Μεσημέρι στην πλατεία

Μεσημέρι στην πλατεία

Σκέψεις που συμβαίνουν μπροστά σου και τις ανακυκλώνεις με άλλα μάτια, με άλλο βλέμμα, σε μια στάση λεωφορείου…

 

Η πλατεία Σολωμού, ιδίως τα απογεύματα που τα λεωφορεία ανεβοκατεβάζουν μαθητές, εργάτες με φόρμες μπλε, με ξεβαμμένα τζιν και καρό πουκάμισα πλύνε βάλε, μεσήλικες Φιλιππινέζες που είτε μόνες τους είτε κρατώντας από το χέρι μικρά μωρά μασουλάνε λαχματζούν από τα γυράδικα της Ρηγαίνης, μοιάζει με ένα μικρό μπαλκόνι από το ατίθασο πλήθος των μεγαλουπόλεων που στριμώχνονται φωνασκώντας το διαφορετικό – του Μπρονξ, του Λονδίνου, της δυτικής Αθήνας, σε μικρογραφία βεβαίως. Έχουν αυτοί οι άνθρωποι, ένα αταξινόμητο ψηφιδωτό φτωχών ταυτοτήτων περιορισμένης άδειας παραμονής, με προορισμό τα περίχωρα της Λευκωσίας, τους συνοικισμούς, κάτι παλιές πολυκατοικίες και «πισινά» θηριωδών σπιτιών ξαφνικού πλουτισμού στο Γέρι, στην Αγλαντζιά και στα Λατσιά, μία αλλόκοτη χαρά όπως του να τους δίνεται η χάρη να ζουν (καταρχήν) και να εισπράττουν εν τη γενέσει τους στη νομιζόμενή τους τύχη την ευλογία πως δεν θα τους έρθει καμιά αδέσποτη οβίδα στο κεφάλι ούτε θα παραμείνουν άρρωστοι μέσα σε βρώμικα έλη χωρίς τη στοιχειώδη περίθαλψη. Έχουν, όλοι αυτοί που είναι αυτό που ήμασταν κι εμείς κάποτε, μία λεπτότητα στους τρόπους, σπάνια και διαμαντένια. Έχουν ευγνωμοσύνη – δοκιμάστε να τους δώσετε κάτι ήδη χρησιμοποιημένο και δείτε την έκφραση των ματιών τους στο «ευχαριστώ» τους. Γι’ αυτό και τους είναι φυσικό να φτιάχνουν από το λίγο, απ’ το ελάχιστο, έναν κόσμο βαθύ και όμορφο – δεν γκρινιάζουν, δεν λοιδορούν, δεν φωνασκούν, δεν απαιτούν, δεν επαίρονται, δεν γίνονται (ακόμη) όμοιος ομοίω.

Μπορώ να καταλάβω τον τύπο που έγραψε με μαύρη μπογιά αυτό το σύνθημα στη φωτογραφία, στο κέντρο της στάσης των λεωφορείων 150, 160, όσων κατευθύνονται προς το Πανεπιστήμιο Κύπρου, στο Mall, στο Γενικό Νοσοκομείο, στα φώτα του «Καλησπέρα», στο Σκαλί – εύκαιρη απελπισία μιας χαμένης αγάπης. Αλλά βλέπεις επίσης μπροστά σου το ολόκληρο στο ελάχιστο κι αναρωτιέσαι αν η αντιστροφή -σ’ εσένα, που δεν «μετράς» σεντς για τα υλικά αγαθά της καθημερινότητας- μπορεί να σε κάνει αγαπητό, γλυκό – να εντυπωσιάσεις. Κατακομματιασμένες ψυχές, που ξεκίνησαν με λαχτάρα και ζέση, φανατικές στις κερκίδες του ωραίου και ευγενούς, αγχωμένες πια, με λόξες που στήνουν μπαϊράκι μόνο για τα πολιτικά κι όχι για τον δίπλα που απλώνει την παλάμη του εκλιπαρώντας – αλλά κάνεις πως δεν την βλέπεις. «Τι να δω στην πόλη; Έχω μια μέρα χρόνο πριν πάω στη Λεμεσό», μου είπε ο τουρίστας που βλέπετε στη φωτογραφία, κοιτώντας το timeline των υπεραστικών στην ηλεκτρονική οθόνη. Ένας μικρός χάρτης τοποθετημένος σε κάποιο κιόσκι μπροστά από τις πληροφορίες του ΟΣΕΛ, κατηύθυνε τους ξένους στη Λαϊκή Γειτονιά, στα ενετικά τείχη, στον Άγιο Κασσιανό, στην Αρχιεπισκοπή, στη Λήδρας και στην Πύλη Αμμοχώστου – στα must to see. Ή σε κάποια μικρά μπαράκια και «κρυφά» στέκια, αναλόγως ηλικίας, διάθεσης και γούστων, κοντά στην πράσινη γραμμή που, για ένα περίεργο λόγο, έγινε trendy. Θυμήθηκα εκείνες τις αριστουργηματικές ιστορίες της Άννας Μαραγκού, στο τελευταίο της βιβλίο, για την πόλη, μια Λευκωσία αρχοντική, μελαγχολική, εσωστρεφής αλλά περήφανη, τις αναφορές της στα παιδιά που φύλαγαν σκοπιές (κάποτε σε θητεία 26 μηνών), στην κοινοτάρχη κυρία Μαρία, στον Σύμη, στη Φιλίτσα, στο πρώτο υπόγειο «Αιγαίο» του Φτωχόπουλου με τις ελληνικές σημαίες και τις φουκούδες, στην κυρία Αναστασία της Χρυσαλινιώτισσας, στον Τακτακαλλά, στην -άγνωστη- Παναγία την Αγαπητική – τι γλαφυρές περιγραφές, τι γνώση, τι πάθος! Αναρωτήθηκα, πολλές φορές, γιατί σ’ αυτές τις παλιές πολυκατοικίες του ταλαιπωρημένου κέντρου, των τριών και τεσσάρων -το πολύ- ορόφων, μένουν μόνο όλοι αυτοί που βλέπω κάποια απογεύματα να σεργιανίζουν εδώ, στην πλατεία Σολωμού, γιατί το κέντρο αποκυπροποιήθηκε, γιατί καμία νέα οικογένεια δεν επιλέγει την Τρικούπη, την πλατεία της παλιάς Ηλεκτρικής και τη Θησέως για μόνιμη διαμονή. Μια ζωή προσπαθούμε να γίνουμε «κάτι» κι όταν καταφέρουμε αυτό που όλοι κάποτε μεμφόμασταν ως «εναλλακτικοί», διασχίζουμε τον χρόνο καβάλα στ’ άλογο ξεχνώντας να δέσουμε χαλινάρι – αδύναμοι πια και ξένοι απ’ άκρη σ’ άκρη.

Στο αγόρι από το Μπέρμιγχαμ είπα να περπατήσει στην Ονασαγόρου – γιατί να τον βάλω σε διαδικασίες αφού η καρδιά του είναι βρόχινη σε ζεστούς καιρούς; Κι ανέβηκα στο λεωφορείο νούμερο 150. Μερικές φορές, είναι λυτρωτικό να προχωρείς στους δρόμους χωρίς να χρειάζεται να μιλάς, να ενοχλείς τις λέξεις ή να ψαχουλεύεις στο κινητό σου, να σκέφτεσαι με ξένα σπίτια για θέα και Βραχάλη για soundtrack χωρίς αναίτιες εξηγήσεις. Σχεδόν πάντα, σε μία σαραντάλεπτη διαδρομή του ενός ευρώ και πενήντα λεπτών, όλες οι λύσεις απλώνονται αίφνης στα πόδια σου, σαν έτοιμες από καιρό, σαν θαρραλέες…

[email protected]

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *