Μπαμ! Μπαμ!

Μπαμ! Μπαμ!

«…Φταίει/ η ψυχή που παλιώνει / και κλαίει / για ό,τι πια τελειώνει / φόβοι/ σαν θεατές γύρω γύρω / ποντάρουν / σε ακόμα ένα γύρο…» (ΣτίχοιΙ: Ελεάνα Βράχαλη, Μουσική: Γιώργος Σαμπάνης).

Ήταν σαφής στο τηλέφωνο: «Το 2019 θα είναι μία κάπως περίεργη χρονιά, για όλους εσάς τους Αιγόκερους» – το ζώδιο που είναι ικανό για το καλύτερο και το χειρότερο. Ο Κρόνος, οι εκλείψεις, το κακό το ριζικό κι οι παλίρροιες των ζωδιακών προεκτάσεων -λίγο μέσα, πολύ έξω- που δεν πολυκαταλαβαίνει ο μέσος νους αν δεν έχει απλοποιηθεί από πριν η ανάλυση των φαινομένων -σαν καταιγίδα χωρίς ομπρέλα στο χέρι-, άπλωναν την παλέτα του μάντη της Καστέλας σε όλων των ειδών τις αποχρώσεις του μαύρου – γιατί, ακόμη και στη σκοτεινιά, διαφαίνονται διακυμάνσεις. «Θα αντέξω, Τειρεσία Λεφάκη;», τον ρώτησα. Δεν γέλασε. «Λίγοι θα αντέξουν. Αλλά αυτοί οι λίγοι θα θριαμβεύσουν!».

Ο φόβος είναι ίσως το μόνο που δεν μπορεί να διαχειριστεί μακροπρόθεσμα η ανθρώπινη θνησιμότητα, όταν ένα είδους τρέμουλο -όχι πολύ φυσικό- διαπερνά τους ιστούς σου αναζητώντας το πιο ανθρώπινο απ’ τα ανθρώπινα: Ένα χέρι να σου παρασταθεί όσο η ακροφοβία σου σε κάνει να παραπατάς στα δάχτυλα, στον τελευταίο όροφο του ουρανοξύστη μιας μεγαλειώδους αποτυχίας. Κι είναι τότε που σκέφτεσαι μήπως την απαξίωσή σου στους άλλους να την κάνεις χάδι, τον έρωτα τρυφερότητα, τον ήλιο λάμψη και στο σκοτάδι να παρατηρήσεις κάποιον Σείριο. Μπα. Μικροπράγματα, θα πεις. «Μικροσκοτούρες μιας επίπεδης ζωής, μάντη Κάλχα;». «Μπορείς να το πεις κι έτσι. Σαν εκείνα τα Κοελικά, που κάποτε γίνονταν γλειφιτζούρι στα στόματα μοντέλων. Αλλά εγώ θα σου ‘λεγα να βουτήξεις σ’ ό,τι τύχει – φτάνει πια με την αποθέωση της αδιάκοπης χαράς!».

Τελείωνα τον τελευταίο κύκλο του «House of cards» και, τη στιγμή που ένα μαχαίρι μπηγόταν με μίσος, πασπαλισμένο με συμπόνια και λύτρωση σ’ έναν ακάθαρτο λαιμό δολοφόνου, είδα την είδηση απ’ το κινητό για το χτύπημα στο Στρασβούργο. Έστειλα μήνυμα στον Θ., μια χαζομάρα σαν χιουμοράκι που δεν θα του έγραφε κανείς άλλος για το τι πρόκειται να κινηθεί το βράδυ στους δρόμους, ένα πετάρισμα να αποσυντονιστεί η επικινδυνότητα που βρισκόταν αιωρούμενη στα πεζοδρόμια μ’ έναν παλαβό αν και, κατά βάθος, καταλαβαίναμε για άλλη μια φορά -κι εκείνος κι εγώ- πως τίποτα δεν ήταν πια ίδιο στον κόσμο μας. Όλα αλλάζουν -υπόκωφα αλλά και αστραπιαία- στις μεγάλες χώρες των συμπαντικών λαιμητόμων που μετέβαλαν πάντοτε σε κομβικές συστοιχίες αιώνων τον ρου του πλανήτη μας – τον πέρα από τη μικρή κουτσουλιά στην ανατολική μεσόγειο, που ονομάστηκε κάποτε κράτος.

Πάτησα ξανά το play για να ακούσω τη μουσική των τίτλων τέλους. Με ηρεμούσε η μουσική του Jeff Beal. Είχε δίκιο ο Μ. που με προειδοποίησε πως η Robin Wright «φωτιζόταν» από τον Kevin Spacey, σπουδαίος δεύτερος ρόλος, αλλά αυθύπαρκτη δεν ήταν ποτέ – «να, το ένιωσες τώρα κι εσύ», μου έγραψε, λίγα μόνο χιλιόμετρα μακριά από τον ασύλληπτο μακελάρη της γαλλικής πόλης. Προφανώς δεν θα το συζητούσαμε αν σκοτωνόταν με τη γυναίκα του στο Στρασβούργο, τη λάθος ώρα, τη λάθος στιγμή, στη λάθος πλατεία, στη λάθος βόλτα, το ίδιο εκείνο βράδυ, παραμονή της ομιλίας του Αναστασιάδη για την οποία είχε πάει απεσταλμένος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ναυάγια σε βγάζουν σε νησί, ναυάγια σε στέλνουν και σε πειρατές. Θέμα τύχης. Θέμα μοίρας, έστω. «Είναι κι αυτό μια εμπειρία!», του είπα βλακωδώς. Χα!

«Και λοιπόν, θα αντέξουμε, Νοστράδαμε της καρδιάς μου;», ρώτησα πάλι τον μάντη. «Αφού σε στρίμωξε το κάρμα, κοιτάς στα μάτια το τέρας για να δεις τι έχει απομείνει. Ό,τι σώζεται, ας σωθεί!».

Τη φωτογραφία αυτή μου την έστειλε ο Π. Στο διάλειμμα μιας φωτογράφησης μόδας, τράβηξε μερικά κλικ τον Α. που του γνώρισα πριν από δυο χρόνια – «δεν είναι σαν τα άλλα μοντέλα, δεν βαριανασαίνει για ένα κοσμικό, δεν έχει φτήνια», τον είχα διαβεβαιώσει. «Μεγάλωσε πια. Αλλά πιο όμορφος!», είπα. Πήρα την ίδια στιγμή τηλέφωνο τον Α. Ήταν στο αεροδρόμιο. «Έκπληξη!», τον πρόλαβα. Και, χωρίς ανάσα σχεδόν, πως «μονάχα η ομορφιά -κι η ομορφιά σου!- θα σώσει τον κόσμο!» – το εννοούσα! Ξανακοίταξα το πορτρέτο του με το κατεβασμένο παντελόνι. Μπαμ, ήταν σαν να έκανε με το όπλο που κρατούσε. Σαν να εκπυρσοκροτούσε στο βλέμμα μου. Τώρα που τα αίματα έγιναν πιο συχνά κι απ’ το νερό της βρύσης κάθε φορά που την ανοίγουμε, μπαμ, ρε. Μπαμ!

Τραβώντας τόσα χρόνια τα καλώδια από τον χαλασμένο γενικό διακόπτη του ρεύματος, κατάλαβα πως, αν μη τι άλλο, κερδίζεις χρόνο απ’ την παρατεταμένη αγωνία της λάμπας που τρεμοπαίζει – θα σβήσει ή δεν θα σβήσει; Ας είναι μία κι έξω. Όση ζωή μας απέμεινε ας έχει τουλάχιστον μερικά απλά πράγματα -όχι τις κλισέ «στιγμές» που εννοούν κάτι μικροαστικά «για πάντα»-, μερικές ωραίες σοκολάτες, παγωτά χωνάκι στο στόμα και θαυμασμούς σε ανθρώπους που θα τους συναντήσεις μια δυο φορές για να μην προλάβεις να καταλάβεις τα τρωτά και τους απομυθοποιήσεις. Ας μη μιλάτε καν την ίδια γλώσσα – τα λόγια μπερδεύουν πια πολύ.

Είναι μάταιο να σιχτιρίζεις τη βροχή που ρίχνει ο ουρανός. Μάταιο. Γιατί είναι χειμώνας. Γιατί πάντα θα ρίχνει βροχή. Δέξου το. Και βγες. Βγες και βρέξου.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *