Μερικές σκέψεις της πόλης

Μερικές σκέψεις της πόλης

Καθώς όλα αλλάζουν, ξαπόστασε και δώσε σεό,τι κοχλάζει χρόνο. 

Όσο κάποια παιδιά στην Ταϊλάνδη προσπαθούν να δουν ξανά το φως του ήλιου από ένα ρημαγμένο κλειστό από φως σπήλαιο που η κακή οδηγία τους έσυρε εντός του, όσο μερικοί ακόμη ανήλικοι ξεσπιτώνονται με θέα τον ουρανό και αίμα στην άσφαλτο από τη ζώνη που δεν φόρεσαν στην ταχύτητα που ασύστολα ανέπτυξαν στις παρυφές των δρόμων που καίνε το μελλοθάνατο, όσο άλλο ένας έφηβος αυτοκτονεί γιατί σαπάκιασαν την ψυχή του μερικοί νταήδες που δεν τον άφηναν να αρθρώνει λέξη στο μάθημα γιατί η φωνή του έτρεμε από άγχος και κεκέδιζε όχι «αντρίκια», καταλαβαίνει κανείς πως οι χαμοί έχουν πάντα κάποιο λόγο που δεν λέγεται «αφορμή», αλλά ένα όπλο που εκπυρσοκροτεί μέχρι να σε βρει μια σφαίρα όχι αδέσποτη μα στοχευμένη. Δικά σου τα υλικά, δική σου και η ευθύνη.

Καθώς προσπαθούμε «να περάσουμε καλά» μέσα στα νοικοκυριά που πέτρα πέτρα κτίσαμε -τα απλά, λιτά κι από ιδρώτα εργασίας καμωμένα- ο κόσμος γύρω μας αλλάζει. Διάβαζα τις προάλλες πως η Θεσσαλονίκη το χειμώνα θα πλημμυρίσει τόσο από τις βροχές που έπονται του θέρους (και που δεν σταμάτησαν ούτε στον Ιούλιο των 40 βαθμών), ώστε οι δυτικές της συνοικίες θα μοιάζουν ανύπαρκτες πια, εξαφανισμένες, τουβλάκια και τσιμέντα θα σέρνονται ανάμεσα σε ποτάμια λάσπης από την κατάρρευση των αντιπλημμυρικών του 1950 – ελάχιστο δείγμα μίας κουκκίδας τού τι συμβαίνει πραγματικά στον πλανήτη την ώρα που εσύ νοιάζεσαι για τη «ζωούλα», τις «διακοπούλες» και την «οικογενειούλα» σου. Η φύση εκδικείται – και δεν είναι συγγραφικής αδείας πόνημα. Βουλιάζει και κουράστηκε να προειδοποιεί. Ας λιώσουν οι πάγοι. Ας ανέβει η στάθμη. Ας γίνουν οι πλαστικές σακούλες κοπριά για τους κολυμβητές – έξοχο το εξώφυλλο του προηγούμενου τεύχους του «National Geographic» που τα «είδε» όλα. Μην κλαψουρίζουμε σαν γυναικούλες, σαν τις παλιές κραυγές που χτυπούσαν σε τοίχο κι έκαναν μόνο ηχώ – ας το επαναλάβουμε: Για όλα υπάρχει λόγος.

Ο Αντώνης, στις φτωχικές γειτονιές της Αθήνας που μένει, λίγο πιο κάτω από την Αχαρνών των Αράβων που λάτρευε η φίλη του η Μαλβίνα και έκανε συλλεκτικά τα κασμίρ της στο σπίτι της στην Πλάκα, λέει πως αυτοί είναι οι μόνοι άνθρωποι που ζουν αρμονικά με τις επιθυμίες τους – στους αυτόχθονες Ελλαδίτες έπαψε ο παλιός θυμός που έσπαγε τζαμαρίες, μα έμεινε ένα κατακάθι πίκρας που οδηγεί σ’ εκείνο το εγωιστικό και επικίνδυνο ψεύδος τού «δεν με νοιάζεται κανείς, ούτε εγώ για κανένα, μόνοι μας πορευόμαστε, εγώ κι η θλιβερή μου καθημερινότητα». Εν μέρει δεν μπορεί να κακιώσει κάποιος στους μικροαστούς που παλεύουν μερόνυχτα ανάμεσα στην παραβατικότητα και στην αδυναμία σύλληψης του «καλού» που πάντα θα τους περιτριγυρίζει – αν και μη τυφλοί παραμένουν χωρίς να κοιτάνε. Λησμονούν τους υπόγειους δρόμους που είναι πιο βαθιοί στα μέσα τους, ξεχνάνε πως είναι φτιαγμένοι από υλικά ανθρωπιάς, καλοσύνης, εργατικότητας κι αγάπης που εμπεριέχουν τη δύναμη για να αστράψουν ακόμη και στα πεζοδρόμια που βρωμάνε κοντά στη Φυλής, πιστοί στο Καζαντζακικό αξίωμα που λέει πως όσο πιο πολύ χώρο στον άνθρωπο δίνεις τόσο περισσότερο θέλει. Κι ας ανάβει λίγο ακόμα το μαγκάλι μπας και ανέβει ο πυρετός της ποίησης που χάνεται σε ανθρώπους που ζουν ποιητικά, χωρίς να ξέρουν πως είναι ποιητές – κανείς δεν το παρατηρεί.

Κοντά στο «six d.o.g.s» βρίσκεται πια ο ανθός της πόλης – από τα γύρω στενά, τσαμπιά από χαμογελαστά πρόσωπα που τρώνε φαλάφελ, λουκουμάδες και σουβλάκια τυλιχτά χωρίς την αναίδεια αύξησης των τιμών της Μητροπόλεως, χαρούμενα και αισιόδοξα. Μπήκα στο χαμάμ που μου είπε ο Λάκης Γαβαλάς πως έχει ανοίξει μαζί με μια πλούσια φίλη του έπειτα από την οικονομική του καταστροφή και το πρόσφατα εκποιημένο του σπίτι στη Μύκονο που έγινε boutique hotel – μέσα σε χαλαρωμένα σώματα που μετράνε λόγια και κοιτάζονται συνένοχα αλλά όχι προσποιητά. Λίγο πάνω στη ζούλα, πήρα στα χέρια μου την canon και τράβηξα τον Μάριο Αποστόλου, που πλενόταν απ’ τις ζέστες.

«Εποχή της δωρεάς, εποχή της προσφοράς», του είπα ασυναίσθητα. «Πάνε οι παλιές εποχές, αγάπη!», μού ‘ρθε στο νου μια πεθαμένη συντρόφισσα των δρόμων, καθώς τα νερά έτρεχαν και η υγρασία ολίσθαινε όσο η Αθήνα χανόταν στις ανισορροπίες της.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *