Μηνύστε με, μηνύστε με!

Μηνύστε με, μηνύστε με!

Μήπως να γράφω μόνο υμνώντας το ήθος, την απλότητα, τη γενναιοδωρία, την ταπεινότητα, την καθάρια, χωρίς εμμονές προσωπικότητα, για την οποία φημίζονται όλοι, μα όλοι, όσοι βρίσκονται στην ελληνική showbiz;

Εμείς οι ταπεινοί, οι συνηθισμένοι να μας λένε «απλούς πολίτες» ή και «κοσμάκη», όπως έπραττε στο παρελθόν ο πρωθυπουργός –τότε– κύριος Σαμάρας, σε εποχές εξουθενωτικές, μνημονίων, συνεχίζουμε να επιμένουμε να αγωνιζόμαστε, όχι από ελπίδα, αλλά γιατί πρέπει. Δουλεύουμε σε δουλειές που δεν αμείβουν, ώρες πολλές, γιατί έτσι κάναμε πάντα. Πληρώνουμε διακανονισμούς –κι άλλους, κι άλλους, κι έρχονται και οι επόμενοι– γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Μετράμε κέρματα. Ό,τι χρειαζόμαστε δεν είναι πια απλά υπερτιμημένο αγαθό, αλλά είδος πολυτέλειας, όπως το ρεύμα, το σουπερμάρκετ. Εμείς, οι όχι επώνυμοι, αγωνιζόμαστε να διασώσουμε τα απομεινάρια κάποιας αξιοπρέπειας, προσπαθώντας να καλύψουμε λογαριασμούς που έχουν να κάνουν με άλλους και να επιβιώσουμε σε καθεστώς ομηρίας των μνημονίων και της σύγχρονης, παγκόσμιας οικονομικής τάξης, μες στις ίδιες τις ζωές μας. Το να καταφύγουμε στη δικαιοσύνη, θα γίνει ύστερα από περίσκεψη και έχοντας μεγάλη ανάγκη πια, μιας και το δίκιο κοστίζει ακριβά. Θέλει δικηγόρο, και μάλιστα καλό. Θέλει παράβολα. Θέλει χαρτόσημα. Θέλει τα παιδιά να μην πάνε σχολείο, διότι πώς θα ‘σαι στα μονομελή ή στα πολυμελή στις 8 το πρωί και τα παιδιά σου στις τάξεις τους; Θέλει άδεια απ’ τη δουλειά. Θέλει κι άλλη αμοιβή δικηγόρων, και μετακομίσεις, βενζίνες ή κόμιστρα ταξί, έκτακτα, απ’ αυτά που δεν έχεις υπολογίσει στον οικογενειακό προγραμματισμό, που τσίμα τσίμα σε βγάζει τις πρώτες μέρες κάθε μήνα. Οι διάσημοι, οι σταρ, όμως, τα χαϊδεμένα, πλούσια παιδιά του τόπου μας, που φτιάχτηκαν πάνω στις πένες της πενίας κάποιων; Ε, αυτοί έχουν εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη.

Έχουν εμπιστοσύνη οι σταρ μας, αλλά κυρίως έχουν το περιθώριο να θιχτούν. Όχι, δεν έγραψες σε μια διαδικτυακή εφημερίδα για τις ερωτικές τους επιλογές, τις οικογένειές τους, για το σύνολο της δουλειάς τους –που γι’ αυτό, αν μη τι άλλο, θα μπορούσες–, αλλά για τις στιλιστικές τους επιλογές. Και η σταρ –κατά κάποιον τρόπο– ορίζει την ευθιξία της απ’ το σκουλαρίκι και την τουαλέτα που δεν σ’ αρέσει εσένα και θεωρείς το λούσο της επίδειξη άσχετη απ’ τον άγριο καιρό που ζούμε. Και εκείνη έχει να αγοράσει δικηγόρους, να σε κυνηγήσει, να σε εξουθενώσει με αγωγές και μηνύσεις και κατηγορητήρια τόμους.

Αν συνέβαινε σ’ άλλον, μάλλον θα γέλαγα απ’ το παράλογο του πράγματος, αλλά –φευ– μου ‘τυχε εμένα. Η απόκοσμα ωραιότατη σταρ, η οποία πληγώθηκε γιατί το σκουλαρίκι της εμένα μου θύμιζε πολυέλαιο στον κεντρικό ιερό ναό Αρτέμιδος Λούτσας, παραβλέποντας το βυζαντινό μεγαλείο του παραλληλισμού μου για το κόσμημα των τρυφερών αφτιών της, το πήρε επί πόνου και τα τελευταία χρόνια με κυνηγά ασύστολα. Σκέψου να μην έβαζα κοτζάμ κεντρικό πολυέλαιο, αλλά κάνα ταπεινό μανουάλι δηλαδή, τι θα γινόταν. Τι να σου κάνω κι εγώ η πτωχή και όχι από επιλογή δημοσιογράφος; Μήπως να γράφω μόνο υμνώντας τους; Ή ίσως για τα έργα και τις ημέρες των καλλίπυγων καλλιτέχνιδων, των αιωνίως νέων χάρη στη λαμπρή εξέλιξη της αισθητικής χειρουργικής; Ίσως καλύτερα θα ‘ταν να μαζέψουμε τα μπογαλάκια μας και να πάμε να παραδοθούμε από μόνες μας στον Κορυδαλλό. Για μένα μιλάω, φυσικά, αλλά χρησιμοποιώ τον πληθυντικό, για να μη νιώθω απύθμενη μοναξιά και όχι από κρίση μεγαλείου σαν τους Λουδοβίκους, τους βασιλείς της Γαλλίας. Την τελευταία την αφήνω στις σταρ με τα υπέροχα –δεν έχει πιο– σκουλαρίκια και τις θεσπέσιες –σφαδάζω– τουαλέτες. Στον Κορυδαλλό, αν μη τι άλλο, θα αναλάβει το κράτος για λίγο τη στέγη και την τροφή μου και θα γνωρίσω και γυναίκες κρατούμενες που ανέλαβαν τα χρέη τους στην κοινωνία.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *