Μυστικέ μου έρωτα, αχ έρωτα, κρυφέ…

Μυστικέ μου έρωτα, αχ έρωτα, κρυφέ…

«… Μη λες τα ίδια λόγια που είπανε πολλοί /με σέρνουν απ’ τα πόδια παλιοί λογαριασμοί…», στίχοι:  Λ. Νικολακοπούλου.

Ξαπλώσαμε επάνω στο παγκάκι του μικρού πάρκου με τις καφέ αποχρώσεις κάτω από το γεφύρι της Προδρόμου κι είπες «Αύγουστος κι έχει σύννεφα» βάζοντας τα χέρια σου στο χορτάρι. Ήταν μια συνηθισμένη κουβέντα, κουβέντα αποχαιρετισμού – το διαισθάνθηκα, το ‘κανες μεταφορά σε κάτι φυσικό για να μην πεις την αλήθεια, για τον θάνατο που επέλεξες εκβιαστικά στη «σχέση» που επιδίωκες -για ποιο λόγο;- για το τέλος των ξαφνικών μηνυμάτων στο κινητό, για τα «έλα, τι γίνεται;» που έδιναν το σήμα για τα κατάστηθα αλλιώτικα βράδια και τις ανοιχτές μασχάλες. Ανέβασες τα μανίκια: «Αλλά, έχει ζέστη». «Ναι, έχει ζέστη», είπα. Διάβαζες από το κινητό κάτι για τον Αμαζόνιο και την αγορά της Γροιλανδίας απ’ τον Τραμπ, για το πλοίο με τους πρόσφυγες και τις ξαφνικές εκλογές που θα γίνουν στην Ιταλία – κουβέντα να γίνεται, δηλαδή. «Ωραία ήταν!», είπες. «Ωραία ήταν!», είπα. Ο Φρεντερίκ Φοντέιν, ξανά μπροστά μου, με το πλάνο επάνω από το λευκό σεντόνι του «une liaison pornographique» – εμείς, δηλαδή. «Αυτό ήταν;». «Αυτό ήταν».

Σε είχα εξιχνιάσει με τον τρόπο που πιστεύεις πως λύνονται τα μαθηματικά προβλήματα από έναν άσχετο σε αριθμούς τύπο – σχεδόν συμπωματικά. Βόλτες στην Κερύνεια, στάση στη Λακατάμια, ξενοδοχείο στη Λαϊκή Γειτονιά, άλλο ξενοδοχείο στον Άγιο Δομέτιο -δυο ώρες, 20 ευρώ- τραγούδια με ξένο στίχο στο αυτοκίνητό σου, άγνωστα πρόσωπα που εναλλάσσονταν σε stories στο κινητό σου αν και δεν ήξερα τα social media σου – ήταν μία διαφάνεια γεγονότων που όλο έκρυβαν τα μεγαλύτερα μυστικά. «Είσαι ερωτευμένος;», είπες. «Νομίζω πως μου είναι πολύ δύσκολο πια να ερωτευτώ. Νομίζω πως δεν θα ερωτευτώ ποτέ ξανά», είπα. «Γιατί;», είπες. «Γιατί είμαι ανίκανος πια να μου συμβεί. Και επίσης, πλήττω γρήγορα». «Εμένα δεν μ’ ερωτεύτηκες;». «Όχι». «Ούτε λίγο;». Κόμπιασα. Αλλά το είπα: «Δεν μπορώ να σε θεοποιήσω. Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν παραληρώ. Δεν θα σκεφτώ να χάσω τη ζωή μου επειδή λοξοκοίταξες κάτι με νόημα και κινδυνεύω να σε χάσω – δεν μ’ ενδιαφέρει. Κατάλαβες; Είσαι σαν βόλτα για καφέ. Δεν ξεφτιλίζομαι. Δεν θέλω να αλλάξω την καθημερινότητά μου για σένα κι ούτε να σε χωρέσω σ’ αυτήν κόβοντας κάτι άλλο. Μια χαρά κάνω τη δουλειά μου, δεν “θυσιάζω” χρόνο, δεν αισθάνομαι ότι ζω κάτι το τρομακτικό και μεγαλεπήβολο. Δεν μιλάω στα τηλέφωνα για σένα περασμένα μεσάνυχτα με τους φίλους μου, δεν καταρρέω, δεν με απασχολεί τι λέξεις χρησιμοποίησες για να γράψεις ένα μήνυμα – το μήνυμα είναι απλώς ένα μήνυμα και όχι παράγραφοι από ποίημα του Μπωντλέρ που σηκώνει ανάλυση γιατί το “τι κάνεις;” είναι γραμμένο έτσι κι όχι αλλιώς, αν σημαίνει κάτι, αν υπονοεί, αν κάτι μεταβάλλει». Όταν όλα είναι κανονικά δεν είναι έρωτας, είναι απλώς πόθος – αυτό δεν σου το ‘πα. «Μίλησες ποτέ στους φίλους σου για μένα;», είπες. «Όχι», είπα. «Γιατί;». «Γιατί κάνουμε ξαφνικά αυτή τη συζήτηση;». «Γιατί θέλω να ξέρω τι ακριβώς γίνεται». Κατάρρευση. Καμία πια γοητεία, κανένα «παραμύθι», ακάλυπτα τα μυστήρια στα ξένα σπίτια, ένας άνθρωπος γήινος με «τρύπες» που όσα έκρυβε τόσα πιο πολλά τώρα φαίνονταν δίπλα απ’ τα χέρια με το μπουκαλάκι της Carlsberg ανάμεσα στα δάχτυλα. Οι σιωπές ήταν πια διαπιστώσεις. Όλα βιώσιμα. Όλα χώμα.

Όλα ήταν ωραία για εννέα μήνες. Στους μυστικούς δρόμους της Λευκωσίας, σε μέρη που κανείς δεν ανακαλύπτει με γυμνά πέλματα και που κρύβουν τα πιο σαγηνευτικά μυστικά τους καλά, σαν αμπαλαζαρισμένο διαμάντι πολύτιμο ποτέ δεν μίλησα για «αποκλειστικότητες» – τουλάχιστον δεν μπορείς να με κατηγορήσεις για ατιμία. Αν και δεν είχα χρόνο για οτιδήποτε άλλο πέρα από σένα – αν μη τι άλλο υπήρχε μία σταθερότητα απ’ τη μεριά μου. Στη μυστική μας συμφωνία -άγνωστα όλα, καμία πληροφορία, μόνο μικρό όνομα και κλήσεις- μερικά πραγματάκια σου ξέφευγαν αλλά δεν επέμενα, ώστε να ‘ναι όλα προστατευμένα στα καλά κρυμμένα γεγονότα της ζωής σου, εκεί όπου -σωστά- δεν μ’ ενδιέφερε να εισχωρήσω – γιατί ν’ αρχίσει η τρέλα; «Δουλεύω σε ένα γραφείο με computers», σου είπα πάλι την προηγούμενη βδομάδα στα επίμονά σου. Δηλαδή, περίπου, κάτι ούτε σωστό, ούτε λάθος. Πόσο σχετική είναι η αλήθεια, τελικά, όταν θες πάση θυσία να κρύψεις κάτι, όταν θες να πυροβολήσεις την πραγματικότητα απ’ τα πέντε μέτρα εξ επαφής. Πόσο!

Φεύγοντας, σου είπα «θα ξαναπάρεις» – μάντης κακών. «Δεν βγαίνει το πράγμα έτσι». Ξαναπήρες βέβαια. Δεν είχε νόημα – δεν καιγόμουνα πια, όλα ήταν αδιατάρακτα μέσα μου. Ωραία ήταν, δεν αντιλέγω. Για όσο κράτησε. Ωραία ήταν τα μαγικά τιποτένια μας λεπτά. Μα, χάθηκε πια η συνενοχή, αγάπη μου. Χάθηκε κι ο χαμηλός φωτισμός – κι έβαλες ήλιους αναμεταξύ μας να φωτίσουν όσα συντηρούσαν φεγγάρια.

Ξανά πίσω στους δρόμους, στους δρόμους που χάθηκα, σε γωνιές που στάθηκα, σε δάκρυα που πίστεψα παιχνίδια στο νερό. Πικρό το βράδυ φτάνει.

Πηγή : Φιλgood, τεύχος 236.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *