Μιχάλης Αναστασιάδης: Τα πάντα πια είναι μια σέλφι

Μιχάλης Αναστασιάδης: Τα πάντα πια είναι μια σέλφι

Μιχάλης Αναστασιάδης: Τα πάντα πια είναι μια σέλφι

Πώς είναι να σχεδιάζεις για τους μεγαλύτερους οίκους design στον κόσμο; Να σε βραβεύει το Wallpaper; Να συγκαταλέγεσαι στους κορυφαίους της Βρετανίας;  Να δίνεις διαλέξεις ανά τον κόσμο; Ο Μιχάλης Αναστασιάδης, με αφορμή την πρώτη μεγάλη έκθεσή του στη Λευκωσία, μιλά για τον μοναχικό δρόμο που χάραξε και την αντίσταση του στην επιφανειακότητα της εποχής.

Από την Τώνια  Σταυρινού

«Αξιοθαύμαστη η δουλειά σου, αλλά δεν ταιριάζει στην εταιρία μας. Καλύτερα να ακολουθήσεις τον δικό σου δρόμο στο design». Ο λιγομίλητος νεαρός απόφοιτος του Royal College μάζευε τα σχέδια του και έφευγε από τα γραφεία των μεγαλύτερων design studios του Λονδίνου χωρίς να χάνει το κουράγιο του. Σεμνός, εργατικός, πιστός στο προσωπικό του όραμα ακολούθησε τον μοναχικό και μερικές φορές σκληρό δρόμο του. Κι όπως δεν παρασύρθηκε τότε από τις πόρτες που έκλειναν, δεν υπέκυψε ούτε και στη γλύκα που έχουν σήμερα τα παγκόσμια βραβεία, τα διθυραμβικά σχόλια, η αναγνώριση από τη διεθνή κοινότητα του design.


Φωτο: Ben Murphy

«Ένα βραβείο σίγουρα προσφέρει μία αναγνώριση. Αλλά από την άλλη δεν δίνω ιδιαίτερη βαρύτητα σ’ αυτά. Δεν σημαίνουν τίποτα στην τελική. Πιστεύω πολύ στη δουλειά. Στο όραμα. Κι αυτό πρέπει να το κρατάς ανεξάρτητο από την αναγνώριση. Στην αρχή της δουλειάς μου δεν υπήρχαν βραβεία. Δεν υπήρχε αναγνώριση. Αυτό δεν επηρέασε τον τρόπο που δημιουργούσα, τον τρόπο σκέψης μου». Του πήρε μια δεκαετία περίπου για να μπορέσει το 2007 να δημιουργήσει το studio Michael Anastassiades και να μοιραστεί με το κοινό την προσωπική του ματιά. Τη δουλειά αυτών των 12 χρόνων παρουσιάζει σήμερα σε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών στη Λευκωσία που εγκαινιάζεται στις 8 Μαρτίου. «Τα αντικείμενα θα είναι παρουσιασμένα σε ομάδες, ώστε να μπορέσω να επικοινωνήσω με τους θεατές την όλη διαδικασία εξέλιξης κάθε αντικειμένου, να δουν πώς ξεκινάω και πώς δουλεύω ως σχεδιαστής το κάθε project». Έφυγε από την Κύπρο πριν από 30 χρόνια για να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο Λονδίνο.


Φωτο: Eirini Vourloumis (και κεντρική φωτο)

Αποφοιτώντας, συνειδητοποίησε ότι αυτό που πάντα κυνηγούσε από παιδί ήταν η δημιουργικότητα. Ανακάλυψε το Royal College και έκανε μάστερ στο βιομηχανικό design. «Ένιωσα ότι ήταν ένας κλάδος που απευθυνόταν σε ανθρώπους ακριβώς σαν κι εμένα. Μηχανικούς και μηχανολόγους που ήθελαν να εφαρμόσουν τις γνώσεις τους πάνω σε κάτι δημιουργικό. Αποφοίτησα με πολύ συμπυκνωμένες εμπειρίες και τότε ξεκίνησα το ταξίδι μου». Το 1993 αποφοίτησε αλλά ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος ακόμη να δεχθεί τις ιδέες του για τα καθημερινά του αντικείμενα. «Ήταν αρκετά δύσκολο γιατί είχα πάρα πολύ συγκεκριμένες ιδέες και απόψεις πάνω στο design και τα project της αποφοίτησής μου ήταν αρκετά πειραματικά και έθεταν έντονα ερωτήματα πάνω στη σχέση μας με τον design. Δεν ήταν αντικείμενα που υποστηρίζονταν από τη βιομηχανία τότε. Όταν το επιβεβαίωσα –γυρνώντας από στούντιο σε στούντιο για συνεντεύξεις- πολύ συνειδητά αποφάσισα να αφοσιωθώ και να αναπτύξω τις ιδέες μου ακολουθώντας ένα δρόμο δικό μου».

Η καθημερινότητά του στο Λονδίνο κινείται ανάμεσα στο στούντιο και το διαμέρισμά του τα οποία προσφάτως έχουν χωριστεί. «Τον τελευταίο χρόνο μετακόμισα για πρώτη φορά σε ξεχωριστό στούντιο. Μέχρι τώρα το στούντιο μου βρισκόταν κάτω από το σπίτι μου, οπότε κατέβαινα μια σκάλα και βρισκόμουν στο γραφείο. Από τη μια ήταν μεγάλη πολυτέλεια αλλά από την άλλη απαιτούσε τεράστια πειθαρχία από μέρους μου». Η πειθαρχία είναι κάτι που σίγουρα δεν του έλειψε ποτέ. Στην ερώτηση αν είναι γενικά λίγο «ερημίτης» απαντά ότι «και είναι και έγινε» λόγω των συνθηκών.

«Πέρασα τόσα πολλά χρόνια της καριέρας μου μόνος μου που αυτή η απομόνωση εξελίχθηκε σε επιλογή μου. Πλέον, υπάρχουν αρκετοί και πολύ σημαντικοί άνθρωποι δίπλα μου, όμως επιδιώκω και την απομόνωση γιατί τη χρειάζομαι για να λειτουργήσω. Ένα από τα πράγματα που κάνω σε καθημερινή βάση είναι να κολυμπώ. Ευτυχώς υπάρχει μια κλειστή πισίνα, πολύ κοντά στο στούντιο μου, όπου πηγαίνω στο μεσημεριανό μου διάλειμμα». Ασχολείται επίσης πολλά χρόνια με τη γιόγκα.

Κατ’ ακρίβεια δίδασκε γιόγκα για περισσότερα από 15 χρόνια. Ρωτώντας τον αν η αφαίρεση είναι τέχνη, απαντά ότι είναι δική του προσωπική επιλογή. «Η αφαίρεση είναι ένας τρόπος με τον οποίο εγώ μπορώ να κατανοήσω τα πράγματα καλύτερα. Όταν υπάρχει απλοποίηση τότε πραγματικά μπορώ να δω την ιδέα πίσω από κάτι, να βρω την ουσία του. Αυτό είναι μια γενικότερη αντίληψη των πραγμάτων και όχι μόνο σε σχέση με το design. Είναι μια φιλοσοφία ζωής που ταιριάζει σε μένα. Δεν είναι κάτι που μπορώ να επιβάλω σε όλο τον κόσμο». Ο τρόπος που μεγάλωσε δεν είναι εντελώς άσχετος με αυτή τη φιλοσοφία.

Στα 12 του χρόνια ο πατέρας του προσέλαβε έναν αρχιτέκτονα για να φτιάξει ένα σπίτι στο χωριό του. Ήταν ο Νεοπτόλεμος Μιχαηλίδης. «Κράτησα στενή επαφή μαζί του, μέχρι και το θάνατό του. Ήταν μια πολύ ισχυρή επιρροή τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του Μαρία Μιχαηλίδου. Ένας άλλος άνθρωπος που σίγουρα με επηρέασε ήταν η Γκλόρια Κασσιανίδου, η οποία ήταν μητέρα μιας πολύ καλής μου φίλης, της Λίνας Κασσιανίδου. Από μικρός αποζητούσα αυτή την επαφή με δημιουργικούς ανθρώπους, διψούσα για αυτήν. Οι γονείς μου με έσπρωχναν σε πιο πρακτικές κατευθύνσεις, έτσι αυτοί οι άνθρωποι ήταν πολύ σημαντικοί στο να κρατήσουν ζωντανό το δημιουργικό κομμάτι μέσα μου και να το τροφοδοτούν».

Τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Μπουρούντι όπου δούλευαν οι γονείς του. Επέστρεψαν οικογενειακώς το 1972 και έζησε την τουρκική εισβολή σε ηλικία 7 χρονών. «Αποτύπωσα πολύ έντονες εικόνες οι οποίες πιστεύω ότι υποσυνείδητα είναι μέσα μου. Μέσα σε όλα τα παιδιά της γενιάς μου που βιώσαμε τέτοιες εμπειρίες». Έκτοτε επισκέπτεται τουλάχιστον δυο φορές τον χρόνο την Κύπρο, για να δει την οικογένεια και τους φίλους. Θέμα επιστροφής δεν τέθηκε όμως ποτέ μέσα του. Ήθελε να δοκιμαστεί σε έναν χώρο που δεν αισθανόταν ασφάλεια. Δεν ήθελε να δουλέψει «προστατευμένος». «Η διαφορετική κουλτούρα έχει μεγάλη σημασία. Έπρεπε να προσαρμοστώ με μια πολύ διαφορετική νοοτροπία και δεν ήταν εύκολο.

Αυτό όμως σε κάνει πολύ πιο δυνατό. Και σίγουρα αποτυπώνεται και στις ιδέες σου». Ποιος είναι μεγαλύτερος εχθρός της αισθητικής μας, κατά τη γνώμη του; «Η κατανάλωση. Το καταναλωτικό στοιχείο στον τρόπο με τον οποίο ζούμε και αφομοιώνουμε τα πάντα γύρω μας. Τα πράγματα είναι πολύ επιφανειακά. Κινούνται γύρω από μια εικόνα, μια γρήγορη αφομοίωση. Τα πάντα πια είναι μια σέλφι, προσωρινά και αναλώσιμα, λάμπουν και σβήνουν σε ένα Instagram».

Και ποια είναι η αντίσταση σ’ αυτό; «Σε προσωπικό επίπεδο προσπαθώ να μην ενδίδω και να μην ενθαρρύνω αυτή την αντιμετώπιση, αυτό τον τρόπο σκέψης για τα πράγματα». Αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί και επαναστατικό στις μέρες μας; «Σίγουρα, όταν αποφασίζεις να ζήσεις και να δημιουργήσεις με ένα διαφορετικό τρόπο βρίσκεις αντίσταση. Απαιτεί βαθιά επίγνωση γιατί όλα γύρω σου ενθαρρύνουν το αντίθετο».

Πηγή : Περιοδικό Omikron, τεύχος 275

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *