«Με βίασαν όταν ήμουν 8 και 10 χρόνων»

«Με βίασαν όταν ήμουν 8 και 10 χρόνων»

«Με βίασαν όταν ήμουν 8 και 10 χρόνων»

«Όταν θα σε αγγίξει ο σύντροφός σου, ο σύζυγός σου, όταν θα κάνεις έρωτα, η πρώτη σκηνή που έρχεται στο μυαλό σου είναι αυτή του βιασμού». Λόγια που σου κόβουν την ανάσα. Λέξεις που αναπόφευκτα σου δημιουργούν εικόνες. Φοβερές. Φρικτές. Τρομακτικές. Καμία εικόνα, όμως, οποιουδήποτε ανθρώπου δεν μπορεί να είναι τόσο εφιαλτική όσο η εικόνα που κυνηγάει οποιοδήποτε παιδί έχει βρεθεί στα χέρια κάποιου τέρατος και έχει υποστεί βιασμό. Λες και έχει πεθάνει. Σωματικά μπορεί ακόμη να ζει, ψυχικά, όμως, είναι νεκρό. Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει η κυρία Αγγελική: «Εκείνη τη νύχτα πέθανα κι εγώ». Τι και αν σήμερα είναι 56 χρόνων. Πέθανε ήδη δύο φορές. Την πρώτη όταν ήταν οκτώ μόλις χρόνων και την δεύτερη όταν ήταν δέκα χρόνων!

Η κυρία Αγγελική βρήκε, ωστόσο, τη δύναμη να διηγηθεί τα φρικτά αυτά βιώματα, που είχε στη ζωή της, στον «Φ». Για έναν μόνο λόγο: «Το κάνω γιατί θέλω να συμβάλω στην καταπολέμηση του εγκλήματος του βιασμού. Είναι ένα έγκλημα, για το οποίο καμιά ποινή, κανένα δικαστήριο, καμία φυλακή δεν μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη». Όντας σήμερα παντρεμένη με παιδιά, ήταν πολύ δύσκολο να μιλήσει αυτοπροσώπως. Έγραψε, όμως, τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Τα όσα περιγράφει είναι συγκλονιστικά. Η μεταφορά τους σήμερα προς τους αναγνώστες γίνεται με απόλυτο σεβασμό προς την κυρία Αγγελική και με απόλυτη συμφωνία προς τον στόχο, που η ίδια έθεσε. Να ταρακουνήσει την κοινή γνώμη, να προβληματίσει τις Αρχές, να προλάβει όσο είναι δυνατό άλλα παιδιά από τα χέρια ενός άλλου τέρατος.

Ξεκινώντας την αφήγησή της η κυρία Αγγελική επισημαίνει ότι γεννήθηκε πριν από 56 χρόνια και ζούσε σε χωριό. «Μια καλοκαιρινή νύκτα καθόμασταν με τη μάνα μου στην αυλή. Ήμουν οκτώ χρόνων. Ήρθε τότε μια θεία μου και είπε στη μητέρα μου να πάει να φέρει τον θειαφιστήρα για να θειαφίσουμε τις πομηλορκές. Η μάνα μου αρνήθηκε. Τότε της είπα να πάω εγώ. Ρώτησα πού είναι και μου εξήγησαν να πάω σε ένα γειτονικό σπίτι. Η πόρτα ήταν ανοικτή και στον ηλιακό βρισκόταν εκείνος. Ήταν γυμνός με μια πετσέτα τυλιγμένη στη μέση του. Με ρώτησε τι ήθελα και του είπα τον θειαφιστήρα. Μου είπε να τον ακολουθήσω. Με κατέβασε σε ένα υπόγειο. Άρχισα να φωνάζω, νομιζόμενη ότι κάποιος θα με άκουγε. Μάταια όμως. Μου έκλεισε το στόμα με το χέρι του και έκανε ό,τι έκανε. Όταν τελείωσε το φρικτό του έργο, γύρισε και μου είπε ότι δεν έχει θειαφηστήρα και να πήγαινα σε έναν άλλο γείτονα να τον πάρω. Τι και αν έτρεμα, αν έκλαιγα και αν δεν είχα δύναμη να κινηθώ. Για εκείνον λες και δεν είχε συμβεί οτιδήποτε. Μάζεψα τις λιγοστές δυνάμεις που είχα και πήγα στον άλλο γείτονα. Έτρωγε εκείνη την ώρα με τη γυναίκα του. Μου είπαν ότι ούτε εκείνος είχε θειαφηστήρα. Μου έδωσαν ένα κομμάτι ψωμί και λίγο πόλιμπιφ. Τα έφαγα καθώς επέστρεφα στο σπίτι μου. Ήταν σαν την παρηορκά που δίνουν όταν θάβουν κάποιον. Εκείνη τη νύκτα πέθανα κι εγώ».

Δύο χρόνια μετά, ήρθε το δεύτερο έγκλημα

Η Αγγελική εξηγεί στη συνέχεια τής συγκλονιστικής αφήγησής της ότι έκτοτε ζει με τον ίδιο εφιάλτη. «Όποτε αντιμετωπίζω κάποιο πρόβλημα, βλέπω τον ίδιο εφιάλτη. Ένα τεράστιο βουνό να πέφτει να με πλακώνει, να ξυπνώ έντρομη και να μην μπορώ να ξανακοιμηθώ. Όταν ακόμη ήμουν μικρή, η μάνα μου με ρώτησε μια μέρα “Γιατί κουγκάς τη νύκτα;”. Τι να της έλεγα; Μόλις έδυε ο ήλιος έμπαινα σπίτι και κλείδωνα την πόρτα. Μέχρι σήμερα το κάνω. Ποτέ δεν έπαιζα με άλλα παιδιά και να το χαρώ. Ήμουν άλλοτε αφηρημένη και άλλοτε αντιδραστική. Ακόμη και τα αδέλφια μου με παραγνώριζαν. Θεωρούσαν ότι δεν άξιζα. Ο αδελφός μου, μάλιστα, με καταπίεζε πολύ. Και ο πατέρας μου ξεσπούσε σε μένα γιατί ήμουν ξεροκέφαλη και αντιδραστική, έλεγε. Ούτε και φίλες είχα. Κι αυτές με έβλεπαν διαφορετική και δεν με ήθελαν στην παρέα τους. Οι αδελφές μου πήγαιναν στις φίλες τους να διαβάσουν κι εγώ έμενα μόνη μου στο σπίτι. Ένα απόγευμα πήγα κι εγώ σε ένα συγγενικό σπίτι. Κι εκεί έγινε το δεύτερο έγκλημα. (σ.σ. αυτό αποφεύγει να το περιγράψει η Αγγελική, προφανώς, επειδή ήταν συγγενικό άτομο και το βίωμα ακόμη πιο φρικτό). Το έκρυψα κι αυτό. Σε ποιον να το έλεγα; Ήθελα να πεθάνω. Σκεφτόμουν πώς θα ήμουν μέσα στο σεντούκι άμα πεθάνω. Τέτοιες σκέψεις έκανα, όντας παιδάκι οκτώ και δέκα χρόνων».

«Σε κάθε άγγιγμα, σε κάθε φιλί, ζωντανεύει ο εφιάλτης»

Η κυρία Αγγελική συνεχίζει τη συγκλονιστική της αφήγηση, περιγράφοντας όσα ακολούθησαν από την εφηβεία και μετά. «Άρχισαν να με φλερτάρουν. Ήμουν όμορφη αλλά εγώ όλους τους έβλεπα σαν βιαστές. Κάποτε, όταν πέρασαν τα χρόνια, είπα να δοκιμάσω να πάω ραντεβού με ένα αγόρι. Αηδία. Όταν με άγγιξε, ήθελα να κάμω εμετό. Πέρασαν τα χρόνια. Άρχισαν να με θεωρούν γεροντοκόρη διότι εκείνα τα χρόνια στα χωριά έπρεπε να παντρευόσουν νεαρή. Έπρεπε να παντρευτώ. Ζύγισα τα πράγματα και είπα πρέπει να αρχίσεις να παίζεις θέατρο. Μου προξένεψαν τον άντρα μου. Έκλεισα τα μάτια μου, πήρα ανάσες και άρχισα να υποδύομαι. Μέχρι σήμερα παίζω θέατρο. Σε κάθε άγγιγμα, σε κάθε φιλί, σε κάθε ερωτική πράξη, ζωντανεύει ο εφιάλτης. Ποτέ μα ποτέ δεν με εγκατέλειψε εκείνο το τέρας. Μου τα στέρησαν όλα. Παιδικά κι εφηβικά χρόνια, τον αρραβώνα μου, τον γάμο μου, όλα. Το μόνο καλό που είχα είναι τα υπέροχα παιδιά μου. Το πρώτο πράγμα που έμαθα στους γιους μου είναι να σέβονται τα κορίτσια. Ποτέ –τους είπα- να μην αγγίξετε με το ζόρι κάποιο κορίτσι. Με άκουσαν και με έκαμαν περήφανη με τη συμπεριφορά τους».

«Θα πολεμώ μέχρι την τελευταία μου πνοή»

Η κυρία Αγγελική έχει σήμερα καταφέρει να αντιμετωπίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις απίστευτα τραυματικές εμπειρίες που είχε στα παιδικά της χρόνια. Αυτό οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε κάποια ψυχολόγο. Ποτέ, ωστόσο, δεν θα μπορέσουν να σβήσουν οι χαρακιές από την ψυχή της. Θα την συνοδεύουν όσο ζει. Έχει βρει, όμως, τη δύναμη να παλεύει ενάντια στα τέρατα που κακοποιούν παιδιά. «Η ζωή μου είναι γεμάτη πίκρες, απογοήτευση και πόνο. Όλα ξεκινούν από τους βιασμούς. Μου στέρησαν τα πάντα. Ήμουν άρρωστη και ως μωρό και ως έφηβη και ως γυναίκα. Κανένας δεν μου στάθηκε, κανένας δεν μου είπε έναν λόγο καλό. Όταν ο πρώτος μου γιος έγινε 14 χρόνων, πήγα σε ψυχολόγο. Πώς όμως να αναπληρώσεις τα χρόνια που έφυγαν; Τις χαρές της κάθε ηλικίας που έχασα; Δεν μπορείς να περιγράψεις τον πόνο και τα όσα ένιωθα μέσα σε μερικές κόλλες χαρτί.

»Ένα είναι το σίγουρο. Θα πολεμώ μέχρι την τελευταία μου πνοή αυτό το έγκλημα. Μακάρι να μην περάσει κανένας αυτά που πέρασα. Σήμερα, αν το πάθει κάποιο παιδί και έρθει στην αντίληψη των γονιών του θα το πάρουν σε παιδοψυχολόγο για θεραπεία. Αλλά πίστεψέ με. Το θέμα είναι να μη συμβεί. Γιατί, όσοι ψυχολόγοι και να σε δουν, το τραύμα είναι εκεί και δεν φεύγει. Μπορεί να απαλύνουν τον πόνο, μπορεί να σε μάθουν πώς να το διαχειρίζεσαι, αλλά η σκηνή είναι πάντα εκεί. Όταν σε αγγίζει ο σύντροφός σου, όταν θα κάνεις έρωτα, η πρώτη σκηνή που έρχεται στο μυαλό σου είναι αυτή του βιασμού.

»Είμαι απογοητευμένη από τους νόμους που δεν είναι κατάλληλοι για να σταματήσουν αυτό το έγκλημα. Μακάρι να βρεθεί ένας νόμος αποτελεσματικός. Μακάρι να μπορέσω να βάλω και εγώ ένα λιθαράκι στην καταπολέμηση αυτού του τέρατος» καταλήγει.

Η γραπτή διήγηση της κυρίας Αγγελικής βρίσκεται στα χέρια της ειδικής επιτροπής που ετοίμασε την Εθνική Στρατηγική για Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης των Παιδιών. Η δημοσίευση γίνεται και με δική τους έγκριση, αποβλέποντας απόλυτα στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης. Η κυρία Αγγελική τόλμησε να μιλήσει στην ηλικία των 56 χρόνων. Έπρεπε να είχε στήριξη να κατάγγελλε τα τέρατα τότε. Η διαπαιδαγώγηση των παιδιών είναι χρέος όλων. Για να προλαμβάνονται τέτοια εγκλήματα και να σώζονται αθώες παιδικές ψυχές ή έστω να αποκαλύπτονται και να επιβάλλεται τιμωρία. Μόνο έτσι μπορεί κάποια στιγμή να νικηθεί αυτός ο εφιάλτης.

Γράφει: Γιώργος Καλλινίκου

 

Πηγή : philenews

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *