Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου!

Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου!

Πώς μια ταινία, ένα βιβλίο, μια φράση, ένας αλλοπρόσαλλος ήρωας διαφορετικός από τον πικρό σου περίγυρο, μπορεί να ανοίξει την «κουρτίνα» και να σε κάνει να λοξοκοιτάξεις στο δρόμο – εκεί που συμβαίνουν όλα!

Την κρίσιμη ώρα που οι συγγενείς των καρκινοπαθών κρυφοκλαίνε πίσω από τις λευκές πόρτες που τρίζουν κάτω απ’ τα χαλιά των νοσοκομείων με τα χωρίς τρίχες κεφάλια, τον χάροντα που σαν αόρατος ωσαννά ίπταται στην ξύλινη οροφή ξεδιαλέγοντας και οι νευροπαθείς -κάπου αλλού- θα εύχονταν η Κυριακή να μην είναι Κυριακή (του πένθους, του πένθους που πέφτει βαρύ απ’ το απόγευμα, των σιωπηλών εκδρομών και της υπαινικτικής χαράς γύρω από κακόμοιρα οικογενειακά τραπέζια) έβαλα να δω στο Netflix -το νέο μοναχικό παιχνίδι της θλίψης, που αντικαθιστά αργά αργά τη μηχανική κίνηση των δαχτύλων στα social- την ταινία από ένα βιβλίο που είχα διαβάσει παλιά, σε μια κρύα γκαρσονιέρα στου Ζωγράφου – περίπου τέτοια εποχή: «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου» (εκδ. Μεταίχμιο) – ο τίτλος παρέμεινε ίδιος με εκείνον του μυθιστορήματος του Αντρέ Ατσιμάν, του γεννημένου στην Αίγυπτο συγγραφέα, από οικογένεια Εβραίων αστών, εξαιρετικό στην απλότητα επάνω σε -για κάποιους- σκανδαλώδη θεματολογία. Υποψιασμένος ήδη από την αρχή, τη μέση, την εξέλιξη, τη ματαιωμένη από έρωτα, πάθος και σεξουαλικών απωθημένων που ενδύονται την αγάπη (φευ) κατάληξη, ερωτεύτηκα τον Όλιβερ (ξανά, απ’ την αρχή, σαν την πρώτη μας φορά, στις όλο ψεύτικες αλήθειες λέξεις του) στο παίξιμο και στη φευγαλέα της μη ορίων ζωής του (στα πάντα: Στην καταγωγή, στη θρησκεία, στη δουλειά, στον τρόπο που καβαλούσε το ποδήλατο ή κολυμπούσε, στη δεκτικότητα του φύλου του), όπως ενώ ξέρεις τη συνδεσιμότητα του ρεύματος επιμένεις να πιάνεις στα βρεγμένα από νερό χέρια σου τα καλώδια επειδή βρίσκεις ποιητικό το βραχυκύκλωμα και την ηλεκτρική κουβέρτα που καίγεται απ’ τ’ ανθρώπινα. Ο Όλιβερ είναι ανοιχτός κι όλα είναι μετέωρα – στην αρχή της σεξουαλικότητας του «άλλου» τα πάντα είναι ρευστά, ρευστά στην πολυπλοκότητά τους σώματα, σώματα που διαχωρίζονται από τις ψυχές για να αγαπηθούν στα άκρα, στα άκρα και να πενθήσουν. Με πάθος. Με στυλ αρχετυπικό: «Θέλω να φάω και τους προγόνους σου!».

Αν έχεις αγαπήσει έστω μία φορά στη ζωή, στον τρόπο που ο πρωτόλειος Έλιο απορρίπτεται από όλα εκείνα που φέρει ο Αμερικανός φοιτητής, βαριά στην οδύνη τους -τα διαφορετικά, που φαίνεται να συνδέουν δύο άνισους μεταξύ τους πόλους- περίπου λυπάσαι που όλα συμβαίνουν τόσο νωρίς, άγαρμπα ίσως, ματαιωμένα – γι’ αυτό και άσπιλα, όπως η ηλικία του πρωταγωνιστή. Περίπου ξανασκέφτεσαι το ανήκειν – Πού; Γιατί; Με ποιους; Αλλά η ροή, η ροή της ζωής, η ακατανίκητη αυτή ροή που γίνεται χείμαρρος σε στιγμές που αποφασίζει -μια στο τόσο- να παρασύρει, δεν σταματά ποτέ σε καμία κουτσουλιά, σε τίποτα παιδαριώδες, γιατί δεν παραμένει στην ακτή αλλά βουτά ολόκληρο το σώμα μέσα: «Δεν ζηλεύω τον πόνο. Ζηλεύω τον πόνο σου!».

Από πότε ο έρωτας ήταν απόφαση και όχι γεγονός; Το βιβλίο του Ατσιμάν σου ξαναμαθαίνει να αγαπάς όχι χαζά – αν επαναλαμβάνεις τα λάθη σου και σε ανέχεσαι σε πράξεις που θα είχαν διαγράψει υπό άλλες συνθήκες το υποκείμενο της αιτίας, τον «φταίχτη», τότε που ο συνδυασμός με την παραζάλη του έρωτα είναι πια σε επικίνδυνο (αλλά ωραίο!) στάδιο. Σου υπενθυμίζει επίσης την πίκρα, του να μην μπορείς να τα έχεις όλα, όλα όσα η καρδιά σου επιθυμεί ή λαχτάρησε πολύ. Την ντροπή ταυτόχρονα για την παρέκκλιση στο «λογικό», στην ευθεία γραμμή, στο σημείο που τσαλαπατάς την περηφάνια σου και αποδέχεσαι ένα «παντρεύτηκα», ρήμα που ακυρώνει το προηγούμενο «είναι», το προηγούμενο «όλο». Αλλά, κάπως έτσι, μάλλον, εξιλεώνονται κι οι Κυριακές. «Αν υπάρχει πόνος, φύλαξέ τον κι αν υπάρχει φλόγα, μην την πνίξεις. Ξεριζώνουμε τόσα πολλά από τους εαυτούς μας για να γιατρευτούμε γρηγορότερα απ’ όσο πρέπει, που μέχρι τα τριάντα έχουμε ξοφλήσει. Αλλά πόσο κρίμα να μην αφήνεσαι να νιώσεις, μόνο και μόνο για να μη νιώσεις τίποτα!».

Στους τίτλους τέλους -σαν να ‘ταν η πρώτη μου φορά, εκπλάγηκα στην εξέλιξη και πικράθηκα πολύ- κάθισα συγκινημένος στο κρεβάτι μου και χάιδεψα μερικά βιβλία – πιο πιστά κι από ανθρώπους κι από ζώα. Στακάτα στην εξεύρεση επικοινωνίας κάποια, συνηθισμένα στην απιστία, όπως οι ήρωες του «να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου» στην πρώτη τους ανάγνωση, άνοιξα κάτι που με περίμενε καιρό τώρα κι έκλεισα την τηλεόραση: «Η δεξιά τσέπη του ράσου», του Γιάννη Μακριδάκη (εκδ. Εστία). Ο ήρωας της ταινίας με οδήγησε στον Μακριδάκη -πώς άραγε;- φίλο του Κοροβίνη, που γνώρισα πέρσι, τέτοια εποχή, εποχή του Φεστιβάλ, στη συννεφιασμένη αιματοβαμμένη ιστορία Θεσσαλονίκη– υποψιαζόμουν γιατί: Ίδια γοητευτικοί – ήρωας και συγγραφέας. Από σύμπτωση.

Μάλλον γιατί γνώριζαν με τον ίδιο τρόπο να χαϊδεύουν τα κυματιστά τους μαλλιά, στην αμηχανία του αιωρούμενου βλέμματος. Μην ξέροντας τη γοητεία της κίνησης. Μην ξέροντας πού μπορεί να στραβοτιμονιάσει το «λογικό».

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *