει σε κάθε ευκαιρία ένας κοινός θνητός που αναζητά χρόνο για να κοιμηθεί, τρέφεται ασμένως με junk food και βρίσκει το απόλυτο umami σε κάτι τόσο ταπεινό όπως ένα πιάτο al dente σπαγγέτι με κόκκινη σάλτσα. Ίσως, βέβαια, αυτή η απλότητα και ο απροσποίητος τρόπος του είναι που τον κάνουν ακόμα πιο ακαταμάχητο για τα media και -κυρίως- για τις γυναίκες. Α, και κάποιες λίγες μικρές λεπτομέρειες που έχει αφήσει να διαρρεύσουν για τη ζωή του: ότι ακούει τζαζ μουσική, ότι αγαπά τη φωτογραφία και ότι βρίσκει ευχαρίστηση στο να περνά ποιοτικό χρόνο με τον εαυτό του. Αλήθεια, ποια μπορεί να αντισταθεί στο αρχέτυπο του μοναχικού καβαλάρη και μάλιστα σε περιτύλιγμα παλαίμαχου μοντέλου;

 

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 648

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *